Με μια ορμή που δεν χωρά σε καλούπια και μια αισθητική που αρνείται την «καθαρότητα», ο Κυριάκος Χριστοδουλόπουλος αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και θαρραλέες φωνές της νέας θεατρικής Θεσσαλονίκης. Φοιτητής του Τμήματος Θεάτρου του ΑΠΘ αλλά ήδη ενεργός στο επαγγελματικό τερέν, έχει καταφέρει μέσα σε ελάχιστο χρόνο να συζητηθεί —είτε μέσω του σύγχρονου καμπαρέ και της βράβευσής του στο Red Jasper, είτε μέσω της επιτυχημένης του πορείας στο Θέατρο Αμαλία.
Σήμερα, ο Κυριάκος επιστρέφει με ένα εγχείρημα που «καίει». Η παράσταση-ντοκουμέντο «Πάλι καλά μπορώ και τρέχω με τακούνια» δεν είναι απλώς μια θεατρική μεταφορά της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου, αλλά μια αδιαπραγμάτευτη μάχη ενάντια στη λήθη. Χρησιμοποιώντας τα πρακτικά της δίκης και μαρτυρίες από το φιλικό περιβάλλον της Zackie, ο Κυριάκος στήνει στη σκηνή έναν καθρέφτη της κοινωνίας μας, εξερευνώντας τα όρια της αυτοδικίας, του συντηρητισμού και του συλλογικού τραύματος.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά για την ανάγκη του να «μπλέκει» τις φόρμες, την επώδυνη διαδικασία της έρευνας για μια δολοφονία που συγκλόνισε το πανελλήνιο, αλλά και για τον φόβο που, αντί να τον παραλύει, γίνεται κινητήριος δύναμη αντίστασης. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια και χωρίς ίχνος «ξερολίασης», ο Κυριάκος Χριστοδουλόπουλος μας προσκαλεί σε ένα θέατρο που δεν κουνάει το δάχτυλο, αλλά απαιτεί από τον θεατή να διαλέξει πλευρά.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
– Κύριε Χριστοδουλόπουλε, επιστρέφετε στη σκηνή του Θεάτρου Αμαλία λίγους μήνες μετά το «Πυρ, γυνή και μπάχαλα». Πώς εισπράξατε την αποδοχή του κοινού της Θεσσαλονίκης σε εκείνο το πρώτο σας καλλιτεχνικό βήμα στην έναρξη της σεζόν;
Αυτό που θυμάμαι ότι κυριαρχούσε -και συνεχίζει να κυριαρχεί και να με διακατέχει- είναι το συναίσθημα της ευγνωμοσύνης. Δεν περίμενα ποτέ πως το κοινό της Θεσσαλονίκης θα αγκάλιαζε μια τέτοια δουλειά, σαν τα «μπάχαλα». Και αυτό που κρατώ μέχρι και σήμερα (και θα το κρατώ για πάντα γιατί δεν μπορεί να μου το πάρει κανείς) αφορά την μερίδα κοινού που «άγγιξε» αυτή η παράσταση.
Σε κάθε παράσταση, ανάμεσα στο Queer – νεανικό κοινό, συναντούσα, συνομιλούσα και έκανα τσιγάρο έξω από το Αμαλία με γυναίκες και άντρες στην ηλικία των γονιών μου και ενίοτε των παπούδων μου. Και συζητούσαμε για την παράσταση και για την κοινωνία και για την πολιτική και για το κουίρ! Και εγώ να φουσκώνω από ευγνωμοσύνη που αυτή η παράσταση δεν έμεινε σε έναν κλειστό κύκλο και κατάφερε να «μετακινήσει» και ανθρώπους μιας άλλης γενιάς. Και να μας καταλάβουν οι άνθρωποι αυτής της άλλης γενιάς. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την κυρία Βάσω που μετά από μία παράσταση του Σεπτέμβρη, με έπιασε πριν καν βγω από το θέατρο, με αγκάλιασε σφιχτά και άρχισε να μου ζητάει με κλάματα «συγνώμη για όσα σας παρέδωσε η γενιά μας». Κυρία Βάσω σας είμαι ευγνώμων!
