Γράφει ο Ιωάννης Κυφωνίδης για την Κουλτουρόσουπα.
Ένα γκράφιτι, που δεσπόζει στη γωνία ενός τοίχου στη μικρή πλατεία-πάρκο στην Αιμίλιου Ριάδη, κάτω από τη Βασ. Γεωργίου και πάνω από τη Νέα Παραλία, μου τράβηξε την προσοχή.
Ο Τσάρλι Τσάπλιν να έρχεται από τη γωνία με μαύρο καπελάκι ασορτί, όπως τραγουδούσε η Τάνια Τσανακλίδοτ σε μουσική Σάκη Τσιλίκη και στίχους Γιάννη Ξανθούλη.
Πω πω σκέφτηκα “ρομαντικά”: Ο Τσάρλι Τσάπλιν σε μια γωνιά της Θεσσαλονίκης.
Είναι σαν “αυτοσχεδιαστικό” τοπόσημο ., εάν το καλοσκεφτείς. Και πολύ κοντά στους θερινούς κινηματογράφους Ναταλί και Απόλλων. Σα να τους ενώνει κάπως, όχι με τροπο προφανή και φωναχτά, αλλά κάπως ” συνωμοτικά”.
Για την ιστορία να πούμε ότι ο σερ Τσαρλς Σπένσερ «Τσάρλι» Τσάπλιν που γεννήθηκε το 1889 και πέθανε το 197 ήταν αυτός ο διάσημος Άγγλος ηθοποιός, σκηνοθέτης και συνθέτης, του οποίου η φήμη ανήλθε κατά τη διάρκεια της εποχής του βουβού κινηματογράφου. Μεγαλούργησε στις πρώτες δεκαετίες του Χόλυγουντ. Είναι χρονικά η πρώτη παγκόσμια αναγνωρίσιμη φιγούρα της κινηματογραφικής τέχνης, κυρίως μέσω του χαρακτήρα «Σαρλό» που ενσάρκωνε στις πρώτες ταινίες του.. Θεωρείται ευρέως ως ο κορυφαίος κωμικός στην ιστορία του κινηματογράφου και μία από τις σημαντικότερες μορφές του.
Ωστόσο τι είναι γκράφιτι;
Γκράφιτι είναι η αναγραφή κειμένου, όπως συνθημάτων, ή η ζωγραφική σε επιφάνειες που συνήθως βρίσκονται σε δημόσιους χώρους (για παράδειγμα σε τοίχους). Πρωτοεμφανίστηκε την ίδια περίοδο και στα ίδια μέρη που αναπτύχθηκε το κίνημα του Χιπ χοπ, από τον ίδιο καταπιεσμένο κόσμο. Γι’ αυτό πολλοί θεωρούν ότι αποτελεί μέρος της κουλτούρας Χιπ χοπ.
Σύμφωνα με τη Βικιπαιδεία η λέξη είναι ένα αντιδάνειο από το:
Γκράφιτι < graffiti < graffito < graffiato (λατ.) < graffiare (λατ. χαράσσω) < γράφω.
Στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται συνήθως τονιζόμενο στην προπαραλήγουσα (γκράφιτι) ή σπανιότερα στην παραλήγουσα (γκραφίτι). Η ξένη λέξη graffiti είναι στον πληθυντικό, ενώ στον ενικό γίνεται graffito. Στην ελληνική γλώσσα είναι συνηθέστερη η χρήση του γκράφιτι και στον ενικό και στον πληθυντικό (άκλιτο – ως ξένη λέξη). Μια λιγότερο συνηθισμένη ορθογραφία είναι η ελληνοποιημένη μορφή “γκράφιτι”, “γκράφιτο” ή άτονο: “γραφιτι”, “γκραφιτο”.
Οι ελληνικοί όροι που περιγράφουν εν μέρει το γκράφιτι είναι τοιχογράφημα, ακιδογράφημα. Στην αργκό των γκραφιτάδων η πράξη του να κάνεις γκράφιτι λέγεται συνήθως “βάψιμο”.
Δεν ξέρω ποιος “έβαψε” Τσάρλι Τσάπλιν τον τοίχο αυτό, αλλά εύχομαι αυτό το τοιχογράφημα να μείνει για πάντα !!!








