Το Φεστιβάλ Επταπυργίου δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα καλοκαιρινό ραντεβού, αλλά έναν από τους πιο επιδραστικούς πολιτιστικούς θεσμούς της Βόρειας Ελλάδας. Πίσω από αυτή την επιτυχία βρίσκεται η ακούραστη δυναμική ενός διδύμου που κατάφερε να μεταμορφώσει το ιστορικό φρούριο σε έναν ζωντανό πυρήνα διεθνούς ακτινοβολίας.
Η Άννα Μυκωνίου, Πρόεδρος του Κέντρου Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με τη στρατηγική της σκέψη και το όραμα για έναν πολιτισμό χωρίς αποκλεισμούς, έχει δώσει στο Φεστιβάλ τη θεσμική θωράκιση και την κοινωνική διάσταση που το χαρακτηρίζει. Δίπλα της, ο Αθανάσιος Κολαλάς, Καλλιτεχνικός Διευθυντής του θεσμού, ένας δημιουργός με σπάνια αισθητική αντίληψη και πολυεπίπεδο ταλέντο, μπολιάζει κάθε παραγωγή με φρεσκάδα και καλλιτεχνική τόλμη.
Μαζί, έχουν καταβάλει μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να χτίσουν παραγωγές «από το μηδέν», επενδύοντας στο ντόπιο καλλιτεχνικό δυναμικό και φέρνοντας ταυτόχρονα παγκόσμιας κλάσης ερμηνευτές στη Θεσσαλονίκη. Η μεταξύ τους χημεία και η κοινή τους επιμονή στη λεπτομέρεια είναι η κινητήριος δύναμη που φέτος καθιστά το όραμα ενός «Λυρικού Προμαχώνα» μια ολοζώντανη πραγματικότητα.
Σε μια εκτενή και αποκαλυπτική συνέντευξη, οι δύο δημιουργοί ξεδιπλώνουν το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Επταπυργίου 2026. Με κεντρικό άξονα την εμβληματική «Μποέμ» του Πουτσίνι —που επιστρέφει στην πόλη μετά από δύο δεκαετίες— και ένα πολυφωνικό πρόγραμμα που αγκαλιάζει από τον λόγο του Σεφέρη μέχρι τη ροκ και την τεχνολογία, μιλούν για την ανάγκη η τέχνη να παραμένει προσιτή, εξωστρεφής και βαθιά συνδεδεμένη με το ανθρώπινο συναίσθημα.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
–Κύριε Κολαλά, φέτος υπογράφετε τη σκηνοθεσία και τα σκηνικά της «Μποέμ». Γιατί επιλέξατε τη συγκεκριμένη όπερα του Πουτσίνι ως την καρδιά του φετινού προγράμματος;
Η «Μποέμ» είναι ίσως η πιο αγαπημένη όπερα του λυρικού ρεπερτορίου και γι’ αυτό αποτελεί διαχρονικά μία από τις πιο σταθερές επιλογές στις σκηνές των λυρικών θεάτρων σε όλο τον κόσμο. Στη Θεσσαλονίκη, ωστόσο, έχει να παρουσιαστεί για περισσότερα από είκοσι χρόνια, γεγονός που δημιούργησε την ανάγκη να επιστρέψει ξανά στο κοινό της πόλης.
Μουσικά πρόκειται για ένα από τα κορυφαία έργα του Τζάκομο Πουτσίνι. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο μεγάλος μαέστρος Αρτούρο Τοσκανίνι, όταν πρωτοείδε την παρτιτούρα, είχε πει πως ακόμη και μία μόνο σκηνή της όπερας θα αρκούσε για να μείνει ο Πουτσίνι στην ιστορία. Η μουσική της διαθέτει μια σχεδόν κινηματογραφική δύναμη, αποτυπώνοντας με μοναδική ευαισθησία τη φιλία, τον έρωτα, τα όνειρα αλλά και την απώλεια.
Για μένα, όμως, η επιλογή είναι και βαθιά προσωπική. Η «Μποέμ» είναι μια όπερα που αγαπώ ιδιαίτερα μουσικά και που κάθε φορά με συγκινεί με έναν σχεδόν άμεσο, ανθρώπινο τρόπο. Έχει αυτή τη σπάνια ικανότητα να σε επιστρέφει σε στιγμές νιότης — στα μεγάλα όνειρα, στις φιλίες, στους πρώτους έρωτες, αλλά και στην πρώτη συνάντηση με την απώλεια. Κάθε φορά που την ακούω ανακαλύπτω κάτι νέο, μια λεπτομέρεια, ένα συναίσθημα που δεν είχα προσέξει πριν.