– Από το σύγχρονο καμπαρέ και τη βράβευση στο Red Jasper, περνάτε τώρα σε ένα σκληρό θέατρο-ντοκουμέντο. Τι είναι αυτό που σας ωθεί να αλλάζετε φόρμες, διατηρώντας όμως πάντα μια έντονη πολιτική και κοινωνική χροιά στις δουλειές σας;
Βαριέμαι πάρα πολύ εύκολα μωρέ. Και είναι αυτό ακριβώς που με ωθεί στην αλλαγή. Χωρίς αυτή η αλλαγή να είναι βεβιασμένη, αναγκαστική και επιτακτική. «Είσαι νέος και πρέπει να πειραματίζεσαι !». Όχι. Άβολο. Είμαι νέος και καλό θα ήταν να κάνω ο,τι μου βγαίνει οργανικά με τα ερεθίσματα και τις γνώσεις που αποκτώ καθημερινά. Και αυτό που μου βγαίνει οργανικά είναι να «μπλέκω» τα είδη μεταξύ τους. Για έμενα στα 22 μου χρόνια, δεν έχει νόημα αλλιώς. Μπορεί στα 44 να μην θέλω άλλο να τα μπλέκω τα θεατρικά είδη και να ανεβάζω ολοκάθαρα αστικά δράματα. Εδώ θα είμαστε. Μέχρι στιγμής όμως δεν πιστεύω σε καμιά καθαρότητα, ούτε στην τέχνη, ούτε στην ζωή ούτε και στην φίλη. Μόνο όταν μπλέκονται έχουν νόημα τα πράγματα. Και αυτό έχει πολιτική και κοινωνική χροιά χωρίς όμως να παριστάνω πως ξέρω τα πάντα γύρω από την κοινωνία και την πολιτική. Την τύφλα μου δεν ξέρω.
– Ως φοιτητής του Τμήματος Θεάτρου του ΑΠΘ αλλά και μέλος πλέον της ομάδας προγραμματισμού του Θεάτρου Αμαλία, πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην καλλιτεχνική δημιουργία και τη διαχείριση ενός ιστορικού χώρου;
Με πολλή δουλειά. Βασικά, με παααααρα πολλή δουλειά. Και αρκετό «μπλέξιμο» και «πειραματισμό» που προαναφέρθηκε. Όταν από τις 24 ώρες της ημέρας, τις 10 με 15 τις αφιερώνεις στο τμήμα θεάτρου, στο να βλέπεις θέατρο αλλά και στο να συνομιλείς και να συνδιαλέγεσαι με ντόπι@ καλλιτέχν@, είσαι σε θέση να διαχειριστείς αυτές τις δύο πολύτιμες και βαρύνουσας σημασίας ταυτότητες και να αντιληφθείς τι έχει ανάγκη καλλιτεχνικά η πόλη. Μέσα σε όλο αυτό το συνονθύλευμα πειραματισμού και καλλιτεχνικού ρίσκου νέων καλλιτεχνών προστίθεται η μακροχρόνια και πολυσχιδής εμπειρία των υπόλοιπων μελών της ομάδας του Αμαλία, μέσω της οποίας το ρίσκο συναντά τους περιορισμούς του. Η τέχνη έχει ανάγκη το ρίσκο, όπως έχει ανάγκη και κάποιους απαραίτητους περιορισμούς. Και όταν αυτά τα δύο «μπλέκονται» μεταξύ τους γεννιέται η πειραματική του Αμαλία. Πάντα μέσα από «μπλέξιμο» και «μπαστάρδεμα».
