Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος πέθανε στα 96 του χρόνια, έζησε μια γεμάτη ζωή η οποία σφραγίστηκε από ένα μεγάλο έρωτα.

Φωτογραφικό υλικό
Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος πέθανε στα 96 του χρόνια, έζησε μια γεμάτη ζωή η οποία σφραγίστηκε από ένα μεγάλο έρωτα.

Σαν σήμερα στις 5 Σεπτεμβρίου του 1946 γεννήθηκε ο μεγάλος τραγουδιστής και frontman των Queen Φρέντι Μέρκιουρι.
«Θα είναι τόσο βαρετά να είσαι 70 ετών. Έχω ζήσει μία γεμάτη ζωή και αν αύριο πέθαινα, δεν θα έδινα δεκάρα». Αυτά έλεγε το 1987, σε μια συνέντευξή του ο Βρετανός τραγουδιστής των Queen, Φρέντι Μέρκιουρι, ένας από τους πιο ταλαντούχους μουσικούς του πλανήτη και μια εκκεντρική προσωπικότητα του κόσμου της μουσικής με μαγνητική παρουσία επάνω στη σκηνή.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 24 Νοεμβρίου του 1991 θα έφευγε από τη ζωή νικημένος από το AIDS. Ο άνθρωπος που θεωρείται από πολλούς ο πιο χαρισματικός τραγουδιστής όλων των εποχών μόλις την προηγούμενη μέρα είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους που είχαν κατασκηνώσει έξω από το σπίτι του στο Κένσιγκτον ότι έπασχε από Έιτζ, κάτι που ψιθύριζαν όλοι, αλλά ο Μέρκιουρι διέψευδε για χρόνια. Λίγες μέρες νωρίτερα το συγκρότημά του, οι Queen, είχαν κυκλοφορήσει τον τελευταίο τους δίσκο «Innuendo». Το «The show must go on» είναι ένα τραγούδι για αυτόν αν και κανείς δεν πίστευε ότι θα καταφέρει να το ερμηνεύσει στην επώδυνη κατάσταση.
Ο Φρέντι Μέρκιουρι (Freddie Mercury) γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1946 στη Ζανζιβάρη της Τανζανίας. Ήταν περσικής καταγωγής και το πραγματικό του όνομα ήταν Φαρόκ Μπουλσάρα. Ως μουσικός κατατάσσεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες φωνές της ροκ, αλλά και ως σόουμαν ξεχώριζε, καταφέρνοντας να συνδυάζει θεατρικότητα, υπερβολή και ταλέντο.
Ξεκίνησε την περιπέτειά του στη μουσική από τα εφηβικά του χρόνια, με το πενταμελές συγκρότημα Hectics στο κολέγιο της Βομβάης, όπου ήταν έγκλειστος. Εκεί, οι φίλοι του τού απέδωσαν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Φρέντι, με το οποίο πορεύτηκε στην υπόλοιπη ζωή του.
Μετά την ίδρυση των Queen, ο Φρέντι Μέρκιουρι συνέθεσε πολλές από τις μεγάλες επιτυχίες του συγκροτήματος, όπως το «Somebody to Love», τον γηπεδικό ύμνο We Are the Champions και το οπερατικό Bohemian Rhapsody, για πολλούς η κορυφαία συνθετική του δημιουργία, που παρέμεινε στην κορυφή των καταλόγων επιτυχιών στη Μ. Βρετανία για τουλάχιστον 9 εβδομάδες.
Η σόλο καριέρα του Φρέντι Μέρκιουρι ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Πριν, όμως, κυκλοφορήσει το πρώτο του σόλο άλμπουμ, είχε εμφανιστεί με το όνομα Λάρι Λιούρεξ, ηχογραφώντας μια εκτέλεση του I Can Hear Music που πρώτοι είχαν πει οι Beach Boys.
Το 1990 επέστρεψε στο στούντιο, αυτήν τη φορά για να ηχογραφήσει μαζί με τους Queen το άλμπουμ Innuendo, το τελευταίο πριν αποσυρθεί από τη δισκογραφία.
