Υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν ταινίες και άνθρωποι που «ζουν» το σινεμά μέσα από τους κανόνες, τις σκιές και τις αθέατες λεπτομέρειες της κατασκευής του. Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης ανήκει αδιαμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία. Με μια πορεία που μετρά πάνω από δεκαετίες στην καρδιά του κορυφαίου κινηματογραφικού θεσμού παγκοσμίως, επιστρέφει τώρα για να καταθέσει το απόσταγμα αυτής της εμπειρίας σε μια έκδοση που ξεπερνά τα όρια ενός απλού χρονικού.
Το βιβλίο του «Τα Όσκαρ» (Εκδόσεις Πεδίο) δεν είναι μια ακόμα συλλογή από στατιστικά, λαμπερά φορέματα και θεωρίες συνωμοσίας των ταμπλόιντ. Είναι, όπως ο ίδιος το αποκαλεί, μια «ερωτική επιστολή» προς την έβδομη τέχνη και ένας οδηγός μύησης στον «εργοκεντρισμό». Μέσα από τις 448 σελίδες του, ο Τιμογιαννάκης αποδομεί τη λάμψη των χρυσών αγαλματιδίων για να αναδείξει τη σκληρή δουλειά των δημιουργών, τη γεωμετρία του μοντάζ και την αρχιτεκτονική της ενδυματολογίας, προσφέροντας στον αναγνώστη το πολύτιμο «κινηματογραφικό μάτι».
Σε μια συζήτηση που ταξιδεύει από το Pantimo και τα «παρασκήνια» του Los Angeles μέχρι την Αριστοτελική «Ποιητική», την ιταλική άμυνα στο ποδόσφαιρο και το δέος μπροστά στην Τζέιν Φόντα, ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης μας ανοίγει τα χαρτιά του στην Kulturosupa.
Και λίγο πριν την παρουσίαση του βιβλίου του στη Θεσσαλονίκη στις 12 Μαΐου, μας εξηγεί γιατί η κινηματογραφική αίθουσα παραμένει μια ιερή αρένα, πώς οι πλατφόρμες αλλάζουν το DNA του προϊόντος και γιατί το επόμενο συγγραφικό του βήμα θα μας οδηγήσει σε μονοπάτια… κάπως μακριά από τα Όσκαρ.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
-Παναγιώτη, χαίρομαι πολύ που σε ακούω. Πέρα από τη συνεργασία μας, υπήρξες για μένα ένας ουσιαστικός καθοδηγητής στην ανάλυση του κινηματογράφου. Πώς είσαι; Υπάρχει πλέον μια πολύ σοβαρή αφορμή για την κουβέντα μας: το πρώτο σου βιβλίο, που καταπιάνεται με τα Όσκαρ.
Είμαι πολύ καλά, σε ευχαριστώ. Πράγματι, τα Όσκαρ και ο τίτλος του βιβλίου είναι το «πρόσχημα» για να μιλήσω για το σινεμά και τις ειδικότητες που το απαρτίζουν. Όλες αυτές τις λεπτομέρειες και τις ιδιομορφίες του κινηματογράφου τις έμαθα μέσα από την προσέγγιση των Όσκαρ όλα αυτά τα χρόνια.
-Διαβάζοντας το βιβλίο, ένιωσα ότι μέσα από τον θεσμό των βραβείων μας καταγράφεις την ιστορία μιας ολόκληρης σχεδόν εποχής και την ίδια την ουσία του σινεμά. Ποια είναι η δική σου οπτική;
Ακριβώς αυτό είναι. Πρόκειται για βραβεία καθαρά κινηματογραφικά, που απονέμονται αποκλειστικά από κινηματογραφιστές και κανείς άλλος. Είναι η «Ακαδημία», η οποία αποτελείται από τη συνισταμένη όλων των ειδικοτήτων του χώρου, συγκεντρώνοντας τους αρίστους από όλο τον κόσμο — από τον Λάνθιμο μέχρι τον Μπρους Σπρίνγκστιν και από Κορεάτες δημιουργούς μέχρι οποιαδήποτε άλλη εθνικότητα.