Εξίσου ισχυρή είναι και η δραματουργία της. Η ιστορία αγγίζει άμεσα το κοινό — και ιδιαίτερα τους νέους — μέσα από μια βαθιά ανθρώπινη αφήγηση: μια παρέα καλλιτεχνών που μοιράζονται τη φτώχεια, τα όνειρα και τη φλόγα της νιότης, ενώ μέσα σε λιγότερο από δύο ώρες ξεδιπλώνεται ένας μεγάλος, ρομαντικός αλλά και τραγικός έρωτας.
Ακριβώς γι’ αυτό θελήσαμε η κεντρική παραγωγή του φετινού Φεστιβάλ Επταπυργίου να είναι ένα έργο που ενώνει και συγκινεί — ένα έργο ικανό να μετατρέψει τις καλοκαιρινές βραδιές στο Επταπύργιο σε μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία για το κοινό.
-Η «Μποέμ» μιλά για τη νιότη, τα όνειρα και τη φτώχεια των καλλιτεχνών. Πόσο επίκαιρο είναι το μήνυμά της στο 2026 και πώς το αποδίδετε σκηνοθετικά στον ιστορικό χώρο του Επταπυργίου;
Η «Μποέμ» είναι, στην ουσία της, ένα βαθιά διαχρονικό έργο. Μιλά για το απότομο πέρασμα από την ανεμελιά της νιότης στη σκληρή πραγματικότητα της ενηλικίωσης — κάτι που δεν ανήκει σε καμία συγκεκριμένη εποχή. Οι πρώτοι έρωτες, οι μεγάλες φιλίες, τα όνειρα που μοιάζουν απεριόριστα αλλά και η καθημερινή αγωνία για την επιβίωση είναι συναισθήματα και εμπειρίες που παραμένουν απολύτως επίκαιρες και σήμερα, ίσως ακόμη περισσότερο σε έναν κόσμο αβεβαιότητας όπως ο δικός μας.
Οι ήρωες της «Μποέμ» είναι νέοι άνθρωποι που προσπαθούν να δημιουργήσουν, να αγαπήσουν και να ονειρευτούν μέσα σε συνθήκες οικονομικής δυσκολίας. Αυτό το στοιχείο αγγίζει άμεσα και τη σημερινή γενιά καλλιτεχνών — αλλά και συνολικά τους νέους ανθρώπους — που συχνά καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στα όνειρα και στην πραγματικότητα.
Σκηνοθετικά, επέλεξα να φέρω την ιστορία σχεδόν στο σήμερα, ακριβώς για να μπορέσει το κοινό να αναγνωρίσει τον εαυτό του στους χαρακτήρες. Η σοφίτα γίνεται ένας σύγχρονος, λιτός χώρος — με μια απλή σόμπα αλογόνου —, το Café Momus μεταμορφώνεται σε ένα κλαμπ με φώτα νέον, ενώ ένας παρακμιακός δρόμος με κατεβασμένα ρολά υπογραμμίζει τη σκληρότητα της εποχής μας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον κινούνται έξι νέοι άνθρωποι που, παρά τον κυνισμό της σύγχρονης πραγματικότητας, επιμένουν να ονειρεύονται ρομαντικά.
Ο ιστορικός χώρος του Επταπυργίου λειτουργεί σχεδόν συμβολικά. Τα τείχη του κουβαλούν μνήμη, χρόνο και ανθρώπινες ιστορίες — στοιχεία που συνομιλούν βαθιά με την ίδια την όπερα. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η προσωπική ιστορία των ηρώων αποκτά μια άλλη διάσταση: μοιάζει σαν οι μικρές, εύθραυστες ζωές τους να αντιπαρατίθενται με τη διάρκεια της ιστορίας, κάνοντας τη συγκίνηση ακόμη πιο έντονη. Στόχος μας δεν είναι να «εκσυγχρονίσουμε» απλώς τη «Μποέμ», αλλά να αποκαλύψουμε πόσο σύγχρονη υπήρξε πάντα.