Λίγους μήνες αργότερα, οι γιατροί ανακοίνωσαν πως ο Φρέντι Μέρκιουρι έπασχε από τον ιό του AIDS. Σαράντα οκτώ ώρες μετά, στις 24 Νοεμβρίου του 1991, έχασε τη μάχη για τη ζωή.

Άρρωστος ήδη από το 1987, καταβεβλημένος και ζώντας με ένα στενό κύκλο φίλων του ο Μέρκιουρι έχει αφήσει πίσω του τα πάρτι του έχουν μείνει στην ιστορία, με τσάρτερ πτήσεις να μεταφέρουν τους φίλους του από όλο τον κόσμο, με ναρκωτικά και κάθε μορφής εκκεντρικότητες: νάνους καλυμένους με σούσι, μπαλαρίνες και τρανσέξουαλ, χορευτές φλαμένγκο και δεκάδες διάσημους. Τα πάρτι του ήταν μια μεγάλη παράσταση όμως η μεγαλύτερη ήταν η απόφαση σε μια εποχή που το AIDS ήταν ντροπή να μιλήσει δημοσίως για την ασθένειά του που θέριζε κυριολεκτικά τον κόσμο των γκέι και θεωρούνταν μίασμα της εποχής. Σε μια εποχή με πολύ λίγη γνώση και φάρμακα για την ασθένεια που θεωρείτο κοινωνικό πρωτίστως στίγμα, ο Μέρκιουρι αποφάσισε να δημοσιοποιήσει την κατάσταση της υγείας του για να αφυπνίσει τον κόσμο. Πρόλαβε και το έπραξε μια μόλις μέρα πριν από τον θάνατό του.
Ο Φρέντι Μέρκιουρι άφησε στην πρώην φίλη του Μαίρη, η οποία είχε αφοσιωθεί στην περίθαλψή του, το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου του, περισσότερα από 10 εκατομμύρια δολάρια, καθώς και το μεγάλο μέγαρό του. Η μητέρα του ενέκρινε την απόφασή του, δηλώνοντας ότι η πρώην σύντροφος του ήταν μέλος αυτού που θεωρούσε οικογένεια. Τα επόμενα χρόνια, η Μαίρη ίδρυσε το Mercury Phoenix Trust, Φιλανθρωπική οργάνωση που καταπολεμά τον ιό HIV και το AIDS παγκοσμίως.
Ο θάνατός του κινητοποίησε την παγκόσμια κοινή γνώμη και άρχισε εκστρατεία ενημέρωσης με υποψιασμένους πλέον τους πολίτες, που μέχρι τότε έδειχναν αδιαφορία για τις συμβουλές των γιατρών….






Με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας η μουσική του Θεοδωράκη απαγορεύθηκε και ο ίδιος, μετά από τέσσερις μήνες καταδίωξης, συνελήφθη – Ο συνθέτης ήταν πάντα ανοιχτός στο να περάσει το έργο του στις επόμενες γενιές μέσα από νέες ερμηνείες
Μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη «γεννήθηκαν» και «ανδρώθηκαν» κάποιες από τις μεγαλύτερες φωνές που έβγαλε αυτός ο τόπος.
Ο συνθέτης ήξερε πολύ καλά τί θέλει από έναν ερμηνευτή και πώς να του το εκμαιεύσει. Ήταν λοιπόν εκείνος που ανακάλυψε και σύστησε στο ευρύ κοινό νέες φωνές που έμελλε να σημαδέψουν με τις ερμηνείες τους την ελληνική μουσική και αυτός που χάρισε καταξίωση σε ήδη δημοφιλές ερμηνευτές της εποχής ενώ δεν σταμάτησε ποτέ να δίνει την ευκαιρία σε τραγουδιστές της νέας γενιάς να δοκιμαστούν στην δική του, υψηλή μουσική τέχνη.
