Είδε η ‘Αννια Κανακάρη και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα.
Στα πλαίσια του Europride Thessaloniki 2024, παρουσιάστηκαν στο Θέατρο Κήπου τέσσερις θεατρικές παραστάσεις με θέμα τη διαφορετικότητα, μεταξύ των οποίων η μουσικοθεατρική παράσταση «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη, σε σκηνοθεσία Μάριου Κακκουλή.
Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα τρυφερό μονόλογο, μέσα από τον οποίο παρουσιάζεται η ιστορία του Κωνσταντή ή Βενιαμίν ή Μπεντζίνα, ενός γκέι αγοριού που μεγάλωσε σε ένα χωριό της Κρήτης, σε ένα ιδιαίτερα εχθρικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Ο Κωνσταντής στιγματίστηκε ως διαφορετικός, από πολύ νωρίς, λόγω της μη μη-συμβατικής για το φύλο του συμπεριφοράς, της ψιλής φωνής του και γενικότερα της όλης έκφρασής του που δεν απέπνεε την αρρενωπότητα που «όφειλε» να χαρακτηρίζει τα αρσενικά παιδιά. Στο σχολείο βίωσε το bulling των συμμαθητών του στην πιο σκληρή του μορφή και, το χειρότερο, με την ανοχή των δασκάλων του. Ο πατέρας του, αυταρχικός και απόμακρος, τον απέρριπτε συνεχώς, χωρίς ποτέ να του δείξει ίχνος αγάπης. Για να ξεφεύγει από τη δύσκολη πραγματικότητα συνήθιζε να χτυπάει τα δάχτυλά του και να σκέφτεται μια άσχετη πληροφορία. «Ξέρετε πως οι Σκοτσέζοι έχουν 421 λέξεις για το χιόνι; Και ο πατέρας μου δεν βρήκε ούτε μια για να μου πει πως μ’ αγαπάει…». Πώς να αντιμετωπίσει μια παιδική ψυχή την απόρριψη, ιδίως από τον γονιό; Στην προσπάθεια του να ενταχθεί μιμούνταν τις συμπεριφορές των άλλων αγοριών, προσπαθούσε να κάνει πιο «χοντρή» τη φωνή του, να περπατά πιο «αντρικά», ακόμη και να βρει ένα κορίτσι, έτσι … για να μη διαφέρει. Αποφάσισε μέχρι και να συμμετάσχει στον πόλεμο με τις στρακαστρούκες του Πάσχα, κάτι που απέφευγε συστηματικά.
Η αφήγηση της ιστορίας ξεκινά το βράδυ της Ανάστασης όπου ο Κωνσταντής, εξπέρ πια στις στρακαστρούκες, έχει ραντεβού στην αυλή της εκκλησίας με την Σωτηρούλα. Αντί όμως να της δώσει τις καραμέλες που έχει στη μια του τσέπη, της δίνει τα δυναμιτάκια με αποτέλεσμα εκείνη να χάσει ένα της δόντι. Κάπως έτσι ξεκινά η εξιστόρηση της δραματικής πορείας αυτού του παιδιού, περιγράφονται οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε καθημερινά, η σχέση του με την οικογένειά του, οι προσπάθειες του να βρει διέξοδο μέσα από την μουσική και οιλίγες όμορφες στιγμές με τον φίλο του τον Ασκομπαντούρα, μέχρι …την στιγμή της μετακόμισης του στην Αθήνα για σπουδές, που σήμανε την αρχή του τέλους…
Οι «Στρακαστρούκες» είναι το πρώτο θεατρικό έργο του Δημήτρη Σαμόλη, με το οποίο, όπως ο ίδιος έχει δηλώσει, προσπάθησε να κάνει κάτι που να συνδυάζει όλες του τις ιδιότητες ως ηθοποιού, τραγουδιστή, δημιουργού και περφόρμερ. Δεν πρόκειται ακριβώς για αυτοβιογραφία, είναι όμως ένα έργο που αναφέρεται σε καταστάσεις που έχει ζήσει ο ίδιος ή που του έχουν διηγηθεί φίλοι και προφανώς περιέχει πολλά στοιχεία από την τραγική ιστορία του Βαγγέλη Γιακουμάκη, που συντάραξε το πανελλήνιο, του κρητικού φοιτητή που έπεσε θύμα bullying από συμφοιτητές του στην Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων.
