Ο Σπύρος Φλώρος, ένας δημιουργός που κινείται με την ίδια άνεση ανάμεσα στη φιλοσοφία, την εκπαίδευση και τη λογοτεχνία, επανέρχεται με μια κατάθεση που μοιάζει με πνευματικό μανιφέστο.
Η νέα συγγραφική κατάθεση του «Και εγένετο ειρήνη / Και εγένετο φως», δεν είναι απλώς μια συλλογή θεατρικών κειμένων, αλλά μια μεθοδική ανασκαφή στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής, εκεί όπου το σκοτάδι των επώδυνων εμπειριών συναντά τη λυτρωτική υπόσχεση της ανάστασης. Με όπλα του την κλασική παιδεία και μια γλώσσα που ρέει με τη δύναμη αρχαίου χορού, ο συγγραφέας στήνει ένα σκηνικό «μαγικού ρεαλισμού» για να μιλήσει για τα προαιώνια ερωτήματα που κατατρέχουν το «είναι» μας.
Στη συζήτηση που ακολουθεί, ο Σπύρος Φλώρος ξεδιπλώνει το όραμά του για τη θεατρική φόρμα ως το απόλυτο μέσο εξομολόγησης και «ξεγυμνώματος» του ήρωα. Αναλύει πώς η μοναξιά, η μνήμη και ο θάνατος μπορούν να μεταστοιχειωθούν από ασήκωτα βάρη σε μια φωτεινή μελωδία εσωτερικής γαλήνης, ενώ ταυτόχρονα ασκεί μια διεισδυτική κριτική στον «πνευματικό θάνατο» της σύγχρονης εκπαίδευσης και στην πτωτική πορεία των αναγνωστικών απαιτήσεων.
Πηγαίνοντας σταθερά κόντρα στο ρεύμα της εποχής, μας καλεί σε μια επανάσταση στοχασμού, θυμίζοντάς μας πως το πραγματικό φως αναδύεται μόνο μέσα από τη συνειδητή αναμέτρηση με τα μεγάλα νοήματα της ύπαρξης.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
-Κύριε Φλώρε, το νέο σας πόνημα φέρει έναν τίτλο που παραπέμπει ευθέως στη Γένεση, αλλά και στην εσωτερική γαλήνη. Τι συμβολίζει για εσάς αυτή η μετάβαση από το σκοτάδι στο «αλλιώτικο» φως που περιγράφετε;
Η μετάβαση αυτή, στα δικά μου μάτια, αποτυπώνει την ίδια την ουσία της ανθρώπινης –όπως αυτή θα ήθελα να ορίζεται– φύσης. Αυτό το «αλλιώτικο», το λυτρωτικό, εν τέλει, φως είναι η θέωση του ανθρώπου, η προσωπική ανάταση και Ανάσταση του κάθε ανθρώπου. Ίσως αυτό δεν είναι ένα τέλος, αλλά ένας διαρκής δρόμος. Και σίγουρα, ένα τέτοιο φως δεν μπορεί να λάμψει παρά μόνο μέσα σε μια ψυχή που διέβηκε από σκοτάδια. Το ποθητό είναι στο βάθος ακόμη και των πιο επώδυνων σκοταδιών να αναδειχθεί αυτό το εσωτερικό και γαλήνιο φως.
-Στο κείμενο συναντάμε δύο φωνές που εναλλάσσονται μεταξύ χορού αρχαίας τραγωδίας και τραγικού ήρωα. Γιατί επιλέξατε αυτή τη δομή και πόσο επηρέασαν οι κλασικές σας σπουδές τη θεατρική σας γραφή;
Ξεκινώντας αντίστροφα, είναι δεδομένο ότι οι κλασικές σπουδές επηρεάζουν όχι μόνο τη θεατρική γραφή, αλλά την κάθε γραφή και, πιθανώς, και σκέψη. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, η διαρκής θητεία και μαθητεία στον κόσμο των κλασικών γραμμάτων, καθώς οι σπουδές από μόνες τους μπορεί να είναι κάτι χωρίς βάθος, συνέχεια και «πάθος». Δεν μπορεί να εισέλθεις στον κόσμο αυτόν (των κλασικών γραμμάτων) και να βγεις ο ίδιος. Είσαι, πλέον, ένα άλλο πνεύμα, ένας άλλος άνθρωπος. Η δομή αυτή, ο μονόλογος, η βύθιση στην ψυχή και το «ξερίζωμά» της είναι ένας από τους πλέον πρόσφορους τρόπους να ερευνηθεί σε όλο της το βάθος η ανθρώπινη ψυχή. Δεν συγγραφέας-ψυχογράφος, ο οποίος ακόμη και στα μυθιστορήματά του δεν θα δώσει τον λόγο στους ήρωές του να εξομολογηθούν, να μονολογήσουν, να ξεγυμνωθούν. Το κάνει ο Τολστόι, ο Τσβάιχ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Μάρκες.
