Απο την Ιωάννα Δούνδη


Φωτογραφικό υλικό
Απο την Ιωάννα Δούνδη





Ο Γιώργος Σκούρτης πρωτοεμφανίστηκε το 1970 στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν με το θεατρικό έργο «Οι νταντάδες», ένα έργο-σταθμό της σύγχρονης δραματουργίας μας. Ακολούθησαν: Οι μουσικοί, Οι εκτελεστές, Οι ηθοποιοί, Κομμάτια και θρύψαλα, Ο Καραγκιόζης παρά λίγο Βεζύρης, Απεργία, Το θρίλερ του έρωτα, η άπαιχτη ακόμα Ιστορική τριλογία (Η δίκη του Σωκράτη, Η κωμωδία του βασιλιά Ιουγούρθα, Υπόθεση Κ.Κ.), Εφιάλτες και πολλά άλλα, γραμμένα σε μια πρωτόφαντη για το ελληνικό ρεπερτόριο σκληρή και συνάμα αποκαλυπτική γλώσσα, με πολύ χιούμορ, προσωπικές και συλλογικές τραγωδίες.
Τα έργα αυτά, μαζί με τα πεζογραφήματά του (Mπάρμπα-Tζωρτζ, Αυτά κι άλλα πολλά, Ιστορίες με πολλά στρας, Το χειρόγραφο της Ρωξάνης, Το συμπόσιο της Σελήνης, Πήδημα Θανάτου, Ο Κίλερ, Αυτός ο μπάτσος), δημιούργησαν «τομή» στο ελληνικό θεατρικό και το λογοτεχνικό πεδίο, επηρεάζοντας τους νεότερους συγγραφείς, με το καινούργιο ήθος και ύφος γραφής.
Τα θέματα του Γιώργου Σκούρτη έχουν να κάνουν με το «δίδυμο» Πολίτης-Εξουσία, με ξεκάθαρο το στοιχείο της κοινωνικοπολιτικής καταγγελίας, αλλά και την ψυχολογική εμβάθυνση στις διαπροσωπικές σχέσεις και τις υπαρξιακές αγωνίες του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου ανθρώπου.
Τα δύο -μικρά, αλλά πολυδιαβασμένα- βιβλία του Εκποίηση, και Νύχταθλο, είναι μια «εκ βαθέων» καταγραφή στίχων, ερωτικών σπαραγμάτων και νυχτερινών κατανύξεων. Ο Γιώργος Σκούρτης αφήνει έναν γιο από τον γάμο του με την ποιήτρια και ηθοποιό Αγγελική Ελευθερίου, αδελφή του Μάνου Ελευθερίου.
Για το πότε ένα έργο θεωρείται διαχρονικό
Όταν προσφέρει απόλαυση και γνώση στον, κάθε φορά συγκεκριμένο, αναγνώστη όποτε κι αν έχει γραφτεί. Εξαρτάται και από τη διάθεση και από τα γνωστικά ενδιαφέροντα της στιγμής. Κι αυτό γίνεται αντιληπτό απ’ τις πρώτες 10-20 σελίδες. Εγώ ως αναγνώστης έτσι αντιδρώ. Αν δεν με ρουφήξει το βιβλίο το πετάω, το χαρίζω. Ίσως κάποια άλλη στιγμή… Ήμουν πάντα φανατικός αναγνώστης «εξωσχολικών» κι όχι των άλλων που τους έριχνα μια γρήγορη ματιά και τ’ άφηνα. Δεν διαβάζω «υποχρεωτικά» ένα βιβλίο, ακόμη κι αν θεωρείται κλασικό ή σπουδαίο.
Για τη νέα γενιά