Η ελληνική μουσική, το τραγούδι της χώρας μας, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, δεν θα ήταν οι ίδιες χωρίς τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. «Η συλλογική φωνή της Ελλάδας» είχε πει κάποτε ο Μίκης και μέσα σε αυτή τη μεστή νοημάτων φράση έκλεισε τα πάντα: την ποιότητα, το ύφος και το ήθος. Την ένταση, την έκταση, τον χρωματισμό. Την απόδοση της μουσικής και του λόγου. Πράγματι. Το τραγούδι άλλαξε ριζικά όταν ακούστηκε η φωνή του Μπιθικώτση στον στίχο του Γιάννη Ρίτσου από τον «Επιτάφιο»: «άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης». Και να φανταστεί κανείς ότι στην αρχή, ο Χιώτης και ο Μπιθικώτσης, σαν μικρά παιδιά, κορόιδευαν τους στίχους…

Ο Επιτάφιος κυκλοφόρησε μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων του ’60. Ύστερα έρχεται η σειρά του «Άξιον Εστί». Τόσα χρόνια και τόσες εκτελέσεις του έργου μετά, είναι πλέον βέβαιο ότι κανένας δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει καλύτερα τα λαϊκά τραγούδια του έργου.Η «Ρωμιοσύνη» είναι η τρίτη μεγάλη μελοποίηση ποιήματος από τον Μίκη Θεοδωράκη. Η αντρίκεια, δωρική φωνή του Μπιθικώτση θα τραγουδήσει και πάλι τους καημούς και τις ελπίδες της φυλής, θα αγαπηθεί από όλη την Αριστερά, από όλη την Ελλάδα.
Η Μαρία Φαραντούρη έχει κατακτήσει τον τίτλο της ιδανικής ερμηνεύτριας του Μίκη Θεοδωράκη. Ο συνθέτης την άκουσε για πρώτη φορά σε μια εκδήλωση του ΣΦΕΜ, το 1963, να τραγουδά ένα δικό του τραγούδι, τον Καημό. Ήταν τόσο βαθιά η εντύπωση, που του προκάλεσε η νεαρή τραγουδίστρια, ώστε στο τέλος της συναυλίας τη συνάντησε στα παρασκήνια και της είπε: «Το ξέρεις ότι έχεις γεννηθεί για να τραγουδάς τα τραγούδια μου;». «Το ξέρω», ήταν η άμεση απάντηση της δεκαεξάχρονης Μαρίας. Και από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε μια ισόβια καλλιτεχνική σχέση.

Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, με την παύση του σχολείου για τις θερινές διακοπές, η Μαρία αποτέλεσε μέλος του γκρουπ Θεοδωράκη. Το 1965 και ενώ συνεργάζονταν ήδη στενά, την κάλεσε ο συνθέτης στο σπίτι του και της έπαιξε στο πιάνο το πρώτο έργο που είχε γράψει ειδικά για εκείνην: τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, σε ποίηση Ιάκωβου Καμπανέλλη, έργο που ταυτίστηκε όσο κανένα άλλο με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη, κάνοντας τον γύρο του κόσμου. Πολύ σύντομα, ο συνθέτης της έγραψε και έξι τραγούδια, τα οποία ονόμασε Κύκλο Φαραντούρη, τιμώντας ήδη από τόσο νεαρή ηλικία αυτήν που επρόκειτο να γίνει η κύρια ερμηνεύτρια του – η ιέρεια του!
Με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας η μουσική του Θεοδωράκη απαγορεύθηκε και ο ίδιος, μετά από τέσσερις μήνες καταδίωξης, συνελήφθη. Ενωρίτερα, σ’ ένα χαρτάκι από μαστίχα, είχε προλάβει να στείλει κρυφά στη Μαρία ένα σύντομο μήνυμα, με το οποίο την συμβούλευε να φύγει για το εξωτερικό. Ήταν μόλις 20 ετών, όταν εγκατέλειψε την Αθήνα για το Παρίσι, και έκανε αυτό που θεωρούσε αυτονόητο: τραγουδούσε αφιλοκερδώς σε πλήθος συναυλιών, τα έσοδα των οποίων διοχετεύονταν στην αντιδικτατορική δράση. Με τις συναυλίες της στην Ευρώπη και την Αμερική, καθώς και με ηχογραφήσεις της κράτησε ζωντανή τη μουσική του Θεοδωράκη.