Το κείμενό του, ένας καταιγιστικός μονόλογος, ειλικρινής και αυθεντικός, είναι ομολογουμένως από τα πιο δυνατά (+) στοιχεία της παράστασης. Μια τολμηρή εξομολόγηση ενός από τα πολλά θύματα της απροθυμίας της ελληνικής κοινωνίας να αποδεχθεί το διαφορετικό και της προσπάθειάς της να το εξαλείψει με κάθε τρόπο. Η υπόθεση είναι κατά βάση δραματική, αποδίδεται όμως με αρκετή δόση χιούμορ, ισορροπώντας με τον τρόπο αυτό την ένταση των συναισθημάτων και την βιαιότητα των περιγραφών. Χρησιμοποιώντας γλώσσα απλή και σύγχρονη ο συγγραφέας ξεστομίζει αλήθειες που πονάνε, ξυπνά μνήμες και, χωρίς να αποδίδει ξεκάθαρα ευθύνες, υπενθυμίζει σε όλους πως υπάρχουν άνθρωποι που τιμωρούνται όχι για κάποιο έγκλημα που διέπραξαν αλλά επειδή απλά είναι όπως είναι. Άνθρωποι που βασανίζονται μια ζωή επειδή απλά δεν πληρούν τα στάνταρντ που η κοινωνία έχει θέσει για να είναι κάποιος αποδεκτός. Αξίζει να αναφέρουμε την εξαιρετική σκηνή της πρώτης ερωτικής επαφής του Κωνσταντή, που παρουσιάζεται στο κείμενο ως συγγραφή ενός μουσικού κομματιού από τον ίδιο και τον φίλο του Ασκομπαντούρα (καθώς και οι δύο ασχολούνταν με τη μουσική), χωρίς καμία απολύτως αναφορά σε ο,τιδήποτε σεξουαλικό. Μια ιδιαίτερα ποιητική προσέγγιση που αφήνει τον θεατή να πλάσει με τη φαντασία του την εικόνα, τα συναισθήματα και τη σημασία της όλης εμπειρίας.
Ο σκηνοθέτης Μάριος Κακουλλής προσέγγισε το έργο με ιδιαίτερη ευαισθησία και έχτισε μια παράσταση γεμάτη κίνηση, ζωντάνια, χιούμορ και συναίσθημα. Επικεντρώθηκε κυρίως στην ανάδειξη του κειμένου, αλλά και στην ορθή και μελετημένη καθοδήγηση του Δημήτρη Σαμόλη πάνω στη σκηνή, με βασικούς άξονες την γρήγορη κίνηση, την συνέπεια στην απόδοση των συναισθηματικών μεταπτώσεων και την αμεσότητα στην επαφή με το κοινό. Για 70 λεπτά, απολαύσαμε μια παράσταση με συνοχή και ρυθμό, έναν μονόλογο που δεν κούρασε, αντιθέτως προσέφερε πέρα από γέλιο, μια πληθώρα συναισθημάτων από συμπάθεια, συμπόνοια και συγκίνηση έως οργή και θλίψη για το άδικο τέλος. Εξαιρετική υπήρξε η σκηνοθετική προσέγγιση της σκηνής της ερωτικής συνεύρεσης με την παρουσία ενός επιπλέον ζευγαριού παπουτσιών στη σκηνή, αλλά και της σκηνής του τέλους που ως εικαστικό δρώμενο απογείωσε συναισθηματικά το κοινό.
Το σκηνικό του Λουκά Μπάκα ιδιαίτερα εφευρετικό και εύστοχο συνέβαλε σημαντικά στο όλο αποτέλεσμα. Λιτό σε πρώτη ματιά καθώς αποτελείται όλο κι όλο από ένα όρθιο κιβώτιο, αλλά περιεκτικό και συμβολικό, εξελίσσεται στην διάρκεια της παράστασης, παίρνει όγκο και χαρακτήρα και βοηθά σημαντικά στην απόδοση του κειμένου. Η πόρτα του κιβωτίου ανοίγει και διάφορα αντικείμενα κάνουν την εμφάνιση τους, από μικρόφωνα, σταντ με φώτα, σειρές από λαμπάκια, αλλά και κουτιά με διάφορα συμβολικά μικροπράγματα που κρύβουν μέσα τους τις αναμνήσεις από σημαντικές στιγμές και εν τέλει όλη την σύντομη ζωή του ήρωα.
