Από τη μακροβιότερη θεατρική στήλη της “Κ”, «Στον παλμό των φουαγιέ» της Πίτσας Στασινοπούλου.
![]()
Ως μέλος της Κριτικής Επιτροπής των ΘΒΘ, κλήθηκα να ψηφίσω τις καλύτερες παραστάσεις και τους συντελεστές τους σε όλους τους τομείς, από μια μακροσκελέστατη λίστα 152 παραστάσεων που δόθηκαν φέτος στη Θεσσαλονίκη, τοπικών και φιλοξενούμενων εξ Αθηνών… Ένα νούμερο που ζαλίζει για το περιορισμένο εκ των πραγμάτων λόγω πληθυσμού, θεατρόφιλο κοινό της πόλης και κατά τη χρονοβόρα διαδικασία επιλογής μού δημιουργήθηκαν ποικίλοι προβληματισμοί που επιθυμώ να μοιραστώ…
Καταρχάς βλέποντας τον αριθμό παραστάσεων ενός χρόνου και δεδομένου ότι παρακολουθώ θέατρο αρκετά έως πολύ συχνά, οι πρώτες αυθόρμητες σκέψεις ήταν « Μα πότε πρόλαβαν και δόθηκαν τόσες πολλές;; Πώς γίνεται ενώ πηγαίνω τόσο συχνά να έχω δει μόνο το ένα τρίτο σχεδόν;; Πόσο έγκυρες θα είναι οι επιλογές μου αν δεν έχω σφαιρική άποψη τουλάχιστον για την πλειοψηφία;;» Οπότε μοιραία απέκλεισα κατευθείαν τα δύο τρίτα των παραστάσεων, για κάποιες εκ των οποίων αγνοούσα ακόμα και την ύπαρξή τους, περιορίζοντας αναγκαστικά τις επιλογές σε περίπου 50 παραστάσεις που είδα και είχα άποψη…
Όπου αν εξαιρέσουμε κάποιες «νεκρές» περιόδους, όπως πχ. πριν το Πάσχα ή κατά την αλλαγή σεζόν ή λόγω έκτακτης επικαιρότητας, απεργιών, ακυρώσεων, καιρικών φαινομένων κλπ., το νούμερο αντιστοιχεί κατά μέσο όρο σε πέντε περίπου παραστάσεις τον μήνα… που μεταφρασμένο σε χρήμα, για όσους δεν διαθέτουν πρόσκληση, σημαίνει με τα σημερινά δεδομένα ένα κόστος άνω των 100 ευρώ μηνιαίως για θεατρική έξοδο, με βασικό μισθό 800 ευρώ που δεν επαρκεί ούτε για τις στοιχειώδεις ανάγκες… Πώς λοιπόν κάποιος θεατρόφιλος με αυτές τις αποδοχές και την ακρίβεια να καλπάζει ανεξέλεγκτα, μπορεί να διαθέσει οποιοδήποτε ποσό για παράσταση, όταν ακόμα και το δεκάευρο τού είναι πολύτιμο για τα απαραίτητα της επιβίωσης;; Πόσω δε μάλλον αν μιλάμε για θεατρική έξοδο οικογένειας ή για παρακολούθηση παραστάσεων… κάθε βδομάδα, ως ουτοπικό σενάριο στη σφαίρα της φαντασίας, κι αυτό για καμιά δεκαριά παραστάσεις το χρόνο, όχι για 50 που παρακολουθούμε δωρεάν κάποιοι λόγω ιδιότητας ή για… 152 που προσφέρει αβέρτα η πόλη!
Άρα ποιοι και πόσοι μπορούν αντικειμενικά λόγω οικονομικής δυσπραγίας αλλά και χρόνου, όσο κι αν το θέλουν, να παρακολουθήσουν όχι τις μισές , αλλά έστω το ένα τέταρτο, και άρα σε ποιο και πόσο κοινό, από το ήδη περιορισμένο της πόλης, απευθύνονται τόσες παραστάσεις;; Διότι το περίφημο sold out που φιγουράρει κατά κόρον, πέραν του ότι συχνά πρόκειται για διαφημιστικό κράχτη χωρίς αντίκρισμα, πλέον αρχίζει να υποχωρεί εμφανώς λόγω αυξανόμενης οικονομικής πίεσης τελευταία και όταν συμβαίνει αφορά σε πληρότητα μικρών χώρων, σε συζητημένες παραστάσεις ή με γνωστά ονόματα και πέραν τούτων το χάος…Αλλά ακόμα κι αν οι θεατρόφιλοι ήταν «άρρωστα» πορωμένοι και είχαν την άνεση χρόνου και χρημάτων να παρακολουθούν 3 και 4 παραστάσεις τη βδομάδα, πώς είναι δυνατόν να το καταφέρουν όταν παίζονται ταυτόχρονα για ένα τριήμερο και μετά δρόμο; Με διακτινισμό, με μαγικά του Χουντίνι ή στέλνοντας το… ολόγραμμά τους;;
Διότι πέραν των άλλων, έχουμε και το σύγχρονο φαινόμενο με 3-4 πρεμιέρες ταυτόχρονα κάθε βδομάδα για ελάχιστο αριθμό παραστάσεων, συχνά δύο ή τριών ημερών ειδικά για φιλοξενούμενες, που σημαίνει ότι ο θεατρόφιλος πρέπει να τρέχει με τη γλώσσα έξω κάθε μέρα, για να προλάβει τις μισές… τις υπόλοιπες, αν και όταν ξανάρθουν, ενώ στο μεταξύ ακολουθούν καινούργιες με τις ίδιες ασφυκτικές συνθήκες προγραμματισμού, καταλήγοντας η θέαση ένα ανούσιο, αγχωτικό κυνηγητό με κανένα νόημα, σαν μάταιος αγώνας δρόμου χωρίς τέρμα ή σαν υστερική κατανάλωση αναλώσιμων προϊόντων μιας χρήσης..