-Στην παραγωγή συμμετέχουν διακεκριμένοι λυρικοί τραγουδιστές από το εξωτερικό (Dario Di Vietri, Gangsoon Kim κ.α.). Πόσο σημαντική είναι για το Φεστιβάλ αυτή η διεθνή εξωστρέφεια;
Είμαστε πραγματικά ιδιαίτερα χαρούμενοι που λυρικοί τραγουδιστές με τόσο σημαντική διεθνή καριέρα συμμετέχουν στο Φεστιβάλ Επταπυργίου. Η παρουσία τους αποτελεί ένα μεγάλο καλλιτεχνικό πλεονέκτημα για την ίδια την παραγωγή, καθώς φέρνουν μαζί τους πολύτιμη εμπειρία από μεγάλες σκηνές του εξωτερικού.
Ταυτόχρονα, είναι μια σημαντική ευκαιρία για το κοινό της Θεσσαλονίκης να απολαύσει επί σκηνής καλλιτέχνες διεθνούς επιπέδου, σε συνδυασμό με την αγαπημένη Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, κάτι που δεν είναι πάντοτε αυτονόητο για μια πόλη χωρίς μόνιμη λυρική σκηνή.
Εξίσου σημαντική, όμως, είναι για εμάς και η παρουσία των Ελλήνων σολίστ, όπως η Άννα Στυλιανάκη και η Μαρία Κωστράκη, καλλιτέχνιδες με εξίσου αξιόλογη διεθνή πορεία. Η συνάντηση Ελλήνων και ξένων ερμηνευτών δημιουργεί έναν ουσιαστικό καλλιτεχνικό διάλογο και ανεβάζει συνολικά το επίπεδο της παραγωγής. Αυτός είναι και ένας βασικός στόχος του Φεστιβάλ: να λειτουργεί ως σημείο συνάντησης — ένας χώρος όπου η τοπική δημιουργία συνομιλεί ισότιμα με τη διεθνή λυρική σκηνή, προσφέροντας στο κοινό υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικές εμπειρίες.
-Κυρία Μυκωνίου, βλέπουμε μια έντονη παρουσία της ποίησης και φέτος, με το αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη. Πώς προέκυψε η ανάγκη να συνδεθεί ο λόγος του νομπελίστα ποιητή με τις φωνές του Θεοχαρίδη, του Ζερβουδάκη και της Δημοπούλου;
Φέτος παρουσιάζουμε δύο βραδιές ποίησης και μουσικής αφιερωμένες στον Γιώργο Σεφέρη, μια συνάντηση λόγου και ήχου που επιχειρεί να αναδείξει τη ζωντανή σχέση της ποίησης με τη μουσική. Ο ποιητικός λόγος θα ζωντανέψει μέσα από τις απαγγελίες του Γρηγόρη Βαλτινού, ενώ τα μελοποιημένα ποιήματα θα ερμηνευτούν από τρεις αγαπημένους καλλιτέχνες, που ο καθένας φέρνει τη δική του ιδιαίτερη μουσική ταυτότητα.
Ο Παντελής Θεοχαρίδης, με τη βαθιά μελωδική φωνή του, θα αναδείξει τραγούδια που ακουμπούν στη λαϊκή παράδοση και στη μεσογειακή ευαισθησία που διατρέχει το έργο του Σεφέρη. Ο Δημήτρης Ζερβουδάκης θα φωτίσει τις πιο δυναμικές πλευρές των μελοποιήσεων, εκεί όπου ο ποιητικός λόγος συναντά στοιχεία ροκ έκφρασης και εσωτερικής έντασης. Από την άλλη, η Ελένη Δημοπούλου θα δώσει έμφαση στη λυρική και τρυφερή διάσταση των ποιημάτων μέσα από μπαλάντες που αναδεικνύουν την εσωτερικότητα και τη συγκίνηση των στίχων.
Η επιλογή αυτών των φωνών δεν έγινε τυχαία· στόχος ήταν να παρουσιαστεί το πολυφωνικό σύμπαν του Σεφέρη μέσα από διαφορετικές μουσικές αποχρώσεις, ώστε ο ποιητικός λόγος να ακουστεί ζωντανός, πολυδιάστατος και οικείος στο σημερινό κοινό.