-Μιλάμε για έναν θεσμό που, παρά την κριτική που δέχεται, παραμένει ο πιο αντικειμενικός στον χώρο του;
Κοίτα, μιλάμε για περίπου 10.600 μέλη πλέον. Πιο αντικειμενικό πεθαίνεις, δεν υπάρχει κάτι άλλο. Παλαιότερα, κάποιοι που δεν ήξεραν —και κατείχαν θέσεις σε έντυπα στην Ελλάδα και αλλού— έγραφαν ό,τι τους κατέβαινε στο κεφάλι για να είναι πιο εμπορικοί ή για να δημιουργήσουν θεωρίες συνωμοσίας. Έτσι κατέληγαν να μιλούν για πράγματα άσχετα με το καθαρά κινηματογραφικό κομμάτι, που είναι και η ουσία της υπόθεσης.
-Εσύ πώς αποφάσισες να αποτυπώσεις όλη αυτή την εμπειρία σε ένα βιβλίο 448 σελίδων; Ήταν η στιγμή που ένιωσες ότι «τώρα πρέπει να μείνουν αυτά»;
Η σχέση μου με τον θεσμό κράτησε 21 χρόνια. Πήγα μια φορά, ξαναπήγα δεύτερη, τρίτη… και δεν κόλλησα τυχαία. Ήρθα σε επαφή με τους ίδιους τους κινηματογραφιστές, άρχισα να μυούμαι στα «εντός» του σινεμά και με έστελναν με συστατικές επιστολές σε πανεπιστήμια να παρακολουθήσω σεμινάρια. Κάποια στιγμή βρέθηκε η φόρμουλα να γραφτεί αυτό το βιβλίο.
Όλα ξεκίνησαν μέσα από την ιστοσελίδα «Pantimo». Μέσα από τις κριτικές και την ανάλυση των κινηματογραφικών ειδικοτήτων, βρέθηκε η φόρμουλα για ένα βιβλίο που θα έγραφα μόνο αν ένιωθα ώριμος. Δεν ήθελα να ακολουθήσω τη λογική των ταμπλόιντ —ποιος σταρ ήταν εκεί και τι φορούσε— γιατί τότε δεν θα το έγραφα ποτέ. Η πρόταση ήρθε από τις εκδόσεις «Πεδίο» (Ελληνικά Γράμματα), όταν ο Αντώνης ο Τουμανίδης, που είναι και συγγραφέας εκεί, παρακολουθώντας τη δουλειά μου στο Pantimo, πρότεινε να εκδοθεί αυτή η «εγκυκλοπαίδεια».
-Στο βιβλίο εστιάζεις με μεγάλη λεπτομέρεια στις βραβευμένες ταινίες από το 2015 και μετά. Γιατί επέλεξες αυτή την πρόσφατη δεκαετία και δεν επεκτάθηκες περισσότερο στο παρελθόν;
Η επιλογή έγινε για να είναι το περιεχόμενο πιο προσβάσιμο στον σημερινό αναγνώστη και να αποφύγουμε την παρελθοντολογία. Φυσικά, έχω κρατήσει επιλεκτικά στοιχεία από το παρελθόν, αλλά το θέμα των Όσκαρ παραμένει ανοιχτό για μένα. Ήθελα να μιλήσω μέσα από παλαιότερες ταινίες για κάποιες πολύ συγκεκριμένες «εξειδικεύσεις». Έτσι, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει για μια ταινία που ξέρει ή έχει δει πρόσφατα, αντί να κουραστεί με λίστες υποψηφιοτήτων του παρελθόντος που μπορεί να βρει εύκολα στο διαδίκτυο.
-Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που αναλύεις κατηγορίες όπως η ενδυματολογία ή το μοντάζ. Πιστεύεις ότι αυτή η προσέγγιση βοηθά τον θεατή να δει το σινεμά με άλλο μάτι;
Αυτό ακριβώς επιδιώκω: την κινηματογραφική διάσταση των Όσκαρ. Υπάρχει τρομερή δουλειά και γνώση από τους ανθρώπους που τα δημιουργούν. Θέλω ο αναγνώστης, ακόμα και όταν βλέπει μια ταινία του εμπορίου, να μπορεί να σταθεί σε ένα στοιχείο και να έχει την εξήγηση του «γιατί» βραβεύτηκε ή γιατί είναι σημαντικό. Για μένα, η κριτική γραμμή βασίζεται στον «εργοκεντρισμό», μια έννοια που υιοθέτησα πλήρως μελετώντας την Αριστοτελική «Ποιητική», η οποία καθορίζει το πώς βλέπω και κρίνω μια ταινία.
-Χαρακτηρίζεις το βιβλίο σου ως «ιστορικό ντοκουμέντο» και «πολιτικό θρίλερ». Πώς συνδυάζεται η λάμψη των βραβείων με το σκληρό παρασκήνιο;
Το παρασκήνιο είναι και αυτό καθαρά κινηματογραφικό, με την έννοια της αυστηρότητας των κανόνων της τέχνης. Κάθε κλάδος —διευθυντές φωτογραφίας, σκηνοθέτες, σεναριογράφοι— έχει τη δική του ματιά. Η Ακαδημία είναι η συνισταμένη αυτών των ματιών. Αυτή η γνώση μου μεταλαμπαδεύτηκε όλα αυτά τα χρόνια που παρακολουθώ τον θεσμό και ήθελα να τη μοιραστώ με τον κόσμο, όχι να την κρατήσω για τον εαυτό μου.
Όταν έφτασα σε αυτόν τον «εργοκεντρισμό» που με ενδιαφέρει, δηλαδή να με απασχολεί το έργο και όχι ο δημιουργός, η νομική μου παιδεία λειτούργησε ως συγκοινωνούν δοχείο. Όπως ο δικαστής ενδιαφέρεται για τα γεγονότα και όχι για τις υποθέσεις ή το τι θέλει να πει ο μάρτυρας, έτσι κι εμένα δεν με αφορά τι θέλει να πει ο ποιητής, αλλά τι λέει το ίδιο το έργο. Αυτόν τον τρόπο βλέπουν, άλλωστε, και όλοι οι συντελεστές της Ακαδημίας.
-Στο βιβλίο σου χρησιμοποιείς τον υπότιτλο «Μια ερωτική επιστολή». Πόσο δύσκολο είναι να παραμένεις ερωτευμένος με το αντικείμενό σου μετά από τόσα χρόνια;
Είναι αυτό που ζω, είμαι έτσι. Παρόλο που έχουν περάσει τα χρόνια και είμαι πλέον ένα «μεγάλο παιδί», δεν νιώθω κουρασμένος. Συνειδητοποιώ ότι αυτή η σχέση είναι κάτι πολύ βαθύ και γοητευτικό για μένα.
-Υπάρχει τελικά ο διαχωρισμός ανάμεσα σε μια «καλή ταινία» και μια «ταινία για τα Όσκαρ»;
Αυτός ο διαχωρισμός είναι κατασκευασμένος από ανθρώπους που δεν ξέρουν και γράφουν στα έντυπα. Αν κάποιος ήξερε πραγματικά ποια είναι η «ταινία για τα Όσκαρ», θα ήταν πολύ συγκεκριμένο το αποτέλεσμα. Υπάρχει μια κατεύθυνση ότι μια ταινία που βγαίνει κοντά στην περίοδο των βραβείων «πάει για Όσκαρ», αλλά αυτό είναι συχνά ρεπορτάζ που εξυπηρετεί τις πωλήσεις. Στην πραγματικότητα, οι προβολές στην Ακαδημία γίνονται όλο τον χρόνο και οι συντελεστές βλέπουν τις ταινίες συνεχώς.
-Μετά από τόσα χρόνια παρουσίας στις τελετές ως επίσημος προσκεκλημένος, σου λείπει η εμπειρία; Θα επέστρεφες;
Δεν έχω κανένα λόγο να επιστρέψω. Το έχω ζήσει, το έχω ευχαριστηθεί και το έχω ολοκληρώσει. Όλα αυτά τα χρόνια ζούσα την εμπειρία υπό φοβερή ένταση και πολλή δουλειά. Εκτιμώ το ότι μου άνοιξαν τις πόρτες, με έβαλαν στις σχολές τους και είδαν ότι δεν είμαι κάποιος που κυνηγάει τους σταρ και τα πάρτι, αλλά κάποιος που ενδιαφέρεται για τους συντελεστές και την ουσία της ταινίας.
