Είδε και σχολιάζει η Πίτσα Στασινοπούλου για την Κουλτουρόσουπα
Το είπαμε πολλές φορές αλλά δεν πειράζει να το ξαναπούμε: ο όρος κωμωδία δίπλα σε παράσταση, ακόμα κι αν λόγω καχυποψίας (καθόλου άδικα) κρατάμε μικρό καλάθι, δεν θα πάψει στις μέρες που διάγουμε να δελεάζει, πολύ δε περισσότερο όταν την υπόσχονται αποδεδειγμένα ταλαντούχοι καλλιτέχνες που κατά καιρούς έχουμε θαυμάσει ή τουλάχιστον μας έχουν προσφέρει πολύτιμο γέλιο…
Όταν δε οι πληροφορίες συνοδεύονται από χαρακτηρισμούς όπως ‘ξεκαρδιστική κωμωδία, ευφυής σάτιρα, avantgarde αισθητική, επιτυχημένη πορεία κλπ.» είχαμε αρκετούς λόγους να επισκεφθούμε το Ράδιο Σίτι για την παράσταση «ΤΟ ΣΠΟΤ» σε κείμενο του Ζήση Ρούμπου και σκηνοθεσία της Σοφίας Πάσχου…
Όπου με λίγα λόγια ένας τεχνικός «του ποδαριού», μια ψωνισμένη τραγωδός, μια πρωτοεμφανιζόμενη νεαρά ηθοποιός, ένας ωραιοπαθής αοιδός πίστας κι ένας αγχωμένος βοηθός σκηνοθέτη, υποδέχονται στη σκηνή τον «σταρ» σκηνοθέτη βραβευμένο με Όσκαρ, προκειμένου να ετοιμάσουν ένα διαφημιστικό σποτ για την «ψυχή» της Ελλάδας, καθότι το Υπουργείο Πολιτισμού ενέκρινε ένα πλουσιοπάροχο κονδύλι για τον εν λόγω σκοπό ώστε να προβληθεί η χώρα…Ο σκηνοθέτης αντί μνημείων ή κλισέ τοπίων επιλέγει ως χώρο γυρισμάτων το θέατρο χρησιμοποιώντας τους θεατές ως κομπάρσους κι αφού καταλήξει σε πέντε αντιπροσωπευτικές για τη χώρα ενότητες- εικόνες, μέσα από λογής ευτράπελα, ασυνεννοησίες, προχειροδουλειές , λύσεις της στιγμής, υλοποιεί το «όραμά» του με τη βοήθεια των θεατών, μόνο που τελικά λόγω απρόβλεπτης έκβασης και άνωθεν παρέμβασης το φιλόδοξο σχέδιο ναυαγεί, αποκαλύπτοντας την πραγματική και γνωστή «ψυχή» της Ελλάδας πίσω από τις ωραιοποιημένες βιτρίνες…
Παρότι αναγνωρίζουμε τις καλές προθέσεις του κειμένου από τον Ζήση Ρούμπο για μια σατιρική αντιμετώπιση της ελληνικής πραγματικότητας με βάση μια αρκετά έξυπνη ιδέα, εντούτοις το εγχείρημα ξεστράτισε (-) σε χαοτικά και όχι μόνο μονοπάτια, με κυρίαρχα στοιχεία την σχεδόν παιδαριώδη αφέλεια, το κουραστικό ξεχείλωμα, το αδούλευτο περιεχόμενο, την έλλειψη συνοχής, τα παλιακά αστεία, την ανακολουθία των νοημάτων, την επανάληψη γνωστών στερεότυπων περί της χώρας… ήτοι ανοργανωσιά, προχειρότητα, ασυνεννοησία, διαπλοκή, εντυπώσεις για το θεαθήναι, ναρκισσισμός, λαμογιές και λοιπά «εθνικά προϊόντα» του συρμού, δοσμένα δήθεν «σουρεαλιστικά» αλλά επί της ουσίας ακατέργαστα ή ίσως… πονηρά με άλλοθι τα κουσούρια της φυλής ώστε να «αιτιολογούν» το αποτέλεσμα- μπάχαλο ως καθρέφτης των παθογενειών μας, ποιος ξέρει… Ωστόσο ενώ η αρχική ιδέα μπορούσε να δομηθεί στέρεα και να αναπτυχθεί σε όντως ευφυή σάτιρα με ευρηματικό γέλιο για τα χάλια μας, δυστυχώς σκορπίστηκε σε αφελή, ανούσια έως σαχλά αστειάκια μεταξύ σκηνής και πλατείας…