Με την πτώση της χούντας ο Μίκης Θεοδωράκης και η Μαρία Φαραντούρη επέστρεψαν στην Ελλάδα, όπου έδωσαν στιγμές έντονης συγκίνησης στο ελληνικό κοινό. Εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδες ήταν μόνον όσοι παρακολούθησαν το Canto General του Θεοδωράκη στο Στάδιο Καραϊσκάκη. Ένα έργο που η Μαρία με τον Πέτρο Πανδή σφράγισαν με την ερμηνεία τους. Και η σχέση αυτή δεν σταμάτησε ποτέ…

Πνευματικό παιδί του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και ένας από τους ερμηνευτές που συνδέθηκαν άρρηκτα με το έργο του ήταν και ο Αντώνης Καλογιάννης. Ο ίδιος ο συνθέτης τον ανακάλυψε τυχαία όταν τον άκουσε να τραγουδά σε ένα μαγαζί που εργαζόταν ως τσαγκάρης. Τον πήρε μαζί στις πρώτες του συναυλίες στην τότε Σοβιετική Ένωση. Κατά την διάρκεια της δικτατορίας έφτιαξε μαζί με την Μαρία Φαραντούρη μια ορχήστρα και συμμετείχε ενεργά στον αγώνα για την ελευθερία δίνοντας εκατοντάδες συναυλίες σε Ευρώπη Αμερική και Αυστραλία, με τα πολιτικά τραγούδια του Μίκη. Η φωνή του Καλογιάννη συνδέθηκε και με σημαντικά έργα του ρεπερτορίου του συνθέτη όπως τα «Πνευματικό Εμβατήριο», «Κατάσταση Πολιορκίας» και «Ήλιος και Χρόνος / Επιφάνεια Αβέρωφ».

«Ήταν για μένα όνειρο να συνεργαστώ με τον Μανώλη Χιώτη. Ότι έκαναν τώρα οι καινούργιοι μ’ όλα τα μηχανήματα δεν έφθασαν στο ύψος εκείνων των ηχογραφήσεων, που οφείλονται, εν πολλοίς, και εις τον Χιώτη. Και εκεί ακριβώς φάνηκε η άλλη πλευρά του Χιώτη. Ένας Χιώτης που μπορούσε να κάνει ο,τιδήποτε στη μουσική»: τα παραπάνω είχε δηλώσει ο Μίκης Θεοδωράκης για τον «μάγο» του μπουζουκιού ο οποίος έπαιξε μαζί του στον «Επιτάφιο».
Και ο Γιώργος Νταλάρας όμως συνέδεσε ένα σημαντικό κομμάτι της καλλιτεχνικής του πορείας με το έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Οι δυο τους συνεργάστηκαν για πρώτη φορά δισκογραφικά το 1974 στα «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας. Δύο χρόνια αργότερα θα ηχογραφήσουν τα τραγούδια ««Κόκκινο Τριαντάφυλλο» και «Εκείνος ήταν μόνος» στη μνήμη του Αλέκου Παναγούλη για να ξανασυναντηθούν το 1981 στις ηχογραφήσεις του δίσκου «Ραντάρ». Παράλληλα ο Γιώργος Νταλάρας ερμήνευσε και ηχογράφησε το «Άξιον Εστί» αλλά και τη «Ρωμιοσύνη», ένα έργο που επανεκτελέστηκε μετά από 40 ολόκληρα χρόνια, και πολλά ακόμη τραγούδια του συνθέτη.

Τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη ερμήνευσαν στην δισκογραφία και πολλοί ακόμη σημαντικοί ερμηνευτές. Μεταξύ αυτών η Μαρία Δημητριάδη, ο Πέτρος Πανδής, η Ντόρα Γιαννακοπούλου, ο Μανώλης Μητσιάς, ο Δημήτρης Μητροπάνος, ο Γιάννης Πάριος κ.α.