Απ’ την Ιστορία δεν γλιτώνει κανείς. Αυτά που κι εμείς τα είχαμε, αλλά σήμερα σε μεγαλύτερο βαθμό – βλακεία, αμορφωσιά, απομόνωση στο Ίντερνετ και στα κινητά, αταλαντοσύνη, αγαμία, αφραγκία, απελπισία. Η χειρότερη γενιά. Και βέβαια, όλ’ αυτά και άλλα αρνητικά, τα εννοώ ως αποτέλεσμα του Μεγάλου Αδελφού. Ο καπιταλισμός είναι πανούργος κι αδυσώπητος. Για ποια νέα γενιά μιλάμε; Την ελληνική, την αμερικάνικη, την κινέζικη, τη νιγηριανή, τη βραζιλιάνικη; Όλες ίδιες είναι. Βλέπεις ντοκιμαντέρ απ’ τα βάθη της ζούγκλας, απ’ τις φαβέλες ως την Αρκτική κι όλοι με το κινητό στο χέρι, μπλουζάκια με λογότυπο μονοπωλίων, τηλεόραση και μπροστά της μια ολόκληρη φυλή να παρακολουθεί σαπουνόπερες και μαγειρικές και επιδείξεις μόδας και σφαγές, γενοκτονίες, τον όλεθρο της ανθρωπότητας. Και ταυτόχρονα αντιδρούν ή επαναστατούν ή τρομοκρατούν τον καπιταλισμό! Σε κάθε εκπομπή της τηλεόρασης θα δεις παρουσιαστές και καλεσμένους να φοράνε μπλουζάκια που διαφημίζουν μονοπώλια, δηλαδή σκλαβοπάζαρα. Και καμαρώνουν! Είναι μες στην καλή χαρά της μόδας! Και στη συνέχεια παραπονούνται «πώς κατάντησε η ζωή μας!» «Ω, Δία, τι μαλακία!» που αναφωνεί κι ο Αριστοφάνης στους Ιππής. Σε τέτοιες ανθρωποβόρες συνθήκες τι μπορεί να κάνει μια «νέα γενιά» σ’ ένα χρεοκοπημένο –οικονομικά και ιδεολογικά– κράτος, πνιγμένη απ’ την ανεργία, την έλλειψη κοινών οραμάτων, τον χυδαίο ευτελισμό της πολιτικής, την ερημοποίηση του περιβάλλοντος και λοβοτομημένη απ’ την τεχνολογία των μονοπωλίων; Κι εμείς μες στη φτώχια μεγαλώσαμε, περάσαμε δύσκολα, αλλά ήτανε ωραία. Γιατί υπήρχε το «αύριο θα είναι όλα καλύτερα». Αυτό πάει και τελείωσε… Σήμερα που ο θάνατος είναι το πιο διασκεδαστικό θέαμα, τι μπορεί να αλλάξει η νέα γενιά; Εδώ θα μπορούσε κανείς να επιχειρηματολογήσει υπέρ της πλατωνικής θεωρίας των Ιδεών. Νέες γενιές σ’ όλο τον κόσμο, αλλά «όλες μια Ιδέα είναι».
Τι θα πρότεινε σε έναν νέο συγγραφέα
Να διαβάζει πολύ, ό,τι του βρεθεί που δεν το ξέρει και μπορεί να το μάθει, να μην κωλώνει με τίποτα, να κυνηγάει τον έρωτα, τη φιλία, την αγάπη και το σεξ, να είναι περίεργος για τα πάντα γύρω του και μέσα του, ποτέ να μην περιμένει τις εκπλήξεις, αλλά να τις δημιουργεί –από παντού μπορεί να ξεπηδήσει η σπίθα της έμπνευσης–, και φυσικά… να γράφει, να γράφει, να γράφει… και να έχει πάντα ένα φιλικό ακροατήριο να διαβάζει τα έργα του και ν’ ακούει τις όποιες γνώμες. Συγγραφέας που γράφει και δεν τα διαβάζει, μαλακίες θα γράψει. Και το κυριότερο: να νιώθει πάντα ανταγωνιστική άμιλλα. Να θέλει να είναι ο καλύτερος. «Έκαστος εφ’ ω ετάχθη».
Τα καλλιτεχνικά ερεθίσματα με τα οποία μεγάλωσε
Το Θέατρο Σκιών, οι ιστορίες που άκουγα, τα βιβλία που διάβαζα, το θέατρο του δρόμου – της ζωής εννοώ.
Για την τέχνη ως αντιστάθμισμα σε μια δύσκολη εποχή
Απ’ την εποχή των σπηλαίων ο άνθρωπος ζητούσε και ζητάει και σήμερα ένα όνειρο για να αντέξει τον εφιάλτη της πραγματικότητας.