– Ο τίτλος της παράστασης «Πάλι Καλά Μπορώ Και Τρέχω Με Τακούνια» είναι εξαιρετικά δυνατός και γεμάτος αντιθέσεις. Τι συμβολίζει για εσάς αυτό το «τρέξιμο με τακούνια» μέσα στη δική σας δραματουργία;
Αρχικά με τιμά ιδιαιτέρως που βρήκατε την αντίθεση μέσα σε αυτό, άρα και το ενδιαφέρον. Δραματουργικά τώρα, η σύνδεση είναι εντελώς καθαρή και δηλωτική της παράστασης. Το «Πάλι καλά μπορώ και τρέχω με Τακούνια» ήταν μια φράση που ο Ζακ έλεγε κάθε φορά που γλίτωνε από κάποια ομοφοβική επίθεση που δεχόταν. Αυτό το κατέθεσε σε εμάς φίλη του στην πρώτη διαδικασία συνεντεύξεων που έγιναν για την παράσταση, και με το που το άκουσα έγραψε μέσα μου πεντακάθαρα, αποκτώντας μια πιο γενική -ανεξάρτητα δηλαδή με την υπόθεση του Ζακ- υπόσταση. Δεν είναι ευθύνη των θυμάτων να μάθουν να τρέχουν με τακούνια για να γλιτώνουν. Ούτε φταίνε τα τακούνια που σου επιτέθηκαν. Γιατί κάποια στιγμή, θα σου επιτεθούν και θα σε δολοφονήσουν ακόμα κι αν δεν φοράς τακούνια. Ακόμη κι αν φοράς μονάχα τα φαρδιά σου και τα αθλητικά σου. Όπως συνέβη στις 21 Σεπτεμβρίου του ’18 στην Ομόνοια.
– Η υπόθεση της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου συγκλόνισε την κοινωνία. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να νιώσετε την ανάγκη να μεταφέρετε τα πρακτικά της δίκης και τις μαρτυρίες πάνω στη σκηνή;
Η ανάγκη μου να ξανά θυμηθώ. Ήμουν 14 όταν έγινε αυτή η δολοφονία και ζούσα ακόμα στην Πάτρα, με τους γονείς μου. Θυμόμουν τόσο έντονα το πόσο θολή, συγκεχυμένη και άδικη ήταν η πρόσληψη αυτής της υπόθεσης από την κοινωνία τότε και πόσο θολή, συγκεχυμένη και άδικη παραμένει. Προφανώς δεν θα αλλάξει μια παράσταση την αντίληψη του κόσμου, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι προβάλει την δικιά της αντίληψη για τον κόσμο, και συγκεκριμένα για την υπόθεση αυτής της δολοφονίας με αυτά τα χαρακτηριστικά. Ένιωθα την ανάγκη να θυμηθώ τι έχει γίνει. Πότε μπήκε μέσα στο κοσμηματοπωλείο ο Ζακ. Τι κατέθεσαν όσοι βρίσκονταν εκεί. Τι ειπώθηκε τις πρώτες ώρες από τα μίντια. Τι έλεγε η άλλη πλευρά. Ηταν και είναι αδήριτη ανάγκη μου να μην αφήσω τη λήθη που με και μας διακατέχει να θάψει το τι κάνανε στην Zackie.