–Υπογράφετε τα κείμενα και τη λογοτεχνική μελέτη για το αφιέρωμα στον Σεφέρη. Ποια πτυχή του ποιητή θελήσατε να αναδείξετε στο κοινό του 2026;
Ο Γιώργος Σεφέρης ανήκει στους κορυφαίους ποιητές του 20ού αιώνα, με βαριές πνευματικές αποσκευές. Η ποίησή του είναι πυκνή, μεστή και καίρια· συμπυκνώνει τον «καημό της ρωμιοσύνης» και μεταφέρει την ελληνική εμπειρία με αμεσότητα και βάθος. Οι στίχοι του εξακολουθούν να συγκινούν και να παρηγορούν -ακόμα και σήμερα- ιδιαίτερα όσους αναζητούν φως μέσα στις δυσκολίες τους, μέσα από τη γοητεία των μύθων, των τοπίων και της ελληνικότητας που τους διαπερνούν.
Θα παρουσιάσουμε δύο βραδιές -σεργιάνι στην ποίησή του: από τη «Στροφή» στο «Μυθιστόρημα», από τα «Ημερολόγια Καταστρώματος» στην «Κίχλη» και στα «Τρία κρυφά ποιήματα». Κάθε συλλογή φωτίζει διαφορετικές πτυχές του έργου του, συμπληρώνει το συνολικό παζλ και οδηγεί σε μια βαθιά μύηση στο ποιητικό του σύμπαν, επιτρέποντας την πλήρη αποκωδικοποίηση της γλώσσας, της αισθητικής και του κόσμου του Σεφέρη.
Κυρίως όμως αυτό που με ενδιαφέρει είναι να προσεγγίσουμε τον άνθρωπο πίσω από τον ποιητή: τον ευαίσθητο και συχνά εύθραυστο Σεφέρη, που ισορροπούσε ανάμεσα στη δημόσια εικόνα του διπλωμάτη και στην ιδιωτική, τρυφερή και μελαγχολική πλευρά του δημιουργού. Η ποίησή του, όπως και η προσωπικότητά του, συνδέει την ανθρώπινη ευαισθησία με την ιστορική συνείδηση και καθιστά το έργο του διαχρονικό και πανανθρώπινο.
-Το πρόγραμμα περιλαμβάνει από ροκ (Γιώργος Φωκάς) μέχρι συμφωνικό έντεχνο (Βουτσικάκης – Νικολακοπούλου). Ποιο είναι το στοιχείο που ενοποιεί αυτά τα διαφορετικά μουσικά είδη κάτω από την ομπρέλα του Φεστιβάλ Επταπυργίου;
Αυτό που ενοποιεί το πρόγραμμα δεν είναι το είδος της μουσικής. Το Φεστιβάλ Επταπυργίου δεν λειτουργεί με όρους «ειδολογικούς», αλλά με όρους ποιότητας, και ταυτότητας. Φέτος, ο βασικός άξονας είναι η αγάπη και ο έρωτας — έννοιες που διαπερνούν όλα τα είδη, από τη ροκ μέχρι το έντεχνο και τη συμφωνική μουσική. Είτε πρόκειται για μια ροκ συναυλία είτε για μια πιο λυρική, συμφωνική αφήγηση, το ζητούμενο είναι το ίδιο: να φωτιστεί η ανθρώπινη εμπειρία μέσα από διαφορετικές εκφράσεις.
Παράλληλα, υπάρχει μια συνειδητή προσπάθεια να δημιουργείται ένας διάλογος ανάμεσα σε διαφορετικές αισθητικές και γενιές. Η ροκ, για παράδειγμα, δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι «ξεχωριστό», αλλά ως μια εξίσου ουσιαστική μορφή έκφρασης που συνομιλεί με την παράδοση, τον λόγο και τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Τελικά, αυτό που ενώνει τις παραγωγές είναι η πρόθεση να παρουσιαστούν έργα με καλλιτεχνικό βάθος, που συνομιλούν με τον χώρο, με τον χρόνο και με τον θεατή. Το Επταπύργιο είναι ένας χώρος με μνήμη και ενέργεια, που «ζητά» από κάθε παράσταση να έχει λόγο ύπαρξης. Και ίσως αυτή να είναι και η ουσία του Φεστιβάλ: διαφορετικές φωνές, αλλά μια κοινή ανάγκη — να αγγίξουμε τον άνθρωπο.