Η λογοκρισία γενικά, αλλά και ειδικά στο θέατρο, ήταν στην ημερήσια διάταξη κατά τη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών. Από την αρχή της επιβολής της, ωστόσο, οι θεατράνθρωποι δεν έκατσαν με σταυρωμένα τα χέρια.
Κινητοποιήθηκαν πολλαπλώς, είτε βρίσκοντας τρόπους για να περάσουν αντιχουντικά μηνύματα και να επικοινωνήσουν με τον κόσμο είτε, όταν έφτασαν οι μέρες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, να βοηθήσουν έμπρακτα τους φοιτητές προσφέροντάς τους τρόφιμα και φάρμακα, αλλά και οργανώνοντας κάτι ακόμα μεγαλύτερο, μια απεργία συμπαράστασης.
Οι δύο ηθοποιοί μοιράστηκαν τις δυνατές εμπειρίες τους από τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, αλλά και γενικά από όλη την Επταετία που κυριαρχούσε η λογοκρισία.
Ο πρώτος, μεταξύ άλλων, σημάδεψε το θέατρο και τα γεγονότα της περιόδου, όταν με την αείμνηστη Τζένη Καρέζη και το θίασό τους ανέβασαν, λίγους μήνες πριν, αλλά και μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, τη θρυλική παράσταση του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Το μεγάλο μας τσίρκο».
«Το θέατρο πάντα κινητοποιείται όταν φιμώνεται. Είναι επίκαιρη τέχνη, δεν είναι όπως η ζωγραφική, η ποίηση ή η μουσική. Ψάχνει να βρει τρόπους να επικοινωνήσει με τον κόσμο επάνω στα ζωντανά προβλήματα που ζει ο τόπος εκείνη την ώρα και παρεμβαίνει», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο γνωστός ηθοποιός και συνεχίζει: «Την περίοδο της δικτατορίας, δημιουργήθηκαν οργανώσεις, κινήματα… Όλο το θέατρο, ανεξαρτήτως παρατάξεων σχεδόν, έψαχνε, προς τιμήν του, να βρει τρόπους να επικοινωνήσει με τον κόσμο. Άρχισαν να βρίσκουν έργα κάποιων προοδευτικών συγγραφέων, άλλαζαν τίτλους, όπως συνέβαινε και στην Κατοχή. Τότε, ήθελε να ανεβάσει ο Κουν ένα αμερικάνικο έργο και δεν το πέρναγε η λογοκρισία στην Κομαντατούρα επειδή ήταν αμερικάνικο. Έβαζαν ένα ισπανικό όνομα, επειδή στην Ισπανία ήταν φασισμός, ο Φράνκο, και το πέρναγαν. Γίνονταν τέτοια κόλπα».
Ένα συγκλονιστικό κείμενο, να σου σηκώνεται η τρίχα. Το φτιάξαμε, ήταν ατελές, δεν το θεωρούσε έργο ο Καμπανέλλης, δεν το έχει περιλάβει ούτε στα άπαντά του. Μεγάλη παράσταση, πολύς κόσμος, αλλά όταν ακούγανε τον Επιτάφιο επί σκηνής, γινόταν χαμός από κάτω. Ο κόσμος ερχόταν να ακούσει το κείμενο αυτό. Επικοινωνήσαμε δηλαδή μαζί του, με αυτόν τον τρόπο. Βέβαια, δεχόμασταν αφόρητες πιέσεις, όλο μας καλούσαν στην ΚΥΠ στην Μπουμπουλίνας. Τους λέγαμε, “τι να κόψουμε; τον Περικλή; ” Ήμασταν καλυμμένοι πίσω από τον Περικλή και τον Θουκυδίδη», διηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ηθοποιός.
Δηλαδή, το μεγαλύτερο μέρος της επιτυχίας του έργου, το κουβάλαγε ο κόσμος στο θέατρο. Έφτασαν να γίνονται εκδηλώσεις, που έλεγες ότι όταν θα τελειώσει η παράσταση, θα βγούμε στον δρόμο με τα λάβαρα και θα καταλάβουμε την εξουσία».
Την Παρασκευή βέβαια, όλος ο θίασος γυρίζαμε στη Στουρνάρη, στην Πατησίων, μπαίναμε μέσα στην αυλή, τραγούδαγε ο Ξυλούρης το “Πότε θα κάνει ξαστεριά”, σου σηκωνόταν η τρίχα. Τρόφιμα, χρήματα, ό,τι μπορούσε ο κόσμος βόηθαγε τους ανθρώπους, τους φοιτητές… Και την Παρασκευή που ήταν να κάνουμε την απεργία, μπήκε ο Ντερτιλής με το ερπυστριοφόρο και γκρέμισε την πόρτα με τα παιδιά πάνω και τα τσάκισε…».
Τρία χρόνια αργότερα επιστρέφουν και φτιάχνουν πρώτα το Θέατρο ΟΡΒΟ με έναν και μόνο στόχο: Να προσπαθήσουν να ανεβάσουν κάποια έργα που θα μιλούσαν με έμμεσο τρόπο για τα τεκταινόμενα, έτσι ώστε να αποφύγουν τις απαγορεύσεις. Κάτι που, φυσικά, δεν μπόρεσαν να αποφύγουν.