-Αναφέρετε πως οι ήρωες κινούνται ανάμεσα στη νηφαλιότητα και την παραμόρφωση, τη διαύγεια και την τρέλα. Είναι τελικά η «τρέλα» ένας απαραίτητος σταθμός για να φτάσει κανείς στη λύτρωση;
Διαύγεια, τρέλα, λύτρωση. Είναι έννοιες τόσο σχετικές, υποκειμενικά προσεγγίσιμες, ώστε κάθε άνθρωπος θα δώσει τόσο διαφορετική απάντηση στο ερώτημα. Φυσικά, για κάποιους, η τρέλα δεν είναι παρά μόνο μία νόσος, μία συμφορά που πλήττει τον άνθρωπο. Λογοτεχνικά, η τρέλα πάντα αποτέλεσε ένα ευρύ πεδίο αναζήτησης και, όντως, υπήρξε ενίοτε το σπάσιμο κάποιων δεσμών, η ρήξη με συμβάσεις, η οδός προς το φως και τη λύτρωση.
-Ο θάνατος, η μνήμη και η μοναξιά αποτελούν τους βασικούς άξονες του βιβλίου. Πώς καταφέρατε αυτά τα «βαριά» υλικά να συνθέσουν μια, όπως τη λέτε, «φωτεινή μελωδία»;
Όλα είναι θέμα διαχείρισης. Ακόμη και το πιο «βαρύ» υλικό μπορεί να αποκτά μια διάσταση αλλιώτικη. Η μοναξιά μπορεί από ασήκωτο βάρος να μετατραπεί σε οδό ενδοσκόπησης, αναζητήσεων και ανακαλύψεων. Άλλωστε, η πορεία στο φως, είναι –όχι, βέβαια, πάντα, αλλά συχνά– μια μοναχική πορεία. Η μνήμη, από την άλλη, γίνεται, κάποποτε, ένας πολύτιμος σύντροφος. «Είμαστε οι μνήμες μας», όπως λέει η μία φωνή. Οι μνήμες μας είναι η σφραγίδα της ύπαρξής μας. Όσο για τον θάνατο, αν ως μέγα διδάσκαλο τον δούμε, τότε μπορεί να νοηματοδοτήσουμε με έναν εντελώς άλλον τρόπο όλου του βίου μας το ταξίδι.
-Το βιβλίο αποτελείται από θεατρικά κείμενα. Όταν τα γράφατε, είχατε στο μυαλό σας μια συγκεκριμένη σκηνική αναπαράσταση ή λειτουργούν πρωτίστως ως «θέατρο της ανάγνωσης»;
Και τα δύο, οπωσδήποτε. Σίγουρα, είναι ένα «θέατρο ανάγνωσης», σίγουρα οι λέξεις πρωταγωνιστούν. Παλεύεις, όπως λέγεται και μέσα στο δεύτερο έργο, ώρες επί ωρών, να βρεις τη μία, την κατάλληλη λέξη. Όμως, σαφώς, στο μυαλό υπάρχει και η θεατρική αναπαράσταση. Έβλεπα, όντως, τον άνθρωπο μπροστά μου, τις κινήσεις του, τις εκφράσεις, άκουγα τον τόνο της φωνής, έβλεπα τα βουρκωμένα μάτια της γυναίκας. Ο λόγος και το δράμα παντρεύονται στη σκέψη, συμπορεύονται.
-Έχετε γράψει μυθιστόρημα, ποίηση, δοκίμια και εκπαιδευτικά βοηθήματα. Τι ήταν αυτό που σας ώθησε τώρα στη θεατρική φόρμα; Τι σας προσφέρει το θέατρο που δεν το βρήκατε στα άλλα είδη;
Κατ’ αρχάς, είναι μία σχεδόν συνειδητή επιλογή η διαρκής αναζήτηση νέων δρόμων. Σχεδόν κάθε βιβλίο μου είναι τελείως διαφορετικό από τα προηγούμενα. Κάθε φορά ένας νέος κόσμος. Φυσικά, το θεατρικό στοιχείο υπήρξε έντονα παρόν και στα άλλα έργα. Ας σκεφτούμε τον Καβάφη που δήλωνε ότι δεν θα μπορούσε να γράψει θέατρο κι όμως τόσα πολλά ποιήματά του μοιάζουν με σύντομα δράματα που παρίστανται μπροστά στα μάτια μας. Στον δραματικό μονόλογο, λοιπόν, βρήκα, όπως προείπα, τη δυνατότητα της πιο αποκαλυπτικής και επώδυνης ίσως περιδιάβασης στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής.