-Η δράση «SKG – Δυναμώνουμε τη Δημιουργία» δίνει βήμα σε καλλιτέχνες όπως η Μέλα Γεροφώτη και ο Γιώργος Φωκάς. Ποιος είναι ο στόχος αυτής της πρωτοβουλίας για τους καλλιτέχνες της Θεσσαλονίκης;
Η δράση αυτή προέκυψε από μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να αγνοούμε: οι καλλιτέχνες της Θεσσαλονίκης έχουν περιορισμένες δυνατότητες να δημιουργήσουν στον τόπο τους και συχνά αναγκάζονται είτε να φύγουν, είτε να συμβιβαστούν. Δεν πιστεύουμε σε φεστιβάλ που απλώς «φιλοξενούν» έτοιμες παραγωγές. Πιστεύουμε στη δημιουργία. Και αυτό σημαίνει να δίνεις χώρο, μέσα, χρόνο και ευθύνη στους ίδιους τους καλλιτέχνες της πόλης να παράγουν έργο. Η δράση «SKG – Δυναμώνουμε τη Δημιουργία» είναι μια συνειδητή επιλογή να πάμε κόντρα σε αυτή τη λογική της πολιτιστικής εξάρτησης από το κέντρο.
Καλλιτέχνες όπως η Μέλα Γεροφώτη και ο Γιώργος Φωκάς δεν συμμετέχουν απλώς — δημιουργούν. Παρουσιάζουν δουλειές που έχουν γεννηθεί εδώ, με ανθρώπους και μέσα της πόλης. Και αυτό έχει σημασία, γιατί έτσι αρχίζει να χτίζεται μια πραγματική πολιτιστική ταυτότητα. Αν δεν επενδύσουμε σοβαρά στη δημιουργία στην περιφέρεια, θα συνεχίσουμε να χάνουμε ανθρώπους, ιδέες και δυναμική. Για εμάς, λοιπόν, αυτή η δράση -που ενσωματώνεται για δεύτερη φορά στο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΠΤΑΠΥΡΓΙΟΥ- δεν είναι απλώς ένα κομμάτι του προγράμματος — είναι μια πάγια θέση. Και αυτή η θέση είναι ξεκάθαρη: η Θεσσαλονίκη μπορεί και πρέπει να παράγει πολιτισμό.
– Κύριε Κολαλά, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης παρουσιάζει ένα νέο πρότζεκτ με τη χρήση τεχνολογίας και το φωνητικό σύνολο Voci Contra Tempo. Πώς ενσωματώνεται αυτή η σύγχρονη προσέγγιση σε έναν χώρο με τόσο βαριά ιστορία;
Ο χώρος του Επταπυργίου, με τη μνήμη και τη βαρύτητα που κουβαλά, δεν λειτουργεί περιοριστικά — αντίθετα, λειτουργεί ως ένα πολύ ισχυρό πλαίσιο που «δοκιμάζει» και τελικά αναδεικνύει κάθε σύγχρονη καλλιτεχνική πρόταση.
Η σύγχρονη προσέγγιση του Αλκίνοου Ιωαννίδη, με τη χρήση τεχνολογίας και τη σύμπραξη του φωνητικού συνόλου Voci Contra Tempo, δεν έρχεται σε αντίθεση με τον χώρο· έρχεται να συνομιλήσει μαζί του. Η τεχνολογία, όταν εντάσσεται οργανικά, δεν ακυρώνει τη μνήμη — αντίθετα, μπορεί να την φωτίσει με νέους τρόπους. Σε αυτή την παράσταση, τα ηλεκτρονικά στοιχεία, οι φωνές και τα ακουστικά όργανα δημιουργούν έναν ηχητικό τοπίο που παραμένει βαθιά ανθρώπινο. Και αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο: δεν μας ενδιαφέρει η τεχνολογία ως εντυπωσιασμός, αλλά ως μέσο έκφρασης.
Το Επταπύργιο, με τη σιωπή και την ιστορία του, «αγκαλιάζει» αυτές τις νέες μορφές και τις μετατρέπει σε εμπειρία. Εκεί όπου συναντιούνται το παλιό με το νέο, δημιουργείται ένας ιδιαίτερος διάλογος — και αυτός είναι, τελικά, ο στόχος του Φεστιβάλ: να αποδείξει ότι η παράδοση δεν είναι κάτι στατικό, αλλά κάτι που εξελίσσεται και συνεχίζει να παράγει.
– Η συνεργασία με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης (ΚΟΘ) είναι πλέον θεσμός. Πόσο καθοριστική είναι η συμμετοχή της στην ποιότητα των παραγωγών σας;
Θα έλεγα ότι αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται η ποιότητα των παραγωγών μας. Η ΚΟΘ φέρει μαζί της μια μακρά ιστορία, υψηλό επίπεδο μουσικής κατάρτισης και μια βαθιά καλλιτεχνική συνέπεια. Κάθε φορά που βρίσκεται στο πιτ, ανεβάζει συνολικά το επίπεδο της παραγωγής και δίνει στους ερμηνευτές ένα στέρεο, εμπνευσμένο έδαφος για να αναπτυχθούν.
Πέρα όμως από την τεχνική αρτιότητα, υπάρχει και κάτι πιο ουσιαστικό: μια κοινή γλώσσα που έχει χτιστεί μέσα στα χρόνια. Ένας τρόπος επικοινωνίας και εμπιστοσύνης που επιτρέπει σε πιο σύνθετες και απαιτητικές παραγωγές —όπως η όπερα— να πραγματοποιηθούν. Για εμάς, η παρουσία της ΚΟΘ δεν είναι απλώς μια συνεργασία κύρους. Είναι μια δημιουργική συνάντηση που αποδεικνύει ότι η Θεσσαλονίκη διαθέτει το δυναμικό να παράγει υψηλού επιπέδου λυρικές και μουσικές παραγωγές, στηριγμένες στις δικές της δυνάμεις. Με την ευκαιρία αυτή, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, Σίμο Παπάνα, για την εμπιστοσύνη και τη σταθερή στήριξή του σε αυτή τη συνεργασία.
–Κυρία Μυκωνίου, με 7 κεντρικές παραγωγές και επαναλήψεις, το Φεστιβάλ φαίνεται να μεγαλώνει κάθε χρόνο. Ποιες είναι οι μεγαλύτερες οργανωτικές προκλήσεις για το Κέντρο Πολιτισμού ΠΚΜ;
Κάθε χρόνο που το Φεστιβάλ μεγαλώνει, νιώθουμε ότι μεγαλώνει μαζί του και ένα είδος ευθύνης που δεν είναι μόνο οργανωτικό — είναι βαθιά ανθρώπινο. Γιατί πίσω από τους αριθμούς, τις παραγωγές και τις ημερομηνίες, υπάρχουν άνθρωποι, ιστορίες, αγωνίες, προσδοκίες.
Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι μόνο να συντονιστούν όλα αυτά τα διαφορετικά κομμάτια — αν και αυτό από μόνο του είναι ένα απαιτητικό παζλ. Είναι να καταφέρουμε, μέσα σε αυτή τη σύνθετη διαδικασία, να μη χαθεί η φροντίδα. Να μη χαθεί η προσοχή στη λεπτομέρεια, αλλά κυρίως να μη χαθεί η σχέση με τον άνθρωπο.
Υπάρχουν στιγμές έντασης, εξάντλησης, αμφιβολίας. Υπάρχουν όμως και εκείνες οι μικρές, πολύτιμες στιγμές — όταν κάτι «κουμπώνει», όταν μια πρόβα σε συγκινεί, σε αγγίζει, όταν βλέπεις μια ιδέα να παίρνει μορφή. Εκεί κοιταζόμαστε -όλη η ομάδα- και συνειδητοποιούμε γιατί ξεκίνησε όλο αυτό. Το Επταπύργιο μας καλεί να σταθούμε με σεβασμό απέναντι σε ό,τι δημιουργούμε. Κάθε παραγωγή είναι, με έναν τρόπο, μια προσωπική κατάθεση. Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να κρατήσουμε αυτή τη φλόγα ζωντανή. Να συνεχίσουμε να δημιουργούμε όχι από υποχρέωση, αλλά από ανάγκη.
–Βλέπουμε ιδιαίτερα προσιτές τιμές (προπώληση από 8€-12€ σε ορισμένες παραγωγές). Είναι συνειδητή επιλογή η διατήρηση του κοινωνικού χαρακτήρα του Φεστιβάλ;
Είναι απολύτως συνειδητή επιλογή και, θα έλεγα, βασική μας αρχή. Ως Κέντρο Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας θεωρούμε ότι ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι προνόμιο των λίγων — οφείλει να είναι προσβάσιμος σε όλους. Η Περιφέρεια έχει έναν ουσιαστικό κοινωνικό ρόλο να επιτελέσει: να δημιουργεί τις συνθήκες ώστε το κοινό να μπορεί να έρθει σε επαφή με υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικές παραγωγές, χωρίς οικονομικούς αποκλεισμούς. Αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι παραγωγές είναι επιχορηγούμενες, ώστε να διατηρούνται τα εισιτήρια σε χαμηλά επίπεδα.
Ιδιαίτερα στην περίπτωση της Όπερας «Μποέμ», αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Μιλάμε για μια μεγάλη παραγωγή, με περισσότερους από 150 συντελεστές, που σε άλλες συνθήκες θα είχε πολύ υψηλό κόστος για τον θεατή. Το γεγονός ότι μπορούμε να προσφέρουμε εισιτήρια από 15 και 20 ευρώ είναι, για εμάς, κάτι πολύ σημαντικό. Είναι μια ουσιαστική δυνατότητα που δίνεται στο κοινό της Περιφέρειας να παρακολουθήσει μια πραγματικά σπουδαία λυρική παραγωγή — κάτι που δεν είναι αυτονόητο. Και ίσως εκεί βρίσκεται και η ουσία: να μπορεί κάποιος, ανεξαρτήτως οικονομικής δυνατότητας, να ζήσει μια τέτοια εμπειρία. Γιατί ο πολιτισμός, όταν μοιράζεται, αποκτά πραγματικό νόημα.
-Πώς επιτυγχάνεται η συμμετοχή τόσων πολλών χορωδιακών συνόλων της πόλης (Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης, ΤΜΕΤ ΠΑΜΑΚ, Αγ. Κύριλλος & Μεθόδιος) στις παραγωγές σας;
Η συμμετοχή τόσων χορωδιακών συνόλων δεν είναι κάτι που προκύπτει τυχαία· είναι αποτέλεσμα μιας συνειδητής επιλογής να λειτουργούμε συλλογικά και να εμπλέκουμε ενεργά την πόλη στη δημιουργική διαδικασία. Από την αρχή, στόχος μας ήταν το Φεστιβάλ να μην είναι ένας «ξένος» οργανισμός που έρχεται και φεύγει, αλλά ένας ζωντανός πυρήνας που συνομιλεί με τις δυνάμεις της Θεσσαλονίκης.
Βεβαίως, αυτό απαιτεί πολύ καλή οργάνωση, συντονισμό και εμπιστοσύνη. Μιλάμε για δεκάδες χορωδούς από διαφορετικά σύνολα, με διαφορετικές αφετηρίες, που καλούνται να λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο σώμα. Αυτό που μας συγκινεί ιδιαίτερα είναι ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία δεν δημιουργείται μόνο ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα — δημιουργείται μια κοινότητα. Άνθρωποι που ίσως δεν είχαν συνεργαστεί ποτέ, βρίσκονται μαζί στη σκηνή, μοιράζονται την εμπειρία και γίνονται μέρος μιας μεγαλύτερης αφήγησης. Και ίσως αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό κέρδος: ότι το Φεστιβάλ γίνεται χώρος συνάντησης — όχι μόνο για το κοινό, αλλά και για τους ίδιους τους καλλιτέχνες της πόλης.
-Η συνάντηση Μποφίλιου-Φάμελλου αναφέρεται ως «καλλιτεχνική προσμονή ετών». Πώς καταφέρατε να την πραγματοποιήσετε φέτος στο Επταπύργιο;
Μας ενδιαφέρει πολύ να εξελίσσουμε τις καλλιτεχνικές συνεργασίες — να μην μένουν σε μια στιγμή, αλλά να ανοίγουν δρόμους για κάτι νέο. Πέρσι, στο Φεστιβάλ, συνεργαστήκαμε για πρώτη φορά με τον Μανώλη Φάμελλο, και από τότε υπήρχε μια αίσθηση ότι αυτή η σχέση δεν είχε ολοκληρώσει τον κύκλο της.