«Και σε όλη τη διάρκεια της παράστασης βγάζαμε τις γάζες, ενώ την ίδια στιγμή ο ηθοποιός έλεγε ότι η Τέχνη δεν πρέπει να ασχολείται με τα κοινωνικά κλπ. Και όταν βγάζαμε και την τελευταία γάζα, υψώναμε τα χέρια και βγάζαμε μια κραυγή. Τρεις μέρες κράτησε το έργο, και μετά το απαγορεύσανε. Στο “Λεωφορείο”, στο τέλος του έργου, δείχναμε με το δάχτυλο τον κόσμο και τους λέγαμε “σας πήρανε ό,τι δικό σας είχατε, μπορείτε να το ξαναπάρετε, διεκδικήστε το”. Το απαγόρευσαν κι αυτό».
Ακολούθησαν, όμως, κι άλλες απαγορεύσεις, όπως λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. «Στο Θέατρο Άλφα πηγαίνουμε το 1970. Εκεί ανεβάζουμε το “Καληνύχτα Μαργαρίτα”. Το παίζουμε τον πρώτο χρόνο, μετά μας το απαγορεύουνε. Έπειτα, τον Οκτώβριο του 1973, ανεβάζουμε τους “Κλειδοκράτορες” του Μίλαν Κούντερα. Στις 17 Νοεμβρίου του 1973 γίνεται το Πολυτεχνείο. Μας το απαγορεύουν και, ταυτόχρονα, μας κόβουν από την τηλεόραση μια εκπομπή, την οποία μας είχαν επιτρέψει για ένα διάστημα. Εν συνεχεία, μόλις έγινε το Πολυτεχνείο, μετά τις απαγορεύσεις και τις φοβερές ανακρίσεις του μακαρίτη πια, περιβόητου Μάλλιου, μας απαγορεύσανε και τις συζητήσεις που κάναμε με βάση το έργο κάθε Παρασκευή, μετά την παράσταση. Έμεναν, δηλαδή, οι θεατές στην πλατεία και συζητούσαμε τάχα για την αισθητική και τα προβλήματα του έργου, αλλά προχωρούσαμε πολύ πιο βαθιά.
Ο κ. Ληναίος θυμάται κι άλλα περιστατικά από τις δύσκολες εκείνες εποχές και τα αφηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. «Θυμάμαι όταν με κάλεσε ο Μάλλιος και με απείλησε. Του είπα “ελάτε να δείτε μια μέρα”. “Όχι, δεν θα ξανακάνεις συζητήσεις”, έλεγε. Επέμενα, “μα ελάτε να δείτε”. “Νομίζεις ότι δεν έχουμε έρθει; “, μου είπε. Θυμάμαι ότι με απείλησε πως “άμα το ξανακάνεις, θα σε στείλω στο Λονδίνο”. Και εγώ του λέω, “Λονδίνο δεν ξαναπάω, προτιμώ να με στείλετε στα Γιούρα”. Είχαμε ένα χιούμορ, μια αίσθηση περίεργη, δεν μπορώ να καταλάβω πού το βρίσκαμε αυτό το κουράγιο. Έτσι περάσαμε κάποιες ηρωικές εποχές, αλλά την εποχή εκείνη καταλαβαίνετε πόσο μας στοίχισε από κάθε πλευρά».
«Στην Τέχνη το μόνο που θυμάμαι ήταν η Τζένη Καρέζη και ο Σταύρος Παράβας. Που κάτι είχαν πει. Άκουσα κάποια πράγματα. Μια φράση που γυρνούσε γύρω-γύρω. Είπαν αυτά…, ακούστηκε εκείνο…, τους κλείνουν μέσα», διηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ηθοποιός και προσθέτει …»σε αυτές τις περιπτώσεις η φωνή της Τέχνης, έστω και μια φωνή αρκεί να σε τραβήξει από έναν λήθαργο. Τώρα θυμάμαι αυτήν τη φωνή. Από ‘κει πιάστηκα. Θυμάμαι ότι το έργο που με παρέσυρε να βεβαιώσω μέσα μου την επιθυμία και να γράφω και να παίζω ήταν το “Μεγάλο μας τσίρκο” που είχα δει με την Τζένη Καρέζη»
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΑΔΙΑ ΑΠΟΝΟΜΗΣ
Ηταν μια βραδιά που την περίμεναν πολλοί. Ένα μεγάλο μέρος του κοινού που άκουσε για μια παράσταση που έπαιζε η Ζέτα Δούκα ένα εξαιρετικά ευαίσθητο μονόλογο αλλά δεν είχαν δει ποτέ και ήταν εκεί για να την απολαύσουν. Ηταν και θεατές που με λαχτάρα επιθυμούσαν να ξαναδούν. Αλλά ήταν και οι ίδιοι οι συντελεστές αυτής της παράστασης που μετά από έξι χρόνια ξαναβρίσκονταν με το ίδιο έργο στην ίδια θεατρική σκηνή.






ΑΠΟ 17 έως 27 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

|
|
Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια…
.

.

.

Τηλέφωνο: +30 6983 101 110
URL: http://www.kulturosupa.gr
Email: kulturosupa@yahoo.gr
Copyright Kulturosupa.gr © 2007 – 2026