– Στο σημείωμά σας μιλάτε για έναν «αγώνα ποδοσφαίρου» με το κεφάλι του Ζακ. Πόσο επώδυνη ήταν η διαδικασία της έρευνας και της συλλογής των ντοκουμέντων για μια τόσο άδικη αυτοδικία;
Σίγουρα υπήρξαν στιγμές στην διαδικασία της έρευνας που συναισθηματικά έφτασα σε οριακές καταστάσεις, και πάλι καλά ειχα τις φίλες μου και την θεραπεύτρια μου να το επικοινωνώ. Ίσως οι πιο «επώδυνες» ήταν οι στιγμές της συλλογής των μαρτυριών από τα πρόσωπα του φιλικού περιβάλλοντος της Zackie. Το άγχος διαχείρισης αυτού του ανθρώπινου δυναμικού που βρίσκεται σε διαφορετικό στάδιο πένθους σε συνδυασμό με τον προσωπικό πόνο για την υπόθεση, αναντίρρητα δεν είναι και η πιο εύκολη διαδικασία έρευνας. Παρόλα αυτά ούτε εδώ λείπουν οι αντιθέσεις. Μέσα στην όλη δυσκολία υπήρχε πολύ χιούμορ και πολύ γέλιο. Στις πρώτες πρόβες, όταν άρχισα να μοιράζομαι το υλικό έρευνας με την ομάδα και τους ηθοποιούς, υπήρξαν στιγμές που εξαιτίας των αντιφάσεων των κατηγορουμένων δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε να γελάμε και να λέμε «είναι δυνατόν ρε πστμ να μας κοροϊδεύουν μέσα στα μούτρα μας»;
– Πώς δομείται σκηνικά μια παράσταση ντοκουμέντο; Επιλέγετε την αποστασιοποίηση ή την έντονη συναισθηματική εμπλοκή των ηθοποιών και του κοινού;
Δεν αποτελεί σκηνοθετική πρόθεση η εμπλοκή του κοινού, ως αποτέλεσμα της εμπλοκής των ηθοποιών. Βρίσκω λίγο άβολη, άτοπη και παλιακή την συνθήκη του «πρέπει να συγκινηθείς εσύ ηθοποιέ, για να συγκινηθεί και ο θεατής». Ίσα ίσα. Δεν θα συγκινηθώ τότε ως θεατής. Θα βαρεθώ γιατί μου δίνεις όλα στο πιάτο. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για το θέατρο του πραγματικού (Θέατρο Ντοκιμαντέρ) εκεί, η ατόφια αλήθεια και οι αντιθέσεις που συνοδεύουν αυτήν την υπόθεση αποτελούν τον κύριο και παράλληλα αφοπλιστικό σκηνοθετικό άξονα.
– Στην παράσταση συμμετέχει μια μεγάλη ομάδα ηθοποιών και χορευτριών. Πώς λειτουργεί το «πλήθος» στη σκηνή σε σχέση με την απομόνωση που ένιωσε το θύμα εκείνη τη μοιραία μέρα;
Η λειτουργίες του πλήθους κατά την διάρκεια της παράστασης είναι ποικίλες, συνθέτοντας το περιβάλλον που συνόδευε τον Ζακ όσο ήταν εν ζωή (συνεργάτ@, φιλ@) καθώς και όσα άτομα συνέθεταν την υπόθεση μετά την δολοφονία (δικαστήρια, μίντια). Η αίσθηση του πλήθους βέβαια είναι καταφανής ακόμα και την ώρα της δολοφονίας. Ο Ζακ ασφυκτιούσε μεν μόνος του, αλλά απέναντι του, σε όλο το στενό της Γλάδστωνος υπήρξε ένας όχλος αποτελούμενος από 30-40 άτομα.
– Αναρωτιέστε στο κείμενό σας: «Ποια πλευρά επιλέγουμε;». Πιστεύετε ότι το θέατρο οφείλει να παίρνει θέση ή απλώς να θέτει τα ερωτήματα και να αφήνει τον θεατή να αποφασίσει;
Είναι βαρετό εκείνο που σου υποδεικνύει τι να κάνεις – εκείνο που σου κουνάει το δάκτυλο. Πρόθεση μας είναι μέσω των ντοκουμέντων ο θεατής να είναι σε θέση να επιλέξει, και όχι να του σερβίρεται μασημένη τροφή.
– Έχετε συμμετάσχει σε performances σε αντιρατσιστικά φεστιβάλ και κινητοποιήσεις. Θεωρείτε ότι το θέατρο σήμερα είναι το τελευταίο «οχυρό» για να ακουστούν φωνές που το σύστημα προσπαθεί να περιθωριοποιήσει;
Δεν είμαι φίλος αυτών των βαρύγδουπων φράσεων. Ούτε «τελευταίο οχυρό» είναι το θέατρο, ούτε «σχολείο», ούτε «δικαστήριο». Αποτελεί απλά ένα από τα μέσα που δύναται να χρησιμοποιήσει μια ομάδα ανθρώπων για να απευθυνθεί κάπου. Σημασία έχει ο τρόπος που επιλέγεις να απευθύνεις τα έργα σου και να διεκδικήσεις τη θέση των ιδεών σου στην κοινωνία. Το σύστημα ίσα ίσα, συνειδητά δεν μας μαθαίνει τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να διεκδικήσουμε την θέση μας περιμένοντας να διεκδικήσουμε «άγαρμπα» εκείνα που μας ανήκουν, με σκοπό να μας τονίσει εξυπνακίστικα εκ των υστέρων πως «καταδικάζει την βία από όπου κι αν προέρχεται!