Με βασική συνέπεια την απαράδεκτη υποτίμηση του θεάτρου σε ηθικό επίπεδο, καθιστώντας μια σπουδαία πνευματική τροφή σε φτηνό fastfood του ποδαριού που φυσικά δεν προλαβαίνεις να «χωνέψεις», να εμπεδώσεις, να επεξεργαστείς τίποτα από τον καταιγισμό απανωτών παραστάσεων που συνωστίζονται σαν αχταρμάς στο μυαλό σου, ενώ στον απολογισμό διαπιστώνεις ότι ελάχιστες μπορείς να θυμηθείς ή αν σου άφησαν κάτι σημαντικό σύμφωνα με την αποστολή τους, πασχίζοντας μάταια να βρεις άκρη στο μπλεγμένο κουβάρι…Λες και στόχος είναι το ανελέητο τρεχαλητό σε παραστάσεις για το ποιος θα κερδίσει έπαθλο στον διαγωνισμό μαραθώνιου ή ποιος εκτελεί πιο πιστά μια «διατεταγμένη υπηρεσία», και όχιη απόλαυσή τους με ήρεμη διάθεση, άνεση χρόνου, καθαρό μυαλό και εύλογη απόσταση μεταξύ τους για την απαραίτητη επεξεργασία, ώστε να αποκομίσουμε ή όχι τα όποια οφέλη μας προσφέρουν… κάτι αδύνατο να συμβεί με τους παράλογους, αγχωτικούς ρυθμούς που επιβάλλει τελευταία το θεατρικό καθεστώς προγραμματισμού στην πόλη, πέρα από το γεγονός σε πρακτικό επίπεδο ότι οι περισσότερες στερούνται αναγκαστικά κοινού (και εσόδων), καθώς αυτό το ήδη μικρό, αναπόφευκτα διασπάται σε δυσανάλογα για το μέγεθός του πολλά σημεία…
Εκτός τούτων, μελετώντας την λίστα των 152 υποψήφιων παραστάσεων, διαπίστωσα ότι σχεδόν οι μισές (κυρίως τοπικές) αφορούν σε απόπειρες ημιεπαγγελματικές ή «αγνώστου ταυτότητος» ή άκρως εξιδεικευμένες με πολύ περιορισμένο ενδιαφέρον ή εναλλακτικές περφόρμανς ή πειραματικά εγχειρήματα που παρουσιάστηκαν σε μη θεατρικούς, απομακρυσμένους χώρους κλπ. Σαφώς αναγνωρίζω (και επικροτώ) την ανάγκη έκφρασης οποιουδήποτε και σαφώς ως θεσμός βραβείων υποχρεούμαστε να τις συμπεριλάβουμε στην λίστα υποψηφίων εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις, ωστόσο αναρωτιέμαι τα αυτονόητα: Ποιο κοινό πέραν των φίλων τις είδε; Πόσα μέλη της επιτροπής, όσο πολυπληθής κι αν είναι ακριβώς γι αυτό τον λόγο, είχαν την ευχέρεια μεταξύ τόσων «mainstream» παραστάσεων που όφειλαν να δουν, να προλάβουν και αυτέςτις «εναλλακτικού τύπου» ώστε να διαμορφώσουν άποψη;; Ποιος μου λέει ότι, παρά τα φαινόμενα, δεν αποκλείεται ανάμεσά τους να υπήρχαν και διαμάντια που αδικούνται επειδή δεν ήταν εφικτό να τα δούμε;;
Για να καταλήξω εν ολίγοις, ότι μπορεί ο αριθμός «152 παραστάσεις» να δίνει την εικόνα μιας έντονης θεατρικής δραστηριότητας, όμως η ουσία ΔΕΝ αφορά στην ποσότητα που προφανώς είναι αδύνατο λόγω μεγέθους να αξιολογηθεί ως περιεχόμενο, αλλά στην ποιότητα που είναι αλήθεια ότι ελάχιστες εκ των 152 διαθέτουν σε αξιοπρεπές επίπεδο. Εκτός αν κάποιες από όσες χάσαμε, είτε γιατί έχουμε ζωή και… εκτός αίθουσας, είτε γιατί δεν καταφέραμε να… διακτινιστούμε, θα μας έκαναν να τρίβουμε τα μάτια και με τη (μη) ψήφο παίρνουμε κρίμα στο λαιμό μας… αλλά, άντε βρείτε μου λύση!











