Κριτική Ταινίας: Μπιτσκόμπερ (2025)
Σκηνοθεσία: Αριστοτέλης Μαραγκός Πρωταγωνιστούν: Χρήστος Πασσαλής, Αλίκη Ανδρειωμένου, Στάθης Κόκκορης
Όταν η «Ψευτοκουλτούρα» Πνίγει το Σινεμά
Ο Ηλίας ονειρεύεται τις ανοιχτές θάλασσες και την κληρονομιά του ναυτικού πατέρα του. Όταν μια μοίρα, σαν οφθαλμαπάτη, του παρουσιάζει ένα καράβι από παλιοσίδερα, καλείται να το ξαναφτιάξει και να αποδείξει αν η δική του «σκουριασμένη» ζωή αντέχει το ταξίδι. Αυτή είναι η υπόθεση του «Μπιτσκόμπερ», μιας ταινίας που, δυστυχώς, αποτελεί άλλη μια απόδειξη της ελληνικής κινηματογραφικής παθογένειας.
Πρόκειται για ένα κλασικό δείγμα του «δήθεν», όπου η τέχνη απευθύνεται μόνο σε λίγους και εκλεκτούς. Αν δεν την καταλάβεις, φταις εσύ, όχι η ταινία. Ένας τύπος βολοδέρνεται από το σπίτι στο νεκροταφείο πλοίων, σε μια προσπάθεια αναγέννησης του ίδιου και της οικογένειάς του, που μοιάζει περισσότερο με αγγαρεία παρά με κινηματογραφική αφήγηση.
Σενάριο και Σκηνοθεσία: Μια Απελπιστική Στασιμότητα
Το σενάριο είναι κακό, βαλτωμένο σε ανούσιες επαναλήψεις που κουράζουν. Η κλιμάκωση είναι απελπιστική, καθώς, επί της ουσίας, δεν συμβαίνει τίποτα. Τα φαντάσματα επιστρέφουν άχαρα, η ταινία παραμένει στατική και βαρετή, ενώ οι ερμηνείες καλούνται να υποστηρίξουν το ανυποστήρικτο: ένα σενάριο χωρίς βάθος και μια σκηνοθετική ανυπαρξία που προκαλεί αμηχανία.
Συμπέρασμα
Το «Μπιτσκόμπερ» ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των ταινιών που φτιάχτηκαν αποκλειστικά για τα φεστιβάλ, για να προβάλλονται σε μια οθόνη, να βγάζουν σέλφι οι συντελεστές με τους φίλους τους και να χειροκροτούνται από τον ίδιο μικρόκοσμο. Δυστυχώς, αυτό το σινεμά που αναπαράγει τις παθογένειες από τη δεκαετία του ’80 και μετά, συνεχίζει να ταλαιπωρεί το ελληνικό κοινό, χωρίς να πρεσβεύει τίποτα το διαφορετικό.
Βαθμολογία: 1/10