-Έχει αλλάξει ο τρόπος που αντιμετωπίζεις τα βραβεία πλέον; Σε επηρεάζει το ποιος θα κερδίσει;
Έχω αλλάξει κι εγώ. Έχει πάψει να με διακατέχει αγωνία για το ποιος θα το πάρει ή να πονάω για κάποιον που έχασε. Πλέον, έχοντας αποκτήσει τη γνώση και τους κανόνες της Ακαδημίας, προσπαθώ αντί να περιμένω εγωιστικά να ικανοποιηθεί το γούστο μου, να δω τι αποτέλεσμα βγάζουν οι ίδιοι οι ακαδημαϊκοί. Με ενδιαφέρει να δω τι από αυτά που έπιασα εγώ επιβεβαιώνεται και τι μου διέφυγε.
-Με παραξένεψε που για την Τζέιν Φόντα, τον μεγάλο σου έρωτα, αφιερώνεις μόνο μία σειρά στο βιβλίο. Είναι τόσο μεγάλο το δέος που σε εμπόδισε να γράψεις παραπάνω;
Ακριβώς έτσι είναι. Το βιβλίο είναι εμπειρικό και η δική μου αλήθεια για τη Φόντα συνοψίζεται σε αυτό που έγραψα. Τις φορές που βρέθηκα κοντά της και προσπάθησα να την πλησιάσω, έπαθα ένα «μπλακ-άουτ», ένα τρακ που δεν κατάφερα ποτέ να ξεπεράσω. Γι’ αυτό προτίμησα να γράψω μόνο κριτικές για τις ταινίες της, γιατί στο προσωπικό κομμάτι «κόμπλαρα».
-Υπάρχει κάποιο καλά φυλαγμένο μυστικό της Ακαδημίας που αποκαλύπτεις στο βιβλίο και θα εκπλήξει τους αναγνώστες;
Το πραγματικό μυστικό είναι ο τρόπος που οι επαγγελματίες βλέπουν τις ταινίες. Έχω αναλύσει πώς ένας μοντέρ βλέπει το έργο ενός συναδέλφου του ή πώς οι ηθοποιοί κρίνουν μια ερμηνεία, βασιζόμενος σε προσωπικές συζητήσεις που είχα με μέλη της Ακαδημίας για το σκεπτικό της ψήφου τους. Για παράδειγμα, αναλύω τη διαφορά στο να σχεδιάζεις ρούχα για έναν σταρ σε σχέση με το να δημιουργείς κοστούμια που υπηρετούν έναν χαρακτήρα. Αυτή η λεπτομέρεια συχνά διαφεύγει από το απλό μάτι, αλλά είναι το κλειδί για το βραβείο.
-Ο θεσμός αλλάζει, γίνεται πιο ανοιχτός, με περισσότερα μέλη και υποψηφιότητες. Πιστεύεις ότι έχει χαθεί η παλιά αίγλη όπου μια ταινία μπορούσε να «σαρώσει» τα πάντα;
Κάθε άλλο, μπορεί ακόμα να συμβεί εκεί που δεν το περιμένεις. Το 2023 είδαμε το «Τα Πάντα Όλα» να παίρνει επτά Όσκαρ, μια ταινία που ήρθε από το πουθενά και ήταν εντελώς ανατρεπτική. Η Ακαδημία προσπαθεί να συμβαδίσει με τις κοσμογονικές αλλαγές στο σινεμά, όπως η κυριαρχία των πλατφορμών. Όταν ο κόσμος βλέπει ταινίες στο κινητό του, αλλάζει η σχέση του θεατή με το δημιούργημα και ο θεσμός πρέπει να προσαρμοστεί.
-Ποιες είναι αυτές οι αλλαγές που επηρεάζουν τον πυρήνα των βραβείων σήμερα;
Ζούμε σε μια εποχή όπου οι πλατφόρμες έχουν αλλάξει τα πάντα και ιστορικά στούντιο, όπως η 20th Century Fox, έχουν μετασχηματιστεί πλήρως. Όταν ο κόσμος βλέπει πλέον ταινίες στο κινητό του μέσα στο μετρό, αλλάζει η ίδια η σχέση του θεατή με το δημιούργημα. Αυτή η αλλαγή στην επαφή με τον αποδέκτη δεν μπορεί παρά να επηρεάζει και την ίδια τη δημιουργία των ταινιών, και κατά συνέπεια και τα Όσκαρ. Ο θεσμός πρέπει να προσαρμοστεί γιατί αλλάζει ο ίδιος ο κορμός του κινηματογραφικού προϊόντος.
-Πιστεύεις ότι η κινηματογραφική αίθουσα θα καταφέρει τελικά να επιβιώσει απέναντι στην κυριαρχία της οθόνης του κινητού;
Πιστεύω ότι η αίθουσα δεν θα σβήσει ποτέ, γιατί είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας και της ίδιας της τέχνης του σινεμά. Ωστόσο, υφίσταται σοβαρές αλλοιώσεις παγκοσμίως. Οι παλιές, μεγάλες αίθουσες διαιρούνται σε δύο, τέσσερις ή οκτώ μικρότερες σαν «κουτάκια». Αυτό δίνει την αίσθηση μιας ιδιωτικής προβολής και στερεί την αίγλη της παλιάς κινηματογραφικής «αρένας», κάτι που συμβαίνει παντού, από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη μέχρι το Παρίσι και τη Ρώμη.
-Η ευρυμάθειά σου εκτείνεται από την όπερα μέχρι το ποδόσφαιρο. Υπάρχει κάποιος κοινός παρανομαστής ανάμεσα σε μια μεγάλη ταινία και έναν σπουδαίο αθλητικό αγώνα;
Φυσικά, και τα δύο είναι εξίσου συναρπαστικά. Ένας μεγάλος αγώνας, όπως ένας τελικός Μουντιάλ ή ένα ντέρμπι στο Champions League, έχει κινηματογραφική ποιότητα: σασπένς, ανατροπές και σημεία που δεν περιμένεις. Ως οπαδός του ιταλικού ποδοσφαίρου, βρίσκω τρομερό σινεμά στο αμυντικό παιχνίδι — στην προσπάθεια να παρασύρεις τον αντίπαλο στα δίχτυα σου και μετά να χτυπήσεις στην αντεπίθεση.
-Το βιβλίο σου έχει ένα πολύ προσεγμένο εξώφυλλο, αλλά παρατήρησα ότι δεν περιλαμβάνει καμία φωτογραφία στο εσωτερικό του. Ήταν δική σου απόφαση;
Ήταν μια καθαρά στρατηγική επιλογή. Θέλαμε ένα βιβλίο που να αποπνέει αυστηρότητα αλλά και καλό γούστο, εστιάζοντας στη γνώση και όχι στην εικονογράφηση. Αν βάζαμε φωτογραφίες, το βιβλίο θα πήγαινε αλλού θεματικά. Σχεδόν όλα τα βιβλία για τα Όσκαρ βασίζονται στο φωτογραφικό υλικό, εγώ όμως ήθελα να περάσει το κείμενο και η ουσία της πληροφορίας.
-Δεν φοβήθηκες ότι η απουσία εικόνας μπορεί να ξενίσει τον αναγνώστη που έχει συνηθίσει στη λάμψη των βραβείων;
Όχι, γιατί δώσαμε μεγάλη σημασία στην αισθητική της έκδοσης — στη γραμματοσειρά, το χαρτί, τη σελιδοποίηση. Οι εκδόσεις «Πεδίο» έκαναν εξαιρετική δουλειά. Ήθελα το βιβλίο να θυμίζει «σινεμά» και «αίγλη» μέσα από τον σχεδιασμό του, χωρίς να χρειάζεται να δείξω την Γκρέις Κέλι ή κάποιον άλλον σταρ για να κερδίσω τον αναγνώστη.
-Το βιβλίο πλέον παίρνει τον δρόμο του προς το κοινό. Τι περιλαμβάνει το πρόγραμμα των παρουσιάσεων και πώς σκοπεύεις να το επικοινωνήσεις;
Ξεκινήσαμε με μια μεγάλη παρουσίαση στην Αθήνα, στο Public της πλατείας Συντάγματος, όπου είχα τη χαρά να συζητήσω για το βιβλίο με εκλεκτούς συναδέλφους και φίλους. Όμως το ταξίδι δεν σταματά εκεί. Σκοπεύω να ταξιδέψω σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, γιατί θέλω να ακούσω τη γνώμη του κόσμου από κοντά. Η επαφή με τον αναγνώστη εκτός της πρωτεύουσας είναι για μένα εξαιρετικά σημαντική, καθώς το ενδιαφέρον για το σινεμά είναι ζωντανό παντού. Στη Θεσσαλονίκη θα έρθουμε στις 12 Μαίου.