Ο συνθέτης μάλιστα ήταν πάντα ανοιχτός στο να περάσει το έργο του στις επόμενες γενιές μέσα από νέες ερμηνείες όπως αυτές των Μάριου Φραγκούλη Γιάννη Κότσιρα, Δημήτρη Μπάση, Αλκίνοου Ιωαννίδη, Σωκράτη Μάλαμα, Γιάννη Χαρούλη, Φωτεινής Δάρρα κ.α. Ο Μίκης ήθελε να ακούγεται η μουσική του, να μαθαίνουν τα νέα παιδιά τα τραγούδια του. Γι’ αυτό και τα τελευταία χρόνια έδωσε την άδεια να τον τραγουδήσουν νέοι δημοφιλείς ερμηνευτές, όπως ο Αντώνης Ρέμος, η Πέγκυ Ζήνα ακόμη και ο Σάκης Ρουβάς απόφαση με την οποία αρκετοί διαφώνησαν.
Παράλληλα όμως ο Μίκης Θεοδωράκης τραγουδήθηκε και από κορυφαίες φωνές της διεθνούς μουσικής σκηνής. Οι θρυλικοί Beatles τραγούδησαν στα αγγλικά το υπέροχο «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου», η Edith Piaf την «Όμορφη Πόλη», η Shirley Bassey «Το Γελαστό Παιδί», η Dalida «To τρένο φεύγει στις 8».
Πέρασαν 30 χρόνια από τον θάνατο του… ιδιοφυούς κινηματογραφιστή – Πώς ένα παιδί φτωχών μεταναστών από το Παλέρμο κατάφερε να κατακτήσει το Χόλιγουντ
Ο Φρανκ Κάπρα, δεν είναι απλώς ένας ξεχωριστός μάστορας της σκηνοθεσίας, που διέπρεψε στο Χόλιγουντ, ειδικά τις δεκαετίες του ‘30 και ‘40. Ήταν ένας ιδιοφυής κινηματογραφιστής, που γύρισε ορισμένες από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, ανάμεσά τους και τις φημισμένες “Μια Υπέροχη Ζωή”, “Ο κ. Σμιθ Πάει στην Ουάσινγκτον” και “Δεν θα τα Πάρεις Μαζί σου”. Το έργο του θα αποτελέσει ένα από τα βασικότερα μαθήματα σκηνοθεσίας για τους νεότερους σημαντικούς δημιουργούς, θα τιμηθεί με τρία Όσκαρ -θα μπορούσε να είχε πάρει ομολογουμένως περισσότερα- και θα χαρακτηριστεί ως ο πατέρας της σκρούμπολ κωμωδίας. Ενός κινηματογραφικού είδους που συνδυάζει την κομεντί με την πνευματώδη κωμωδία, τους εύστροφους σπιρτόζικους διαλόγους, σε ξέφρενους ανατρεπτικούς ρυθμούς, που τίμησαν και άλλοι σπουδαίοι κινηματογραφιστές της εποχής του.
Σήμερα, ο Κάπρα, για λόγους που δεν είναι της ώρας να εξηγηθούν, δεν έχει την αναγνώριση που του πρέπει -ειδικά στους νεότερους- και οι ταινίες του μπορεί να είναι γνωστές σε πάρα πολλούς, είναι, όμως, οι ταινίες των πρωταγωνιστών τους, καθώς είχε καταφέρει να αναδείξει και το ταλέντο ηθοποιών, όπως των Τζέιμς Στιούαρτ, Γκάρι Κούπερ, Κλαρκ Γκέιμπλ, Κλοντέτ Κολμπέρ, Μπάρμπαρα Στάνγουικ, Τζιν Άρθουρ.
Με αφορμή τα 30 χρόνια από τον θάνατό του (3 Σεπτεμβρίου 1991), είναι ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα ποιος ήταν τελικά αυτός ο Φρανκ Κάπρα, γιατί οι ταινίες του ακόμη και σήμερα αποτελούν σημείο αναφοράς στον κινηματογράφο, πώς ένα παιδί φτωχών μεταναστών από το Παλέρμο τα κατάφερε, αλλά και πώς ένας συντηρητικός ρεπουμπλικάνος έκανε ταινίες που στην εποχή τους χαρακτηρίστηκαν “κομμουνιστικές”.

Μια “τεράστια κυρία” και το αμερικάνικο όνειρο
Ο Φρανκ Κάπρα, όταν έφτασε το 1903, μετά από ένα δύσκολο πολυήμερο ταξίδι με το πλοίο, στη Νέα Υόρκη, μαζί με τους γονείς του, εγκαταλείποντας το Παλέρμο στο οποίο είχε γεννηθεί πριν έξι χρόνια (18 Μαΐου 1897), θα μείνει εντυπωσιασμένος από την έκπληξη του πατέρα του όταν είδε το άγαλμα της “τεράστιας κυρίας”, το σύμβολο της ελευθερίας. Κάτι που τον επηρέασε καθοριστικά στη ζωή του και στην τέχνη του, ένιωσε την υποχρέωση να πιστέψει στο “αμερικάνικο όνειρο”, αλλά και να παλέψει με το έργο του για να μην εξελιχθεί σε αυτό που τελικά δεν μπόρεσε να αποφύγει, δηλαδή να μεταβληθεί σε εφιάλτη για εκατομμύρια ανθρώπους. Άλλωστε, πρόλαβε να ζήσει τους δυο Μεγάλους Πολέμους το κραχ του 1929 και τον Ψυχρό Πόλεμο…
Η φτώχεια και το πόκερ
Έζησε, όμως, και τη φτώχεια, καθώς τα παιδικά του χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο ανατολικό Λος Άντζελες, εκεί που τώρα είναι η Τσάιναταουν, ένα ιταλικό γκέτο, που του άφησε τραυματικές εμπειρίες. Η φτώχεια δεν του επέτρεπε να πάει σχολείο, αλλά αυτός μοιράζοντας εφημερίδες, κατάφερε να βγάλει το γυμνάσιο και στη συνέχεια, κόντρα στους γονείς του, να σπουδάσει κάνοντας διάφορες δουλειές, όχι όμως και του πατέρα του, που δούλευε σε αγροτικές εργασίες. Μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας, βρέθηκε ανάμεσα σε χιλιάδες άνεργους διπλωματούχους. Απογοητεύτηκε και άρχισε να περιπλανιέται σε όλη την Αμερική, ταξιδεύοντας λαθραία, κάνοντας δουλειές του ποδαριού ή παίζοντας πόκερ.
Γκάγκμαν
Το 1921, έναν αιώνα πριν, ο Κάπρα, τελείως άφραγκος, γνωρίζει τον σαιξπηρικό ηθοποιό Γουόλτερ Μόνταγκιου, ο οποίος δεν ήξερε τίποτα από κινηματογράφο. Ο Κάπρα τον έπεισε να γυρίσουν μία μικρού μήκους ταινία, που θα καταπλήξει τους κριτικούς. Αυτό ήταν. Το είχε πάρει απόφαση ότι θα ασχοληθεί με τον κινηματογράφο. Η πρώτη του δουλειά στο Χόλιγουντ ήταν αυτή του γκάγκμαν, του ανθρώπου που έβρισκε τα αστεία της ταινίας.
Από σύμπτωση θα βρεθεί στην Κολούμπια, μια ασήμαντη εταιρία παραγωγής εκείνη την εποχή, που διεύθυνε, ένας μισάνθρωπος, ο Χάρι Κον. Στο γύρισμα της εποχής, δηλαδή από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο, οι σπουδές του στη μηχανική και η φήμη που απέκτησε ότι μπορούσε να λύσει πολλά τεχνικά προβλήματα τον έκαναν περιζήτητο από τα μεγαλύτερα στούντιο.
