Είδε και σχολιάζει η Πίτσα Στασινοπούλου για την Κουλτουρόσουπα
Είχαμε γνωρίσει το έργο από προηγούμενα ανεβάσματά του, είχαμε αγαπήσει το θέμα του και θαυμάσει τον τρόπο ανάπτυξης από μια χαρισματική πέννα, είχαμε «δει» στους ήρωές του αυθεντικά, αναγνωρίσιμα πρότυπα και όταν πληροφορηθήκαμε ότι ανεβαίνει εκ νέου με τη σκηνοθετική υπογραφή μιας δημιουργού που έχουμε υποκλιθεί σε δουλειές της, δεν υπήρχε περίπτωση, ακόμα και τα… καντάρια βροχής τη συγκεκριμένη μέρα, να μας πτοήσουν εμποδίζοντας την προσέλευσή μας με πλείστες προσδοκίες στο Θέατρο Artbox Fargani, για την παράσταση «Άγριος σπόρος» του Γιάννη Τσίρου σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη, όπου έμελλε να ξεχάσουμε οτιδήποτε προηγούμενο είχαμε δει…
Η παράσταση ξεκινά με την σοκαριστική, υποβλητική, λεκτική αναπαράσταση της σφαγής ενός γουρουνιού από τον ιδιοκτήτη παρακείμενου χοιροστασίου και παράνομης καντίνας σε ερημική επαρχιακή παραλία που διατηρεί μαζί με την νεαρή κόρη του, παλεύοντας με νύχια και δόντια για την επιβίωση, καταχρεωμένος ως τον λαιμό… Τη συγκεκριμένη μέρα φτάνει η είδηση της μυστηριώδους εξαφάνισης ενός πλούσιου, νεαρού Γερμανού τουρίστα, από την εν λόγω παραλία όπου κατασκήνωνε κι ένα πολυπληθές συνεργείο ερευνά την περιοχή για την εκδοχή της δολοφονίας… Μια εκδοχή- βεβαιότητα που υιοθετεί και ο τοπικός αστυνομικός, επί χρόνια φίλος του ιδιοκτήτη της καντίνας καλύπτοντας μάλιστα μικροπαρανομίες του, που ανακρίνει τον ίδιο και την κόρη του ως βασικούς υπόπτους λόγω σχέσης με τον εξαφανισθέντα, ενώ ο κοινωνικός περίγυρος του χωριού έχει ήδη καταδικάσει για έγκλημα έναν αγροίκο, παράνομο, άξεστο σφαγέα που ενοχλεί με τη μπόχα του το «άμεμπτο» τοπίο και πρέπει να αποβληθεί… Με συνέπεια η αδυσώπητη σύμπραξη εξουσίας και κοινής γνώμης να θυσιάσουν εκδικητικά τον «αποδιοπομπαίο τράγο», παρότι αθώο, στερώντας του την επιβίωση, αλλά χωρίς να καταβάλλουν την αδάμαστη «άγρια» ψυχή του…
Πρόκειται για εμβληματικό έργο- αριστούργημα (+) του Γιάννη Τσίρου από τα σημαντικότερα της σύγχρονης νεοελληνικής δραματουργίας, που στη συγκεκριμένη θεατρική εκδοχή ανέδειξε τις σπουδαίες αρετές του με τρόπο συγκλονιστικό κι όσοι το είχαμε ξαναδεί είναι σαν να ανακαλύψαμε εξ αρχής έναν κρυμμένο θησαυρό! Γιατί αυτός ο χαρακτηρισμός αρμόζει σε ένα έργο που φωτίζει τόσο βαθιά, ανθρώπινα, αυθεντικά, ρεαλιστικά και συνάμα λυρικά τις εγχώριες παθογένειες, συνδυάζοντας με μοναδική μαεστρία την αγωνιώδη πλοκή μυστηρίου, τους εξαίρετα δομημένους χαρακτήρες, το γήινο συγκινητικό συναίσθημα, το εύστοχο πικρό χιούμορ, την αγριάδα με την τρυφερότητα…
Κυρίως όμως αναδεικνύει ευρηματικά ένα ανάλγητο «αξιακό σύστημα» με πυρήνα έναν καθημερινό «φτωχοδιάβολο» της βιοπάλης που καταφεύγει από ανάγκη επιβίωσης σε λαμογιές και δορυφόρους την εξουσία και τον κοινωνικό περίγυρο που τον συνθλίβουν, αφενός γιατί δεν υπακούει στα κατεστημένα αστικά πρότυπα «χαλώντας τους το τοπίο» κι αφετέρου γιατί συνιστά βολικό εξιλαστήριο θύμα για την ανάγκη κάθαρσης που εξαγνίζει τη βία, ξεπλένοντας ανομίες, αδικίες, αθλιότητες για να συνεχίσουν ανενόχλητα… Ο άξεστος σφαγέας γουρουνιών που βρωμά λίγδα και αίμα για να επιβιώσει οριακά περιφρονώντας τα καθωσπρέπει στερεότυπα με την μποέμικη, ελεύθερη ζωή του, δεν μπορεί παρά να είναι όχι απλά ύποπτος και απειλητικός για το σύστημα, αλλά ένοχος εγκλήματος χωρίς ανάγκη αποδείξεων και οφείλει να τιμωρηθεί μέχρι αφανισμού για να «καθαρίσει η μπόχα», καθώς οι μηχανισμοί θα τον «σφαγιάσουν» όπως αυτός τα γουρούνια του… Αγνοώντας ωστόσο την αυθεντική δύναμη μιας ψυχής βαθιά τρυφερής πίσω από την αναγκαστική αγριάδα, που έμαθε να μην υποτάσσεται στο άδικο, αφήνοντας γύρω του να φυτρώσουν οι άγριοι σπόροι του…
Ήταν μεγάλη ευλογία που τούτο το συγγραφικό διαμάντι ευτύχησε να σκηνοθετηθεί αριστοτεχνικά από την Σοφία Καραγιάννη, κερδίζοντας ακόμα μια βαθιά υπόκλιση στη σπάνια δεξιοτεχνία της! Αρκεί να πούμε ότι δύο συνεχείς ώρες μείναμε κυριολεκτικά καθηλωμένοι με όλο το «είναι» μας ευλαβικά προσηλωμένο σκηνή, κάτι που έχει πολύ – πολύ καιρό να μας συμβεί… Διότι η παράσταση που έστησε, σημειωτέον χωρίς θεαματικά μέσα ή εντυπωσιακά ευρήματα, διέθετε τόση εσωτερική δύναμη, αυθεντική αλήθεια και σκηνοθετική μαεστρία, που δεν μπορούσες να χάσεις ούτε λεπτό της, νιώθοντας να σε αγγίζει καταλυτικά κάθε λέξη, κίνηση, ήχος, βλέμμα…
Με ρεαλιστικό σκηνικό φόντο μια πλήρως λειτουργική καντίνα, τα μεταλλικά τραπεζάκια της κι ένα πρόχειρα περιφραγμένο «οικόπεδο» στην άκρη, κατάφερε με την κινησιολογία των ηρώων και ηχητικό τοπίο από παφλασμούς κυμάτων και γαυγίσματα σκύλων, να μεταφέρει ολοζώντανα την αίσθηση μιας ερημικής παραλίας σαν να καθόμασταν… στην άμμο της, ενώ η δυνατή έναρξη με το ωμό τελετουργικό της σφαγής του ζώου, έδωσε πλήρως εξ αρχής το αλληγορικό στίγμα για την ανθρώπινη «σφαγή» που θα ακολουθούσε… Η οποία εξελίχθηκε με υποδειγματικό ρυθμό και αγωνιώδη κορύφωση σε δραματικό κρεσέντο, διατηρώντας μέχρι τέλους με θαυμαστή δεξιοτεχνία, σταδιακές αποκαλύψεις κι ανατροπές το μυστήριο της αμφιβολίας, συνδυάζοντας παράλληλα χιούμορ και συναίσθημα, απόλυτη αληθοφάνεια στη λεπτομέρεια, ωμό ρεαλισμό και συμβολικές εικόνες σαν το «λουτρό κάθαρσης» της κόρης στον πατέρα, σπάνια αίσθηση «εκτεταμένης» δράσης πέραν των ορίων της σκηνής σαν να «βλέπαμε» ζωντανά τα αθέατα: τις έρευνες, το χοιροστάσιο, τους χωρικούς, την παραθέριση του Γερμανού, την αδιάφορη μάνα στην Αθήνα κλπ., ως κοινωνοί πολυπρόσωπης/ πολυσύνθετης δράσης σε βάθος χρόνου με αυθεντικότητα που μοιάζει επίτευγμα…
Πέραν τούτων θαυμάσαμε την απόδοση κομβικών στιγμών από το παρελθόν, τις αναμνήσεις ή τις μαρτυρικές καταθέσεις, με ευκρινείς αλλαγές φωτισμών που διαχώριζαν από το παρόν, ενώ θα χαρακτηρίζαμε συγκλονιστικές τις μουσικές επιλογές που έντυσαν σημεία κορύφωσης, καθώς και το εμβληματικό τραγούδι του Τσιτσάνη «Ο απόκληρος» που όχι μόνο οι στίχοι του απέδωσαν συμβολικά την πορεία του ήρωα, αλλά το λαϊκό άκουσμα σφράγισε εξαιρετικά εύστοχα την παρακμιακή ατμόσφαιρα… Όσο για το εκρηκτικό, δραματικό ξέσπασμα του φινάλε με καίριο συμβολισμό και σκηνική δύναμη που ανατριχιάζει, υπήρξε απλά το ιδανικότερο επιστέγασμα μιας σκηνοθεσίας- πρότυπο, που τα λόγια αδυνατούν προφανώς να μεταφέρουν την βιωμένη αίσθηση πληρότητας και το εύγε είναι λίγο…
Και βέβαια η επόμενη υπόκλιση ανήκει στις εκπληκτικές ερμηνείες, οι μόνες που άρμοζαν σε εγχείρημα παρόμοιου επιπέδου… Ξεκινώντας από τον κεντρικό ήρωα Ηλία Βαλάση, που δεν μπορούμε να φανταστούμε αρτιότερη ενσάρκωση ενός λαϊκού, άξεστου, σκληροτράχηλου, παρορμητικού, παθιασμένου μικροαπατεώνα με υπόγεια ευαισθησία, ατόφια αυθεντικότητα, λεβεντιά, ψυχικό σθένος… χαρακτηριστικά που απέδωσε «χειροπιαστά» με αξιοθαύμαστη λεπτομέρεια, πάθος, αλήθεια, δύναμη, υποδειγματική ισορροπία χωρίς ίχνος υπερβολής, αντίθετα με εντυπωσιακό αυτοέλεγχο, παρά την παγίδα της εκρηκτικής έντασης, σε έναν ρόλο – πρόκληση που δεν υποδύθηκε αλλά «ήταν» , βουτώντας με κάθε κύτταρο μέσα στο πετσί του…
Ο εξαιρετικός Δημήτρης Μαμιός στον ρόλο του αστυνόμου, ενός χαρακτήρα που εκπροσωπεί το εγχώριο εξουσιαστικό στερεότυπο αλλά εδώ με εσωτερική σύγκρουση λόγω φιλίας, κατάφερε να αναδείξει πειστικότατα αυτόν τον ανηλεή διχασμό ανάμεσα στο συναίσθημα, το ένστικτο δικαίου και το καθήκον υπακοής σε εντολές, που εν τέλει τον απογυμνώνει από τον μανδύα εξουσίας, καταλήγοντας θλιβερό, υποταγμένο ανθρωπάκι σε αντιδιαστολή με ένα ελεύθερο, ασυμβίβαστο «θηρίο» απέναντι στο άδικο… Η άψογα δουλεμένη ερμηνεία του με θαυμάσια σωματική έκφραση μεταξύ άλλων, ανέδειξε πληρέστατα την διχασμένη ψυχοσύνθεση και βαθύτερη τραγική διάσταση του ρόλου, ξεπερνώντας το περίγραμμα…
Τέλος η Ανθή Σαββάκη ως κόρη του ήρωα, που καλλιτεχνικά αγνοούσαμε, υπήρξε μια μεγάλη αποκάλυψη, διότι στην ερμηνεία της διακρίναμε τη στόφα μιας σπουδαίας ηθοποιού σε επίσης πολυσύνθετο απαιτητικό ρόλο, έχοντας να διαχειριστεί δικές της συναισθηματικές συγκρούσεις, για τη «λιγδιασμένη» μετέωρη ζωή που ακολουθεί από αγάπη στον πατέρα της, για τον κοινωνικό αποκλεισμό που βιώνει για χάρη του, την προκλητική αδικία, μια αμέτοχη μάνα, έναν προδομένο έρωτα, ένα αβέβαιο, μίζερο μέλλον… Παρά ταύτα ο δυναμισμός της- ως «άγριος σπόρος» του πατέρα- κυριαρχεί, συνδυάζοντας στην φυσικότατη ερμηνεία της περίσσεια ενέργεια, νεύρο, αυτοπεποίθηση, τσαγανό, εντυπωσιακή αληθοφάνεια στο παραμικρό, συνάμα με «ρωγμές» τρυφερής ευαισθησίας…
Δύο μόνο μικρές παρατηρήσεις (-) θα σημειώσουμε χάριν της δεοντολογίας… ότι πριν το τελικό συγκλονιστικό φινάλε, προηγήθηκαν ένα-δυο στιγμιότυπα που προϊδέαζαν παραπλανητικά για λήξη, κάτι που ελαφρώς αποδυναμώνει τη ροή της κορύφωσης… και το δεύτερο που αφορά μάλλον στον χώρο και όχι τους ηθοποιούς, είναι ότι πρέπει να προσέξουν την ηχοληψία γιατί πάλι χάναμε λέξεις όπως και σε προηγούμενη παράσταση…
Εν κατακλείδι (=) το μόνο που μένει να προσθέσουμε είναι ότι παρόμοια παράσταση με θεατρική πληρότητα που σπάνια αξιωνόμαστε ως σπουδαία εμπειρία, ΔΕΝ χάνεται επουδενί και η ανάγκη να επανέλθει είναι παραπάνω από επιτακτική!
Βαθμολογία: 8,1/10