– Έχοντας εργαστεί με τον Θωμά Μοσχόπουλο, πρόσφατα με το ΚΘΒΕ, αλλά και σε διεθνή φεστιβάλ, τι εφόδια κερδίσατε που εφαρμόσατε σε αυτή τη δική σας σκηνοθετική απόπειρα;
Σε γενικότερο πλαίσιο οι δουλειές που είχα την τύχη να κάνω στο θέατρο από τα 19 μου έχουν συμβάλει σημαντικά στο να κατανοήσω πρακτικά αυτόν τον τόσο «ονειρικά πλασμένο» κόσμο (#νοτ). Το να είμαι συνεπής στα deadlines, να είμαι σε θέση να διαμεσολαβήσω από την θέση του σκηνοθέτη ανάμεσα σε θίασο και παραγωγούς, η πρακτική διαχείριση όλων αυτών των ευθυνών, είναι εργαλεία που τα αποκτά κανείς μονάχα μέσα σε αυτόν τον στίβο. Κι ακόμα μαθαίνω φυσικά. Νιώθω πολύ καλά που έχω το προνόμιο να αντιλαμβάνομαι πως η μάθηση είναι μια διαδικασία αέναη και παράλληλα δεν έχω καθόλου την αίσθηση του ότι «τα ξέρω όλα». Αυτή η παραδοχή του «δεν τα ξέρω όλα, πάμε να το βρούμε μαζί» είναι η πιο σημαντική που έχει να κάνει ένας σκηνοθέτης -μέσα στην πληθώρα ξερολίασης και ναρκισσισμού που υπάρχει τριγύρω μας- και αυτό το έμαθα πλάι στον Θωμά Μοσχόπουλο.
Παράλληλα, το φεστιβάλ που συμμετείχα μέσω της εταιρείας Too Far East ήταν φεστιβάλ Θεάτρου Ντοκουμέντο, συνεπώς η επαφή με θεατρικές φόρμες ντοκουμέντου άλλων / ευρωπαίων σκηνοθετών ήταν το χρησιμότερο εργαλείο και ήρθε την κατάλληλη στιγμή, λίγους μήνες πριν την έναρξη των δικών μας προβών. Σε αυτό το σημείο -αναφορικά με τα εργαλεία του Θεάτρου Ντοκουμέντο- θα ήθελα να γίνει μια ξεχωριστή αναφορά στον καθηγητή και συνεργάτη του Θεάτρου Χάρη Πεχλιβανίδη. Το περασμένο εξάμηνο δουλέψαμε με το τμήμα μου και τον Χάρη πάνω στο θέατρο ντοκουμέντο και εκεί, στο τμήμα θεάτρου, γεννήθηκε μέρος της παράστασης μας για τον Ζακ υπό την εποπτεία του Χάρη. Και για αυτό είμαι πολύ ευγνώμων, για όλη την στήριξη, τα εργαλεία, την εμπιστοσύνη και την έμπνευση που μας δόθηκε εκείνο το εξάμηνο της Σκηνοθεσίας.
– Ποιο είναι το προσωπικό σας «στοίχημα» με αυτή την παράσταση; Τι θα θέλατε να ψιθυρίζει ο θεατής βγαίνοντας από το Θέατρο Αμαλία;
Ιδέα δεν έχω χαχαχαχ. Αυτό που μας αφορά και το συζητούσα τις προάλλες με την βοηθό μου, είναι η παράσταση αυτή να άρεσε στον Ζακ. Από όσα καταφέραμε να μάθουμε για εκείνον, από όσα σώθηκαν από τους οικείους του, να ξέραμε μονάχα αν θα περνούσε καλά και αν θα έβρισκε ενδιαφέρουσα την παράσταση μας.
– Η «άριστη και καλή κοινωνία» που περιγράφετε, πώς αντιδρά όταν έρχεται αντιμέτωπη με την αλήθεια της πάνω στη σκηνή; Έχετε νιώσει ποτέ δισταγμό καταπιανόμενος με τόσο φλέγοντα ζητήματα;
Ο φόβος πάντα είναι εδώ μαζί μας. Δεν μου αρέσει να το παίζω ατρόμητος και ήρωας. Παλιότερα είχα τρομερή άγνοια κινδύνου – πλέον μέσω ψυχοθεραπείας όμως κατανοώ καλύτερα αυτά που μας απειλούν και τα διαχειρίζομαι ωριμότερα. Αλλά ναι, σίγουρα φοβάμαι, για πολλούς λόγους, που δεν είναι τώρα η ώρα να τους αναλύσουμε. «Πες με κότα, στερεοτυπική αδερφή, ο,τι τέλος πάντων θες» όπως έλεγε και η Zackie, αλλά ναι πάντα μπροστά στην βία που μας απειλεί αισθάνομαι φόβο. Χωρίς όμως παράλληλα αυτός να είναι ανασταλτικός παράγοντας για την δημιουργία μας. Στα χρόνια που είμαι ζωντανός παρόλο που ζούμε σε ένα δυτικό – δημοκρατικό καθεστώς (και το κομπαζόμαστε όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε) είτε από τραμπούκους της ΧΑ είτε από τραμπούκους / αμόρφωτα δίποδα μαντρόσκυλα βαθύπλουτων μεγαλοκαναλαρχών έχουν διακοπεί θεατρικές παραστάσεις. Δεν είναι κάτι που ο πολιτισμός μας έχει αιώνες να το δει να συμβαίνει. Το ζήτημα όμως είναι να μην συνηθίσουμε σε αυτού του είδους την ασχήμια, στο δίκαιο της πυγμής που επιβάλλεται δίχως όρια. Ας κάνουμε τον φόβο μας μέσο για αντίσταση απέναντι σε αυτή την παράνοια.
– Πώς βλέπετε το θεατρικό τοπίο της Θεσσαλονίκης για έναν νέο δημιουργό; Υπάρχει χώρος για πειραματισμό και θέατρο-ντοκουμέντο ή το κοινό παραμένει προσκολλημένο σε πιο κλασικές φόρμες;
Ο μορφασμός που έχω αυτή τη στιγμή διαβάζοντας αυτήν την ερώτηση, είναι ένας μορφασμός αμηχανίας αναμφίβολα. Δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση, παρόλα αυτά δεν μου αρέσει να αντιμετωπίζω τα πράγματα πεσιμιστικά και για αυτό θα πω πως το κοινό της Θεσσαλονίκης σταδιακά -μέσω των νέων σκηνών που λειτουργούν πια στην πόλη, όπως το θέατρο Αμαλία (πληρωμένη απάντηση), το Θέατρο Τεχνών– εκπαιδεύεται σε μια ευρύτερη θεατρική παιδεία που περιλαμβάνει, αγκαλιάζει και δημιουργεί χώρο για μια μεστή και ουσιώδη πειραματική σκηνή.
– Η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί συχνά να χαρακτηρίζεται από έναν έντονο συντηρητισμό. Διακρίνετε εσείς να ανοίγει σταδιακά το τοπίο στη σκέψη των πολιτών; Θεωρείτε ότι οι συνομήλικοι σας σήμερα είναι πιο προοδευτικοί και έτοιμοι να αποδεχτούν τολμηρές σκηνικές παρεμβάσεις και παραστάσεις που σπάνε τα ταμπού; Ποια είναι η δική σας αίσθηση;
Αντίθετα, εδώ θα με χαρακτήριζα πεσιμιστή. Θεωρώ πως συντηρητικοποιούμαστε μέρα με την μέρα ολοένα και περισσότερο και χάνουμε διαρκώς την οποιαδήποτε συλλογική μας ταυτότητα. Κλεινόμαστε ο καθένας στο καβούκι του και τον εαυτούλη του -μιας και οι συνθήκες ζωής, ο εξευρωπαϊσμούς και οι πολιτικές της κυβέρνησης επιβάλουν- και χάνουμε το μαζί, το μοίρασμα ιδεών κυνηγώντας την επιβίωση μας πρακτικά. Καθώς -σύμφωνα με την κυβέρνηση και τις πρακτικές της- «όποιος δεν προσαρμόζεται, πεθαίνει». Άρα για ποια συλλογικότητα και πρόοδο να μιλήσουμε όταν πρέπει να τρέξουμε – να προσαρμοστούμε; Και ο συντηρητισμός σε αυτά είναι η λύση. Όταν πρέπει να επιβιώσεις, ο συντηρητισμός είναι η λύση. Το σπιτάκι, η δουλίτσα, το αυτοκινητάκι, το μεροκαματάκι, η γυναικούλα.
Συντηρητισμός και μιζέρια χεράκι – χεράκι, κι εμείς εδώ να λέμε για την τέχνη και για το ότι η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Αυτή είναι μια γενικότερη αίσθηση που έχω. Σε ένα ειδικότερο πλαίσιο βέβαια, σίγουρα δεν θέλω να τσουβαλιάσω και να «θάψω» όποιο φως χαράζει μέσα στο πυχτό σκοτάδι με το οποίο ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι. Αναμφίβολα υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις αντίστασης σε αυτόν τον συντηρητισμό, και χρωστάμε πολλά στην τολμηρή γενιά μου για αυτό. Χωρίς όμως αυτό να είναι απόλυτο. Μπορεί μέρος της γενιάς μου να είναι πράγματι τολμηρό και προοδευτικό και παράλληλα άτομα της ίδιας γενιάς υπερασπίζονται τον συντηρητισμό με νύχια και με δόντια, περισσότερο από τους παλιούς. Και καταλήγουμε ξανά στο πόσο αντιφατικά όντα είμαστε οι άνθρωποι και πως δεν υπάρχει καθαρή απάντηση ούτε εδώ.
– Κλείνοντας, μετά από αυτές τις λίγες παραστάσεις τον Απρίλιο και τον Μάιο, ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας; Υπάρχει κάποιο άλλο θέμα που «καίει» μέσα σας και περιμένει τη σειρά του;
Να ξεκουραστώ λίγο θέλω. Συντηρητικό ίσως και όχι τόσο συλλογικό, αλλά τι να κάνουμε, αυτό με καίει. Να ξεκουραστώ, να κάνω μπάνια και να τρώω καρπουζάκια. Τα έχει ανάγκη αυτά ο άνθρωπος, κι αυτά σπουδαία και σημαντικά είναι. Εξάλλου δεν αποτελώ κάποια ΜΚΟ για θεατρικές παραστάσεις που μου επιβάλει η γουόκ ατζέντα. Με έμπνευση δουλεύω. Μέχρι να μου ξανα έρθει λοιπόν η έμπνευση και η ανάγκη να μοιραστώ κάτι, εύχομαι σε όλους καλά μπάνια και καλά καρπουζάκια 🍉
ΑΜΑΛΙΑ
“Πάλι Καλά Μπορώ Και Τρέχω Με Τακούνια” του Κυριάκου Χριστοδουλόπουλου.
Πρεμιέρα: Τετάρτη 29/04

Το έργο καταπιάνεται με τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου (Zackie Oh) στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, μια υπόθεση που συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία και ανέδειξε βαθιές παθογένειες γύρω από την αυτοδικία, την προκατάληψη και τον κοινωνικό εκφασισμό.
Σκηνοθεσία: Κυριάκος Χριστοδουλόπουλος. Ερμηνεύουν: Λευτέρης Κωνσταντίνου, Βάλια Αλτηπαρμάκη, Κωνσταντίνα Παπαδοπούλου, Βασιλική Σασλή, Κατερίνα Τσιολάκη.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:00. (έως 14/5)
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ
Δείτε και αυτό:











