Η πολυαναμενόμενη δίκη για την τραγωδία των Τεμπών στη Λάρισα έχει μετατραπεί σε ένα πρωτοφανές πεδίο θεσμικής σύγκρουσης και σκόπιμων καθυστερήσεων.
Με την έναρξη των συνεδριάσεων τον Απρίλιο του 2026, η διαδικασία αντί να προχωρά στην ουσία, αναλώνεται σε συνεχείς διακοπές, εντάσεις και δικονομικά τερτίπια. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, η Μαρία Καρυστιανού και ο Πάνος Ρούτσης βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής, καθώς οι πρακτικές τους φαίνεται να εξυπηρετούν τα πάντα εκτός από την ταχεία απονομή δικαιοσύνης, προκαλώντας την οργή ακόμη και των υπόλοιπων χαροκαμένων γονέων.
Η συστηματική παρελκυστική τακτική που ακολουθείται από την πλευρά της Ζωής Κωνσταντοπούλου έχει οδηγήσει τη διαδικασία σε πλήρες αδιέξοδο. Με συνεχείς παρεμβάσεις, φωνές και προσβολές προς την έδρα, η πρόεδρος του δικαστηρίου οδηγήθηκε μέχρι και σε δήλωση αποχής, επικαλούμενη την αδυναμία διεξαγωγής της δίκης υπό τέτοιες συνθήκες. Αυτή η «στρατηγική του χάους» δεν είναι τυχαία· αποσκοπεί στη μετατροπή της δικαστικής αίθουσας σε πολιτικό βήμα και στην ακύρωση κάθε προσπάθειας για μια ψύχραιμη και τεκμηριωμένη απόφαση, ποντάροντας στη φθορά των θεσμών.
Η στάση της Μαρίας Καρυστιανού και του Πάνου Ρούτση εντείνει το κλίμα της τεχνητής έντασης. Η κ. Καρυστιανού, έχοντας πλέον σαφείς πολιτικές βλέψεις με την ίδρυση κόμματος, μοιάζει να χρησιμοποιεί τη δίκη ως «σκηνικό» για το προεκλογικό της αφήγημα, αρνούμενη να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της έδρας και προκαλώντας επεισόδια που οδηγούν σε διακοπές. Από την άλλη, οι ισχυρισμοί περί αστυνομικής βίας κατά του κ. Ρούτση —οι οποίοι διαψεύστηκαν κατηγορηματικά από αυτόπτες μάρτυρες όπως ο Νίκος Πλακιάς— αποδεικνύουν μια προσπάθεια κατασκευής «θυμάτων» για να δικαιολογηθεί η περαιτέρω κωλυσιεργία.

Ο εμφύλιος ανάμεσα στους συγγενείς είναι ίσως η πιο τραγική πτυχή αυτής της μεθόδευσης. Γονείς όπως ο Νίκος Πλακιάς έχουν φτάσει στα όριά τους, καταγγέλλοντας ανοιχτά ότι η Κωνσταντοπούλου και η Καρυστιανού «μονοπωλούν» την τραγωδία και εμποδίζουν τη δίκη να προχωρήσει. Η δήλωση του κ. Πλακιά ότι «δεν θα επιτρέψει να γίνει μπάχαλο η δίκη» και η έκκλησή του για σιωπή ώστε να ακουστούν τα ονόματα των νεκρών παιδιών του, αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα σε όσους ζητούν δικαίωση και σε όσους επιζητούν την προσωπική και πολιτική τους επιβίωση μέσα από το «μπάχαλο».
Το ερώτημα που πλανάται είναι τι αποσκοπούν τελικά; Η καθυστέρηση της δίκης ευνοεί μόνο εκείνους που τρέφονται από τη δημοσιότητα και την τοξικότητα. Όσο η δίκη εκκρεμεί, το «αφήγημα του σωτήρα» παραμένει ζωντανό, οι κάμερες παραμένουν στραμμένες πάνω τους και η πολιτική καπηλεία συνεχίζεται ανενόχλητη. Πρόκειται για μια κυνική επιλογή: η αλήθεια μπορεί να περιμένει, αρκεί η «παράσταση» να συνεχίζεται στις πλάτες των 57 νεκρών και των οικογενειών τους που απαιτούν, επιτέλους, σεβασμό και έργα αντί για φτηνά επικοινωνιακά σόου.
…με δύο λόγια
Μια δίκη-όμηρος των προσωπικών στρατηγικών της Κωνσταντοπούλου και της Καρυστιανού, που θυσιάζουν τη δικαίωση των θυμάτων στον βωμό της πολιτικής τους ανέλιξης.