Συνέβη Μια Νύχτα
Το 1933, ο Κάπρα παρουσίασε στον Χάρι Κον το σενάριο του κλασικού “Συνέβη Μια Νύχτα”, αλλά κανένας γνωστός ηθοποιός δεν δέχθηκε να το παίξει. Μία συγκυρία, όμως, θα φέρει τον Κλαρκ Γκέιμπλ, που ήταν σε προστριβές με τον Μάγιερ της MGM και την Κλοντέτ Κολμπέρ στο πιάτο του Κάπρα για πρωταγωνιστές. Έτσι, μέσα σε ένα μήνα, το χρονικό περιθώριο που του είχαν δώσει, γύρισε την ταινία και τον επόμενο χρόνο κέρδισε τα πέντε βασικά Όσκαρ (ανάμεσά τους και αυτά της σκηνοθεσίας και σεναρίου), κάτι πρωτόγνωρο για την εποχή. Ένας θρίαμβος, που όχι μόνο θα αλλάξει την πορεία του Κάπρα και της Κολούμπια, η οποία θα ενταχθεί στα μεγάλα στούντιο, αλλά και όλη την κινηματογραφική ιστορία, καθώς έχουμε το πρώτο δείγμα της σοφιστικέ (σκρούμπολ) κωμωδίας και την εδραίωσή της ως ένα αγαπημένο κινηματογραφικό είδος, αλλά τόσο απαιτητικό που με το πέρασμα του χρόνου σχεδόν εξαφανίστηκε.
Όσκαρ, αριστουργήματα και Παλιά Δαντέλα
Από κει και πέρα, η πορεία του ήταν γεμάτη τεράστιες καλλιτεχνικές επιτυχίες. Πρωτοπόρος, ρηξικέλευθος, υπηρετώντας τις ηθικές αρχές του, με το χάρισμα της μοναδικής αφήγησης, την απλότητα και το ευφυές σκηνοθετικό του ταλέντο, θα γυρίσει γνήσια λαϊκές ταινίες, που θα αγαπηθούν από το κοινό, την κριτική και κυρίως μεγάλους σκηνοθέτες -από Ντέιβιντ Λιν και Τζον Φορντ έως Κασσαβέτη και Σπίλμπεργκ. Μερικές απ’ τις σημαντικότερες δημιουργίες του είναι “Ο Πρίγκιπας των Δολαρίων” (1936 και δεύτερο Όσκαρ σκηνοθεσίας) με Γκάρι Κούπερ και Τζιν Άρθουρ, “Χαμένος Ορίζοντας” (1937), “Δεν θα τα Πάρεις Μαζί σου” (1938 και το τρίτο Όσκαρ), με Τζίμι Στιούαρτ και Τζιν Άρθουρ, “Ο Λαός Προστάζει” (1941), με Γκάρι Κούπερ και Μπάρμπαρα Στάνγουικ, “Αρσενικό και Παλιά Δαντέλα” (1943) με Κάρι Γκραντ…
Στη μάχη
Ο Κάπρα, αν και βρισκόταν στην ακμή του, θα τα παρατήσει όλα για να πάει να πολεμήσει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά οι στρατηγοί θα προτιμήσουν να τον χρησιμοποιήσουν σε αυτό που ήξερε καλύτερα. Να γυρίσει μια σειρά ντοκιμαντέρ “Γιατί Πολεμάμε”, αλλά και το εξαιρετικό ηρωικό πολεμικό δράμα “Η Μάχη της Ρωσίας” στο οποίο συνεργάστηκε με τον Ανατόλ Λίτβακ.
Μια Υπέροχη Ζωή
Αμέσως μετά τη λήξη του Πολέμου, θα γυρίσει την πιο γνωστή του ταινία την αριστουργηματική “Μια Υπέροχη Ζωή”, που μάλλον δύσκολα θα βρεις κάποιον να μην την έχει δει. Μια ταινία που στην εποχή της υποτιμήθηκε, δεν κέρδισε ούτε ένα από τα πέντε Όσκαρ που προτάθηκε, κατηγορήθηκε για “κομμουνιστική”, καθώς έβαζε στο στόχαστρό της τον καπιταλισμό και τη νέα θρησκεία του χρήματος, (με έναν εκπληκτικό Μπάριμορ στο ρόλο του απάνθρωπου τραπεζίτη), ενώ πρότεινε ως μοναδική λύση, τον αγώνα, την αλληλεγγύη, τη συμπόνια, την ανθρωπιά. Και βεβαίως χάρισε στον φίλο του Τζίμι Στιούαρτ έναν από τους τέσσερις πέντε ρόλους της ζωής του. Ένα ασύλληπτης έμπνευσης φιλμ, γεμάτη με σκηνές για ανθολόγιο, απίστευτους διαλόγους κι ένα αφηγηματικό μεγαλείο.