Καίρια και η συμβολή της μουσικής στο όλο εγχείρημα, που ενέτεινε σημαντικά το συναίσθημα, την συγκίνηση και την τρυφερότητα που κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα. Ξεχώρισαν τα δύο τραγούδια που έγραψε αποκλειστικά για την παράσταση και ερμήνευσε ο ίδιος ο συγγραφέας επί σκηνής.
Η ζεστή, ειλικρινής και ανθρώπινη ερμηνεία του Δημήτρη Σαμόλη φώτισε το κείμενο και ανέδειξε, παρά τις πολλές κωμικές στιγμές, τη δραματικότητα της ιστορίας. Απέδωσε τον χαρακτήρα του Κωνσταντή, που ο ίδιος άλλωστε δημιούργησε, αβίαστα και φυσικά. Με την συγκινητική αυθεντικότητά του, κατόρθωσε να επικοινωνήσει τα συναισθήματα του ήρωα αλλά και να μας κάνει να συμπάσχουμε μαζί του, να νιώσουμε λίγο από την απόρριψη, την πόνο και την απογοήτευσή του. Με χιούμορ, σκηνική άνεση και απίστευτη φυσικότητα «έζησε» τις συναισθηματικές μεταπτώσεις του νέου αυτού ανθρώπου που πάλεψε να γίνει αποδεκτός, δεν μπόρεσε όμως να νικήσει την κοινωνική κατακραυγή. Μέσω της αφήγησης ζωντάνεψε στη σκηνή και τους υπόλοιπους χαρακτήρες του έργου και κυρίως τον πατέρα του τον οποίο απέδωσε με περισσή εκφραστικότητα. Αξίζει να αναφέρουμε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, όργωνε τη σκηνή, άνοιγε κουτιά, έστηνε μικρόφωνα, κρεμούσε λαμπάκια, τραγουδούσε, βρισκόταν γενικά σε μια διαρκή κίνηση διατηρώντας, με τον τρόπο αυτό, ακέραια την επαφή του με το κοινό …
Και κάποιες παρατηρήσεις (-), που αφορούν κατά βάση το κείμενο: θα πρέπει να επισημάνουμε πως ενώ πρόκειται για μια προσπάθεια με δυναμική και ουσία, που συνδυάζει εξαιρετικά το χιούμορ με τη δραματικότητα, εντούτοις ο συγγραφέας καταφεύγει σε χρήση «πιασάρικων», τελευταίας κοπής αστείων, προφανώς για να κερδίσει το νεαρότερο κοινό, που όμως υποβαθμίζουν τη δουλειά του και το όλο αποτέλεσμα. Το χιούμορ είναι γενικά από τα δυνατά κομμάτια του έργου του και οι όποιες υπερβολές δεν του προσφέρουν τίποτα παραπάνω, αντιθέτως μάλιστα. Επίσης το τέλος του έργου, συνταρακτικό και ομολογουμένως εξαιρετικά δοσμένο σκηνικά, έρχεται λίγο γρήγορα, χωρίς καν να προλάβει ο θεατής να αφομοιώσει την αλλαγή στην ψυχολογική κατάσταση του ήρωα. Ίσως βέβαια αυτός ήταν και ο σκοπός του συγγραφέα, να βιώσουμε αυτό το απότομο τέλος που η ίδια η ζωή αποφασίζει για κάποιον, με τον χειρότερο, πολλές φορές, τρόπο.
Συμπερασματικά (=) παρακολουθήσαμε έναν δυνατό και ταυτόχρονα τρυφερό μονόλογο, με πολλές συγκινητικές στιγμές, με μοντέρνα και προσεγμένη σκηνοθετική προσέγγιση που ξεχείλιζε από συναίσθημα. Μια παράσταση που ανέσυρε μνήμες από την τραγική ιστορία του αδικοχαμένου Γιακουμάκη και μας ανάγκασε να κοιτάξουμε κατάματα την αλήθεια: Υπάρχουν χιλιάδες άλλες τέτοιες ιστορίες παιδιών που βιώνουν την απόρριψη και την βία, που αποζητούν την συμπερίληψη και την αποδοχή που δικαιωματικά τους ανήκει. Δεν χρειάζονται στρακαστρούκες, ούτε άλλα φέρετρα για να τους ακούσουμε….
Βαθμολογία: 6,6/10