-Ως φιλόλογος και πτυχιούχος Φιλοσοφίας, πόσο αυστηρός είναι ο «εσωτερικός σας κριτής» κατά τη διάρκεια της δημιουργικής γραφής; Η γνώση της γλώσσας λειτουργεί ως εργαλείο ή ως περιορισμός;
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ κανείς δεν μπορεί να νιώθει «κάτοχος» και γνώστης της γλώσσας. Απεναντίας, διαρκώς αναζητά να προχωρά σε έναν μεγαλύτερο βαθμό κατάκτησής της. Η γλώσσα είναι, σίγουρα, εργαλείο, εφόδιο, όπλο. Η κακή της χρήση, λοιπόν, γίνεται, συχνά, όπλο αυτοχειρίας. Και, φυσικά, κακή χρήση της γλώσσας δεν κάνει μόνο ο μη επαρκής κάτοχός της, αλλά κι αυτός που την κατέχει σε υψηλό βαθμό. Είναι, ενίοτε, παγίδα, στην οποία πέφτει εύκολα κανείς.
-Στο δοκίμιό σας «Ο (ηθελημένος;) θάνατος της σκέψης στο σύγχρονο σχολείο», ασκείτε κριτική στην εκπαίδευση. Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία και το θέατρο μπορούν να αποτελέσουν το «αντίδοτο» σε αυτόν τον πνευματικό θάνατο; Αναμφισβήτητα! Η λογοτεχνία είναι ένα από τα πλέον ισχυρά αντίδοτα στον πνευματικό θάνατο.
Αν παρίστασθε σε μία παρέα, θα διαπιστώσετε ότι, σχεδόν πάντα, αυτοί που διαρκώς μιλάνε, με ύφος παντογνώστη, με επιθετικό και διδακτικό τόνο, αυτοί που νομίζουν πως ξέρουν τα πάντα, είναι άνθρωποι που δεν διαβάζουν τίποτε. Αυτό: οι άκρως αντιπνευματώδεις άνθρωποι αγνοούν την άγνοιά τους. Αντιθέτως, ο άνθρωπος που διαβάζει πολύ, τόσο πιο πολύ ενισχύεται, ενδυναμώνεται πνευματικά και συνειδητοποιεί την άγνοια, την απειρότητα των προσεγγίσεων επί κάθε θέματος και –«σοφός» πια– μένει όλο και πιο σιωπηλός, επιφυλακτικός, πλήρης αμφιβολιών.
-Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην απαιτητική καθημερινότητα του εκπαιδευτικού στον ιδιωτικό τομέα και την ανάγκη για συγγραφική απομόνωση και στοχασμό;
Νομίζω ότι άλλο πράγμα δεν είναι η ζωή παρά μία διαρκής προσπάθεια επίτευξης ισορροπιών. Ισορροπίες ανάμεσα στα πρέπει και τα θέλω, ανάμεσα στο καθήκον και την απόλαυση κ.λπ. Δεν μπορεί άλλως να έχουν τα πράγματα. Ίσως, μάλιστα, απαιτούνται οι πάσης φύσεως αντίρροπες δυνάμεις για την επίτευξη μίας ισορροπίας. Κάτι σαν την ηρακλείτεια παλίντονο αρμονία.
-Μετά από επτά βιβλία σε διαφορετικά είδη, ποιο θεωρείτε ότι είναι το κοινό νήμα που διατρέχει όλο σας το έργο;
Αυτό θα ήθελα να το ανακαλύπτει ο αναγνώστης. Να βρει, αν βρει βέβαια, αυτός που έρχεται σε επαφή με το έργο κάποιο τέτοιο νήμα που συνέχει τα μέρη σε ένα όλον. Αν εγώ κάτι πρέπει να αναφέρω, ως κοινό νήμα, αυτό είναι σίγουρα η ανάγκη να σκύψει η ματιά και η σκέψη σε ό,τι λογίζεται ως ανθρώπινη ψυχή και σε εκείνα τα προαιώνια ερωτήματα, με τα οποία «αντιπαλεύει» ο ανθρώπινος Λόγος εδώ και χιλιάδες χρόνια.