Η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη και παρά τη δημιουργία ορισμένων εξαιρετικών ταινιών (“Η Κόμισσα και ο Γκάνγκστερ” με την Μπέτι Ντέιβις) θα βρεθεί στο περιθώριο, θα εναντιωθεί στον πόλεμο του Βιετνάμ, ξεπερνώντας προκαταλήψεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις και θα μείνει με τις μνήμες θριάμβου, αλλά και το σεβασμό των νεότερων συναδέλφων του.
Ο Φρανκ Κάπρα θα πεθάνει από έμφραγμα, σε βαθύ γήρας, θα αφήσει πίσω του ένα αξεπέραστο έργο, ένα μεγαλείο λαϊκού πολιτισμού και απλότητας- αλλά και μιας Αμερικής που είχε μόνο στο μυαλό του. Και όπως πολύ σωστά είχε πει και ο μελετητής του έργου του Τζον Κασσαβέτης: «Ίσως δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά η Αμερική, ήταν μόνο ο Φρανκ Κάπρα»…
Με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου, φωτογραφήθηκε με ένα στεφάνι από λουλούδια στο κεφάλι του, ενώ φαίνεται ότι βρίσκεται σε προχωρημένη… εγκυμοσύνη
Ο Lil Nas X περιμένει την κυκλοφορία του άλμπουμ του «Montero». Με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου, που θα γίνει στις 17 Σεπτεμβρίου, ο τραγουδιστής φωτογραφήθηκε με ένα στεφάνι από λουλούδια στο κεφάλι του, ενώ φαίνεται ότι βρίσκεται σε προχωρημένη… εγκυμοσύνη.
Ο Lil Nas X δήλωσε στο περιοδικό People ότι του ήρθε η ιδέα να κάνει τη συγκεκριμένη φωτογράφιση, αφού άκουσε το τραγούδι «Dolla Sign Slime» που περιλαμβάνεται στο νέο του άλμπουμ.
«Είπα: “Θεέ μου, αυτό είναι καταπληκτικό”», οπότε, όπως λέει, κάλεσε τον στυλίστα του, ο οποίος συμφώνησε ότι όλα συνδυάζονται μεταξύ τους και πως το νέο άλμπουμ του καλλιτέχνη είναι το μωρό του και του πρότεινε να κάνει μία φωτογράφιση ως έγκυος.

Ο τραγουδιστής δήλωσε ακόμα για το νέο του άλμπουμ πως «είμαι ο πατέρα και η μητέρα του. Αλλά υποθέτω ότι και οι παραγωγοί που το δούλεψαν είναι κι αυτοί σαν μπαμπάδες ή ίσως θείοι».
Το Montero δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό τον τελευταίο χρόνο κατά τη διάρκεια του lockdown. Η δημιουργία του, είπε ο Lil Nas X στο Twitter την περασμένη εβδομάδα, ήταν «θεραπευτική».
«Έχω αλλάξει με πολλούς τρόπους», δήλωσε. «Έχω αλλάξει τον τρόπο που αντιμετωπίζω πολλές καταστάσεις, τον τρόπο που διαχειρίζομαι τη θλίψη και το θυμό μου και απλά καταλαβαίνω ότι δεν χρειάζεται να αντιδράσω στα συναισθήματα με συγκεκριμένους τρόπους. Δεν μπορώ να επιλέξω πώς νιώθω, αλλά μπορώ να επιλέξω πώς θα αντιδράσω. Έχω μάθει να αφήνω τα σχόλια των ανθρώπων να κυλούν πίσω μου».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ








