Η Θεσσαλονίκη υποδέχεται από τις 2 Φεβρουαρίου μια παράσταση που υπόσχεται να μας ταξιδέψει στη χρυσή εποχή της επιθεώρησης και στις σκοτεινές πτυχές μιας πολυτάραχης ζωής.
Το έργο της Στεργιάνας Τζέγκα, «Καλή Καλό – Μια ζωή θεατρίνα», σε σκηνοθεσία Πέτρου Παπαζήση, φέρνει στο προσκήνιο την εμβληματική μορφή της Καλής Καλό.
Συναντήσαμε την ηθοποιό Αλκυόνη Θηλυκού, η οποία όχι μόνο πρωταγωνιστεί επί σκηνής αλλά συμμετέχει και στη δραματουργική επεξεργασία του έργου, για να μας μιλήσει για τη γυναίκα που υπήρξε η «ψυχή» της επιθεώρησης και το στοίχημα του να μεταφέρεις μια ολόκληρη εποχή στο σήμερα.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
Η Καλή Καλό υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα: παιδί-θαύμα, μούσα του Αττίκ, αγωνίστρια και δασκάλα. Ποια πτυχή του χαρακτήρα της σας γοήτευσε περισσότερο κατά τη μελέτη σας;
Πιστεύω ότι το πιο γοητευτικό στοιχείο του χαρακτήρα της Καλής, είναι ακριβώς το ότι ήταν όλα αυτά μαζί, και άλλα ακόμα. Ένας άνθρωπος που έζησε μία σειρά από ιστορικά ορόσημα και συμμετείχε σ’αυτά ενεργά (ως παιδί θαύμα – ανακάλυψη του Αττίκ, ως πρωταγωνίστρια και θιασάρχισσα μετά στο ελαφρό θέατρο, ως εξόριστη κομμουνίστρια στα 17 της χρόνια), πράγματα που μπορεί εύκολα στο μυαλό μας να καταχωρίσουν ένα άτομο μέσα στα πλαίσια του θρύλου, και ταυτόχρονα, ένας άνθρωπος αληθινός, με τραύματα, πάθη, ζήλιες και κουσούρια.
Πέρα από την ερμηνεία, συμμετέχετε και στη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου. Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις στο να μετατρέψετε μια βιογραφία σε μια ζωντανή, σύγχρονη θεατρική εμπειρία;
Εδώ να πω ότι η, όντως τρομερά δύσκολη, μετατροπή της βιογραφίας σε θεατρικό κείμενο, έγινε με μεράκι και έμπνευση από την επιδέξια πένα της συγγραφέως μας, Στεργιάνας Τζέγκα, της οποίας τα γραπτά θαυμάζω και εμπιστεύομαι τυφλά. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων και της προετοιμασίας, πριν ξεκινήσουν οι πρόβες, υπήρχε πάντα το ερώτημα, τι κρατάς και τι αφήνεις από μια ζωή ενός σχεδόν αιώνα, από μια καλλιτεχνική παρουσία 60 χρόνων;
Αλλά και κατά τη διάρκεια των προβών, εξακολουθήσαμε να μετατρέπουμε και να προσαρμόζουμε το κείμενο, να κάνουμε δοκιμές για να δούμε τι μας στέκεται καλύτερα επι σκηνής, και, τελικά, τι θέλουμε να πούμε μέσα από τη ζωή της Καλής Καλό, πέρα από το να παρουσιάσουμε επί σκηνής μια στείρα βιογραφία.
Η παράσταση είναι μια «γέφυρα» ανάμεσα στα μπουλούκια του παρελθόντος και το σήμερα. Πώς επικοινωνεί η ιστορία μιας θεατρίνας του 20ου αιώνα με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει μια γυναίκα ηθοποιός το 2026;
Ένας από τους λόγους που αποφασίσαμε σαν ομάδα να ασχοληθούμε με αυτή τη βιογραφία και αυτή την εποχή, ήταν ότι, διαβάζοντας για τα μπουλούκια και τους θιάσους του τότε, και μέσα από τις μαρτυρίες της Καλής, ως νέας γυναίκας ηθοποιού μέσα σε αυτό, βρήκαμε περισσότερες ομοιότητες με το σήμερα απ’ ό, τι θα περιμέναμε ίσως. Και, ειλικρινά, περισσότερες ομοιότητες με το σήμερα απ’ ό, τι θα μας άρεσε να αναγνωρίσουμε. Προφανώς οι συνθήκες έχουν αλλάξει, τόσο όσον αφορά τα θεατρικά επαγγέλματα, όσο και την αντιμετώπιση των γυναικών, ηθοποιών ή επαγγελματιών γενικότερα. Αλλά στον πυρήνα βρίσκαμε τα ίδια υλικά που έχουμε κι εμείς: ανθρώπους που κάνουν κάτι από πάθος και με πάθος, και χωρίς πολλά άλλα εφόδια, και που παλεύουν να αναγνωριστεί αυτό σαν επάγγελμα και όχι σαν χόμπι ή βίτσιο ή παραξενιά.
Η παράσταση χαρακτηρίζεται ως «μουσική». Πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος της ζωντανής μουσικής και του τραγουδιού στην ατμόσφαιρα που δημιουργείτε επί σκηνής;
Η μουσική σε αυτή την παράσταση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δραματουργίας. Ο μουσικός επί σκηνής, Νίκος Βρύζας, που έχει κάνει και την μουσική επιμέλεια της παράστασης, είναι πάντα παρών, ως ένα ακόμα θεατρικό πρόσωπο, και συνομιλεί με το κείμενο, δημιουργώντας ηχητικά τοπία και ατμόσφαιρες, και βοηθώντας μας να ταξιδέψουμε μέσα από εποχές και μουσικά είδη. Δεν είναι σε καμία περίπτωση μία μουσική παράσταση, αλλά δεν θα μπορούσε να υπάρξει αυτή η παράσταση χωρίς τη μουσική και το τραγούδι.