-Στην Ελλάδα το θεατρικό βιβλίο συχνά παραμελείται από το αναγνωστικό κοινό, το οποίο προτιμά το μυθιστόρημα. Γιατί αξίζει να διαβάζουμε θέατρο σήμερα;
Δεν θα έλεγα ότι αξίζει ή όχι να διαβάζουμε, γενικά, θέατρο. Θα έλεγα ότι αξίζει να διαβάζουμε ωραία, δυνατά βιβλία, σε όποια κατηγορία και αν ανήκουν. Νομίζω ότι οι απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού εμφανίζουν μια πτωτική πορεία. Ένας σύγχρονος αναγνώστης δεν θα διαβάσει π.χ. το «Μαγικό βουνό», δεν το «σηκώνει», είναι βαρύ. Θα διαβάσει κάτι ανάλαφρο, συχνά ρηχό. Ίσως, αυτός είναι κι ο λόγος προτίμησης του μυθιστορήματος, καθώς το θέατρο συνήθως έχει πιο έντονη τη φιλοσοφική διάσταση.
-Πολλοί λένε ότι η εποχή μας είναι «αντιποιητική». Εσείς, επιμένοντας σε μια γλώσσα εξομολογητική και στοχαστική, νιώθετε ότι πηγαίνετε κόντρα στο ρεύμα;
Υπό μία έννοια, ένας ποιητής ή ένας φιλόσοφος πάντα πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα. Είναι κάτι σαν ένα άλλο ον, σαν λίγο ενός άλλου κόσμου. Προσφάτως βρέθηκα σε μια αίθουσα στο πανεπιστήμιο, όπου νέα παιδιά μιλούσαν για έννοιες όπως η ηθική, το αγαθόν, το ηθικώς πράττειν, στοχαζόμενα πάνω στον λόγο του Λεβινάς, της Σιμόν Βέιλ, του Πασκάλ, του Ηρακλείτου. Αυτό αποτελεί μια επανάσταση, μία πορεία κόντρα στο ρεύμα, εν τέλει μία ελπίδα, αφού υπάρχουν ακόμη οι εστίες εκείνες, όπου ο άνθρωπος αναμετριέται με τα μεγάλα ερωτήματα.
-Ποιοι συγγραφείς ή φιλόσοφοι υπήρξαν οι «πνευματικοί σας φάροι» στη διαμόρφωση του ύφους σας; Ο κατάλογος δεν θα τελείωνε ποτέ. Οι κλασικοί, αναμφισβήτητα, στέκουν πάντα κυριαρχικά παρόντες:
Πλάτωνας, Ηράκλειτος, Σοφοκλής, Αισχύλος, Ευριπίδης, αλλά και Νίτσε, Χάιντεγκερ, Ρουσσώ, Βέιλ και οι μεγάλοι λογοτέχνες, ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τσβάιχ, ο Σαραμάγκου, ο Βιζυηνός, ο Κούντερα… όλοι οι λογοτέχνες που φιλοσόφησαν και ψυχογράφησαν.
-Πιστεύετε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει την ικανότητα να συνομιλεί με τα «μεγάλα νοήματα», αναλώσιμος στην επιφάνεια της καθημερινότητας;
Ίσως συχνότερα από όσο θα έπρεπε κάνουμε λόγο για μία «έκπτωση» του σύγχρονου ανθρώπου. Νομίζω ότι σε κάθε εποχή τα ίδια περίπου συνέβαιναν. Πάντα ένας αριθμός ανθρώπων, σίγουρα η μειονότητα, ζούσε με αυτές τις μεγάλες «μάχες», ενώ ο περισσότερος κόσμος διέγραφε μια άλλη πορεία, πιο ανώδυνη. Ίσως, τέτοιου είδους συνομιλίες αποτελούν «προνόμιο» κάποιων ιδιαίτερων φύσεων.
-Κλείνοντας, αν το «Και εγένετο ειρήνη / Και εγένετο φως» ήταν μια προσευχή ή μια κραυγή προς τον σύγχρονο αναγνώστη, ποια θα ήταν αυτή;
Φως, περισσότερο –εσωτερικό– φως.
Πληροφορίες για το βιβλίο από τις εκδόσεις Βακχικόν κλικ εδώ