Θυμάμαι πολύ έντονα μια στιγμή σε μια πρόβα. Με τον Θανάση τον πλησιάσαμε και μας εκμυστηρεύτηκε πόσο τον είχε εντυπωσιάσει η ενέργεια του χώρου. Εκεί γεννήθηκε πολύ φυσικά η ιδέα: του ζητήσαμε να σκεφτεί και να μας προτείνει κάτι νέο, φτιαγμένο ειδικά για το Επταπύργιο. Στις αρχές Σεπτεμβρίου μάς ενημέρωσε ότι είχε ήδη συζητήσει την ιδέα του με τη Νατάσσα Μποφίλιου και ότι μαζί είχαν αρχίσει να οραματίζονται κάτι κοινό — μια συνάντηση των διαδρομών τους πάνω στη σκηνή.
Η προοπτική αυτή μάς έδωσε πραγματικά μεγάλη χαρά. Γιατί δεν πρόκειται απλώς για μια συνεργασία δύο σπουδαίων καλλιτεχνών, αλλά για κάτι που γεννήθηκε οργανικά, σχεδόν μέσα από τον ίδιο τον χώρο.
– Κύριε Κολαλά, αν έπρεπε να ξεχωρίσετε μια στιγμή από το φετινό πρόγραμμα που θα «ράγιζε» τις πέτρες του Επταπυργίου, ποια θα ήταν αυτή;
Δυσκολεύομαι πάντα να ξεχωρίσω μια στιγμή, γιατί κάθε παραγωγή είναι μοναδική, στημένη με κόπο και κουβαλά τη δική της ένταση και αλήθεια. Αν, όμως, έπρεπε να σταθώ κάπου, θα έλεγα ότι αυτή η στιγμή για το φετινό Φεστιβάλ «χτίζεται» μέσα μου, μέρα με τη μέρα, καθώς δουλεύω πάνω στην όπερα. Καθώς προχωρούν οι πρόβες της «Μποέμ», νιώθω ότι η τελευταία σκηνή — ο θάνατος της Μιμής — θα είναι ιδιαίτερα φορτισμένη. Είναι μια στιγμή που συμπυκνώνει όλη την παράσταση: τον έρωτα, τη νιότη και την απώλεια. Και μέσα στον χώρο του Επταπυργίου, με τη δική του μνήμη και βαρύτητα, αυτή η στιγμή θα αποκτήσει μια άλλη διάσταση.
–Ποιο είναι το όραμά σας για το Φεστιβάλ Επταπυργίου την επόμενη πενταετία; Θέλετε να καθιερωθεί ως ένας «θερινός Λυρικός Προμαχώνας» της Βόρειας Ελλάδας;
Να συνεχίσει να εξελίσσεται ως ένας ισχυρός πυρήνας δημιουργίας, με σαφή ταυτότητα και σταθερή ποιότητα. Αν αυτό, στην πορεία, το οδηγήσει να καθιερωθεί και ως ένας «θερινός λυρικός προμαχώνας» της Βόρειας Ελλάδας, θα είναι κάτι που φυσικά μας τιμά — αλλά δεν είναι ένας τίτλος που επιδιώκουμε ως αυτοσκοπό.
Αυτό που μας ενδιαφέρει ουσιαστικά είναι να χτίσουμε συνέχεια. Να μπορούμε κάθε χρόνο να παράγουμε έργο, να ενισχύουμε το λυρικό θέατρο στη Θεσσαλονίκη, να δίνουμε ευκαιρίες σε καλλιτέχνες και να καλλιεργούμε ένα κοινό που να αγαπά και να εμπιστεύεται την όπερα και τις μεγάλες μουσικές παραγωγές. Στόχος μας είναι να δημιουργηθεί σταδιακά μια σχέση — όχι περιστασιακή, αλλά ουσιαστική — ανάμεσα στο κοινό και το λυρικό ρεπερτόριο. Ταυτόχρονα, θέλουμε το Φεστιβάλ να παραμένει ανοιχτό, πολυσυλλεκτικό και βαθιά συνδεδεμένο με την πόλη του. Αν στο τέλος αυτής της διαδρομής το Επταπύργιο αναγνωρίζεται ως ένας τόπος όπου συμβαίνουν και σημαντικές λυρικές παραγωγές κάθε καλοκαίρι, τότε θα έχουμε πετύχει κάτι ουσιαστικό — όχι ως τίτλο, αλλά ως πραγματικότητα.








.jpg)
.jpg)


.jpg)

.jpg)



.jpg)