Η Καλή Καλό ήρθε αντιμέτωπη με προκαταλήψεις και εκμετάλλευση. Πιστεύετε ότι το θέατρο σήμερα έχει καταφέρει να αποτινάξει αυτά τα “φαντάσματα” ή η μάχη παραμένει η ίδια;
Πάω να απαντήσω πως η μάχη, ευτυχώς, δεν παραμένει η ίδια – τα πράγματα έχουν αλλάξει και έχουν προχωρήσει από την δεκαετία του ‘40 και του ‘50, ας πούμε, που μεσουρανούσε η Καλή σαν ηθοποιός. Αλλά μετά σκέφτομαι, όλα όσα έχουμε δει και ζήσει τα τελευταία χρόνια, όσα έχουν αποκαλυφθεί, όσα συνέβαιναν στο χώρο του θεάτρου και τα ξέραμε και τα βλέπαμε και τα θεωρούσαμε, κάπως, δεδομένα, ότι έτσι είναι, αν θες να είσαι ηθοποιός, θα φας βρισίδι (για να μάθεις να αντέχεις βρε παιδί μου), θα γλύψεις ποδιές, θα ακούς πως για να πήρες ρόλο, λογικά σε κάποιον “θα έκατσες” (με το συμπάθιο), θα δουλεύεις τζάμπα και θα λες κι ευχαριστώ, και στο μεταξύ στα οικογενειακά τραπέζια θα σε ρωτάνε πότε θα βρεις μια κανονική δουλειά, και τελικά απαντώ: έχουμε ακόμα δρόμο μπροστά μας.
Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον Πέτρο Παπαζήση και τους υπόλοιπους συντελεστές για τη δημιουργία αυτού του «ατμοσφαιρικού ταμπλό» που θα δούμε στο Θέατρο Αμαλία;
Με τον σκηνοθέτη μας, τον Πέτρο, και τη Στεργιάνα, τη συγγραφέα μας, μετράμε πάνω από 10 χρόνια φιλίας και συνεργασίας, και ανταμώνουμε καλλιτεχνικά με όποιον τρόπο μπορούμε, όλα αυτά τα χρόνια. Το να δουλεύουμε μαζί και να συνεννοούμαστε, μου είναι οριακά αυτονόητο. Αλλά και με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, έχουμε κοντινές πορείες και αναφορές, και ήταν τόσο εύκολο να δημιουργηθεί ένας κοινός κώδικας.
Η μεγαλύτερη χαρά και τύχη για μένα μέσα σε αυτή τη διαδικασία της παράστασης που ετοιμάζουμε, είναι πως βρέθηκα να συνεργάζομαι με όλους αυτούς τους ανθρώπους, που τους θαυμάζω και τους χαίρομαι και τους καμαρώνω, επί σκηνής και εκτός.
Υπάρχει κάποια στιγμή στη ζωή της Καλής Καλό που σας συγκινεί ιδιαίτερα κάθε φορά που την αναπαριστάτε στις πρόβες;
Υπάρχουν κάποιες στιγμές στην παράσταση, που η Καλή επιτρέπει στο κοινό να δει πέρα από την λάμψη της ντίβας, την γυναίκα από πίσω, το τραυματισμένο παιδί, την κόρη, την μάνα. Μέσα από αυτές τις ρωγμές νομίζω είναι που μπορούμε και να ταυτιστούμε με την εμπειρία της, και να την νιώσουμε πιο κοντά μας.
Η παράσταση αναφέρεται ως ένας φόρος τιμής «από θεατρίνους για θεατρίνους». Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά το θέατρο ως «πράξη επιβίωσης»;
Για μένα, προσωπικά, αλλά θα τολμήσω να υποθέσω ότι εκφράζω και τη υπόλοιπη ομάδα λέγοντάς το, το θέατρο είναι μια επιλογή και ταυτόχρονα μια ανάγκη. Και έτσι ήταν και για την Καλή, και γι’αυτό θελήσαμε να κάνουμε αυτή την παράσταση, για μας τους ίδιους, για τις προηγούμενες γενιές αλλά και για εκείνες που έρχονται.
Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από τα 75 λεπτά της παράστασης; Μια γεύση νοσταλγίας ή ένα μάθημα αντίστασης;
Ελπίζω φεύγοντας ο θεατής να έχει πάρει λίγο και από τα δύο! Σίγουρα τα σκηνικά, τα κοστούμια, αλλά και η γενικότερη ατμόσφαιρα που δημιουργεί η παράσταση, μας μεταφέρουν σε μια εποχή που συχνά την κοιτάζουμε νοσταλγικά και αναπολούμε τα “παλιά, καλά χρόνια”, αλλά δεν θέλουμε να μείνουμε μόνο σε αυτό.
Μετά από αυτή τη βουτιά στη ζωή της «ψυχής της επιθεώρησης», ποιο είναι το δικό σας προσωπικό όνειρο για τη συνέχεια της πορείας σας στο ελληνικό θέατρο;
Αυτό που ελπίζω για το μέλλον, είναι να συνεχίσω να συνεργάζομαι με ανθρώπους που έχουμε κοινό όραμα και βλέμμα και να εξελισσόμαστε παρέα. Και να κάνω θέατρο, πολύ θέατρο, που να με εκφράζει και να με αφορά, και να έχει κάτι να πει στον κόσμο.
«Καλή Καλό: Η Θεατρίνα που νίκησε τον χρόνο» – Μια μουσική μυσταγωγία στο Θέατρο Αμαλία








.jpg)