-Αυτή η «περιοδεία» του βιβλίου είναι για σένα μια ευκαιρία να δεις πώς εισπράττει ο κόσμος την κριτική ματιά σήμερα;
Ακριβώς. Το βιβλίο είναι ένα εργαλείο επικοινωνίας. Θέλω να δω αν αυτά που κατέγραψα —αυτή η «ερωτική επιστολή» προς το σινεμά— βρίσκουν ανταπόκριση στις ανησυχίες του σημερινού θεατή, είτε βρίσκεται στην Αθήνα, είτε στην επαρχία. Οι παρουσιάσεις σε διαφορετικές πόλεις βοηθούν να σπάσει ο “ακαδημαϊκός” πάγος και να γίνει μια ουσιαστική συζήτηση για την τέχνη που αγαπάμε.
-Ποια είναι η μεγαλύτερη προσδοκία σου γι’ αυτό το ταξίδι;
Να καταφέρω να μεταδώσω λίγη από τη μαγεία που ένιωσα εγώ όλα αυτά τα χρόνια στα παρασκήνια των Όσκαρ. Αν ένας αναγνώστης, μετά από μια παρουσίαση ή αφού διαβάσει το βιβλίο, δει μια ταινία και προσέξει μια λεπτομέρεια που πριν θα του διέφευγε, τότε το βιβλίο θα έχει πετύχει τον σκοπό του.
-Το βιβλίο «Τα Όσκαρ» είναι μια ογκώδης έκδοση. Έμειναν πράγματα «έξω» που θα ήθελες να είχες συμπεριλάβει;
Πάντα μένουν πράγματα έξω, ειδικά όταν μιλάμε για έναν θεσμό με τέτοια ιστορία και τόσες τεχνικές λεπτομέρειες. Ήδη σκέφτομαι το επόμενο βιβλίο και μπορώ να σου πω ότι η θεματική του θα είναι εκτός των Όσκαρ. Θέλω να καταπιαστώ με άλλες πτυχές της έβδομης τέχνης που με απασχολούν χρόνια και να προσφέρω μια διαφορετική αναγνωστική εμπειρία, πάντα με επίκεντρο το σινεμά αλλά από άλλη οπτική γωνία.
-Κλείνοντας αυτή την όμορφη κουβέντα, πώς θα ήθελες να λειτουργήσει το βιβλίο σου «Τα Όσκαρ» στη συνείδηση του αναγνώστη;
Θα ήθελα να είναι ένα βιβλίο αναφοράς. Όχι απλώς κάτι που το διαβάζεις μια φορά και το αφήνεις, αλλά ένας οδηγός στον οποίο ανατρέχεις κάθε φορά που βλέπεις μια ταινία ή θέλεις να καταλάβεις τη δομή της. Να βοηθήσει τον αναγνώστη να αποκτήσει αυτό που λέμε «κινηματογραφικό μάτι»· να μπορεί να ξεχωρίζει την ουσία από τη λάμψη.
-Παναγιώτη, σε ευχαριστώ πολύ για αυτή τη συζήτηση και για όλα όσα μας προσφέρεις μέσα από τη γραφή σου.
Εγώ σε ευχαριστώ. Ραντεβού στις βιβλιοπαρουσιάσεις και, φυσικά, στις κινηματογραφικές αίθουσες!
Πληροφορίες για την έκδοση: Το βιβλίο «Τα Όσκαρ» του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πεδίο». Πρόκειται για μια ανατομία του θεσμού μέσα από την ανάλυση των ειδικοτήτων, εστιάζοντας στην τελευταία δεκαετία των βραβεύσεων, πληροφορίες, αγορά κλικ εδώ
Φωτογραφίες: Από τη πρώτη παρουσίαση βιβλίου στην Αθήνα, Διαδίκτυο







:format(webp)/s3.gy.digital%2Fpediobooks%2Fuploads%2Fasset%2Fdata%2F2324%2FOSCAR.jpg)