Σε σχέση με τη σκηνοθεσία της Σοφίας Πάσχου, όσο κι αν ψάξαμε την «avantgarde» (!) αισθητική, όχι μόνο δεν βρήκαμε ούτε ίχνος, αλλά αντίθετα συναντήσαμε ένα ξεπερασμένο δείγμα παλιών δεκαετιών που ενίοτε θύμιζε βιντεοταινίες του ’80, με χαρακτήρες καρικατούρες, γκροτέσκο στοιχεία, τετριμμένο χιούμορ, παλιακά στερεότυπα, αγριοφωνάρες άνευ λόγου και βέβαια ακατάσχετο ξεχείλωμα λόγω «διάδρασης» τύπου σταντ απ για χαζοχαρούμενους πιτσιρικάδες… Σε σημείο που ο όρος «avantgarde» γράφηκε είτε εκ παραδρομής, είτε ειρωνικά, είτε αυτοσαρκαστικά, αλλιώς δεν εξηγείται! Αυτό που ζήσαμε ήταν ένας λίγο-πολύ αχταρμάς «πρόβας», με τους έξη χαρακτήρες στη σκηνή σχεδόν αυτόνομους και ασύνδετους να λειτουργούν θαρρείς χωρίς συνοχή και καθοδήγηση, με συνεχή πηγαινέλα θεατών από την πλατεία στη σκηνή για ανούσια μαζικά δρώμενα που ξεχείλωσαν τη διάρκεια και διέλυσαν τον ρυθμό, με στιγμιότυπα προχειροφτιαγμένα επιπέδου σχολικής παράστασης που πολλοί ούτε καν μειδιάσαμε, ενώ άλλοι ξεκαρδίζονταν (;), με τις σέλφις από σκηνής να απαθανατίζουν τις δήθεν εμπνεύσεις του σταρ σκηνοθέτη, που με κάποια αξεσουάρ και συνεχείς οδηγίες στο κοινό, δημιουργούσε τις εικόνες του σποτ του…
Ελάχιστα σημεία διασώθηκαν (+) όπως το εύστοχο (μη) σκηνικό με κάποια αμπαλαρισμένα «σκηνικά προηγούμενης παράστασης» ως συμβολισμός προχειρότητας ή οι εναλλαγές φωτισμού και μουσικής στην αποτύπωση των εικόνων του σποτ ή κάποια ψήγματα έξυπνου χιούμορ και ελάχιστες ψαγμένες ατάκες κυρίως στο φινάλε, προδίδοντας δυνατότητες που παραδόξως δεν αξιοποιήθηκαν…
Και επιπλέον δεν αξιοποιήθηκαν αναγνωρισμένα και πληθωρικά ταλέντα σαν του Ζήση Ρούμπου που αναλώθηκε σε αγριοφωνάρες, οδηγίες και πόζες, ενώ το πολυμορφικό του χάρισμα είναι ικανό για σπουδαίες επιδόσεις… ή του Δημήτρη Μακαλιά που ξόδεψε την περίσσεια του ενέργεια σε μια γραφική καρικατούρα… ή του πηγαία κωμικού με προσωπικό στίγμα Χάρη Χιώτη που περιορίστηκε σε σαχλαμάρες αδικώντας το λαμπερό ταλέντο του… Όσο για τους Άλκη Μπακογιάννη, Άννα Μενενάκου και Δανάη Μιχαλάκη, αν εξαιρέσουμε την μόνιμα παγωμένη και ανέκφραστη Μιχαλάκη, οι υπόλοιποι, αν και με δυνατότητες, αδικήθηκαν συγγραφικά και σκηνοθετικά, με επιδόσεις μάλλον αδιάφορες…
Εν ολίγοις (=) παρότι επιχειρήθηκε μια νεοελληνική σάτιρα που μπορούσε να αποδώσει, δυστυχώς κατέληξε ένα ανούσιο, ξεχειλωμένο σταντ απ για χαβαλέ αδικώντας καλούς ηθοποιούς, άσχετα που οι οπαδοί του είδους ξεκαρδίστηκαν «παίζοντας μπουνιές» ποιος θα ανέβει στη σκηνή, αν ήταν δυνατόν και πηδώντας από τον εξώστη… είναι κι αυτή μια άποψη και περί ορέξεως δεν μας πέφτει λόγος…
Βαθμολογία: 2,3/10
ΡΑΔΙΟ ΣΙΤΥ
«Το σποτ» του Ζήση Ρούμπου.
Πρεμιέρα: Δευτέρα 20/04

Δεν είστε απλοί θεατές. Είστε το «σκηνικό» μιας χώρας που προσπαθεί να ξαναβρεί το πρόσωπό της μπροστά στην κάμερα.
Σκηνοθεσία: Σοφία Πάσχου. Ερμηνεύουν: Δημήτρης Μακαλιάς, Άννα Μενενάκου, Δανάη Μιχαλάκη, Άλκης Μπακογιάννης, Ζήσης Ρούμπος, Χάρης Χιώτης.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα 20 & Τρίτη 21 Απριλίου στις 21:15
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ











