Η Μαρία Καρυστιανού, η οποία ταυτίστηκε με τον αγώνα των οικογενειών των θυμάτων των Τεμπών, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων ανακοινώνοντας την ίδρυση δικού της πολιτικού κόμματος. Η κίνηση αυτή, που επιλέχθηκε σημειολογικά να γίνει την ημέρα των γενεθλίων της αδικοχαμένης κόρης της, θεωρήθηκε από πολλούς ως η οριστική πράξη πολιτικής εκμετάλλευσης μιας εθνικής τραγωδίας. Η μετατροπή του πόνου σε ψηφοδέλτιο έχει φέρει σε ρήξη την ίδια με άλλους γονείς των θυμάτων, όπως ο Νίκος Πλακιάς, ο οποίος σχολίασε αιχμηρά τις «χαμηλές πτήσεις» της νέας αυτής πολιτικής κίνησης.
Η ίδρυση κόμματος από την κ. Καρυστιανού αποτελεί την κορύφωση μιας πορείας που πολλοί χαρακτήριζαν εδώ και καιρό ως προσωπική στρατηγική ανέλιξης. Η προσπάθειά της να παρουσιαστεί ως η μοναδική «φωνή» των θυμάτων και κατ’ επέκταση ως «σωτήρας» της χώρας, προσβάλλει τη μνήμη των νεκρών και υπονομεύει την ειλικρίνεια του αγώνα για δικαιοσύνη. Η καπηλεία της τραγωδίας για την είσοδο στον πολιτικό στίβο διαλύει το ηθικό βάρος που έφερε μέχρι πρότινος η ιδιότητά της ως χαροκαμένης μάνας, μετατρέποντάς την σε μια αμφιλεγόμενη πολιτική φιγούρα που αναζητά ρόλο εξουσίας.
Η κριτική εστιάζει επίσης στο επικίνδυνο και αλλοπρόσαλλο ιδεολογικό της υπόβαθρο, καθώς στο παρελθόν έχουν έρθει στο φως δηλώσεις της που προκαλούν σοκ, όπως οι ακραίες θέσεις της κατά των αμβλώσεων. Αυτό το μείγμα θρησκευτικού συντηρητισμού και λαϊκισμού, σε συνδυασμό με την επιμονή της να «σπάσει την κλεψύδρα» μέσω ενός σποτ που χαρακτηρίστηκε από τον Νίκο Πλακιά ως γραφικό και ακαταλαβίστικο, συνθέτει την εικόνα ενός προσώπου που κινείται στα όρια της πολιτικής ασυναρτησίας. Η χρήση συμβόλων όπως το λευκό περιστέρι θεωρείται από πολλούς ως μια φθηνή προσπάθεια αγιοποίησης της ίδιας, την ώρα που η ουσιαστική δικαιοσύνη απαιτεί σοβαρότητα και όχι προεκλογικά σποτ.
Τέλος, η ρήξη με τους υπόλοιπους γονείς των Τεμπών αποδεικνύει ότι η κ. Καρυστιανού δεν εκφράζει πλέον το κοινό αίσθημα των οικογενειών, αλλά το δικό της προσωπικό αφήγημα. Οι καταγγελίες για ψεύδη —όπως αυτές που διέψευσε ο Νίκος Πλακιάς σχετικά με την υποτιθέμενη βία αστυνομικών— αναδεικνύουν μια τάση προς την παραπληροφόρηση και την τοξικότητα, πανομοιότυπη με τις πρακτικές της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Η μετατροπή μιας συλλογικής οδύνης σε «κατσαρόλα» πολιτικών σκοπιμοτήτων είναι μια τραγική κατάληξη που απογοητεύει όσους πίστεψαν στην αγνότητα των προθέσεών της.
… με δύο λόγια
Μια γκροτέσκα πολιτική μεταμόρφωση που θυσιάζει το πένθος στον βωμό της προσωπικής ματαιοδοξίας και της κομματικής εκμετάλλευσης.




