Είδε και σχολιάζει η Πίτσα Στασινοπούλου για την Κουλτουρόσουπα
Ας ξεκαθαρίσουμε αρχικά ότι οι παραστάσεις της Κιτσοπούλου κινούνται από κάθε άποψη στα άκρα, που σημαίνει είτε θα απορριφθούν μετά βδελυγμίας, είτε θα επικροτηθούν μετά θαυμασμού…η «μέση οδός» για την ιδιαίτερη δημιουργό με το αιρετικό στίγμα είναι σπάνια έως ανύπαρκτη και πρόκειται σαφώς για δική της συνειδητή επιλογή, ανεπηρέαστη από την αποδοχή ή μη του έργου της…
Το οποίο διαθέτει έντονη, σταθερή, χαρακτηριστική ταυτότητα και ο τρόπος πρόσληψής του εξαρτάται από την ιδιοσυγκρασία, τον τρόπο σκέψης, την αισθητική ή την… αντοχή του θεατή, οπότε μόνο ανυποψίαστοι δεν προσήλθαμε στο κατάμεστο θέατρο Αμαλία για την παράσταση «CRY» σε κείμενο και σκηνοθεσία της Λένας Κιτσοπούλου…
Όπου τρεις άνθρωποι στη σκηνή, δύο άντρες και μία γυναίκα, μας καλησπερίζουν ευγενέστατα επί μακρόν, κάθονται ευπρεπώς στις θέσεις τους με ιδιαίτερο νοιάξιμο μήπως ενοχλούν ο ένας τον άλλον, ρωτούν κάθε τόσο με ενδιαφέρον αν περνάμε καλά, τονίζουν με όλους τρόπους την αξία της ευγένειας, της κατανόησης, της καλοσύνης, της θετικότητας και γενικώς ροκανίζουν ανελέητα τον χρόνο αναλύοντας με καθωσπρεπισμό στα όρια του γελοίου, απίθανες ανουσιότητες κενές περιεχομένου ή βαρετά ηθικοπλαστικά κηρύγματα …Μέχρι την κομβική στιγμή της ανατροπής που η «ασφυξία», πυροδοτημένη από ασήμαντες αφορμές, θα γκρεμίσει την προσποιητή κανονικότητα και τα αποδεκτά ευγενικά προσωπεία και θα αποκαλύψει την καταπιεσμένη βίαιη φύση σε όλη της αγριότητα, οδηγώντας σε διαδοχικούς φόνους με πρωτοφανή βαναυσότητα και συνάμα απάθεια, ενώ οι «απολογίες» που ακολουθούν σοκάρουν με την αλήθεια τους…
Χωρίς περιστροφές δηλώνουμε εξαρχής θαυμαστές (+) της Κιτσοπούλου εν γένει, παρά τις κατά καιρούς ενστάσεις μας, ωστόσο στο συγκεκριμένο έργο ο θαυμασμός δεν έχει «αστερίσκους», αποδίδοντας σπουδαία εύσημα σε ένα μυαλό ιδιοφυές, ανατρεπτικό, ασυμβίβαστο, με δημιουργικό οίστρο… που δεν διστάζει να αποδομεί θαρραλέα τους πάντες και τα πάντα, να προκαλεί στα άκρα, να κεντρίζει ανελέητα, πάντα με ξεκάθαρο στόχο και βαθιά ουσία, αξιοποιώντας όσο λίγοι το «χιούμορ της απελπισίας», ικανό να σε «μετακινεί» δραστικά χωρίς καν να το καταλάβεις κάτω από το αθώο δόλωμα… καθώς την ώρα που γελάς οι κεραίες του μυαλού τεντώνονται ασυνείδητα για να συλλάβουν το κρυμμένο υπονοούμενο, ενώ οι αισθήσεις διεγείρονται στο έπακρο σχεδόν σοκαριστικά…
Εν προκειμένω συνδύασε αριστοτεχνικά οριακές αντιθέσεις ανάμεσα στην πλήρη απραξία και τη θεαματική δράση, την σκόπιμη βαρεμάρα και τον καταιγιστικό ρυθμό, την ψεύτικη ευγένεια και την ωμή βία, τον καθωσπρεπισμό και την αγριότητα, την απάθεια και τον κυνισμό, το πηγαίο γέλιο και τον ανατριχιαστικό φόβο… αποκαθηλώνοντας σαρκαστικά – και παραδόξως χωρίς καθόλου την προσφιλή της αθυροστομία – τα στερεότυπα της υποκριτικής πολιτικής ορθότητας που απεχθάνεται και στηλιτεύει σε όλα τα έργα της, για να αναδείξει με απεγνωσμένη κραυγή ή κλάμα (cry) τα αυθεντικά πάθη, το παράλογο, τη ματαιότητα, τις υπαρξιακές αγωνίες της ανθρώπινης φύσης… που καταπιεσμένη «παρά φύσιν» από έναν σύγχρονο ψυχαναγκασμό ευτυχίας ή μια επιβεβλημένη θετικότητα που καταντά τοξική ή λογής κατασκευασμένους φόβους, οδηγείται από την πλέον ασήμαντη αφορμή διογκωμένη παράλογα, στο χάος μιας ανεξέλεγκτης βίας… Εν όλίγοις ένα άκρως ευθύβολο, ακριβές, ουσιαστικό ψυχογράφημα της εποχής μας…
Κι ερχόμαστε στη σκηνοθεσία από την ίδια τη συγγραφέα, που ίσως μόνο αυτή θα μπορούσε να αποδώσει τόσο μεστά, θεαματικά και εύστοχα τον σχεδόν «διαστροφικό» παραλογισμό του έργου της, με το αίμα να πνίγει τη σκηνή σε εγκλήματα που διαπράττονται με προκλητική ευκολία ως ρουτίνα καθημερινότητας.. Ο ευφυής τρόπος που ανέδειξε σκηνικά τις ακραίες αντιθέσεις, εμπλέκοντας με μαεστρία τις πλέον αντιφατικές καταστάσεις, από την πλήξη της γελοίας τυπικής ευγένειας μέχρι το αιφνιδιαστικό άγριο ξέσπασμα και από την υποκριτική κανονικότητα του καθωσπρεπισμού μέχρι την βάναυση «κανονικότητα» των φονικών, υπήρξε τοστοιχείο που καθήλωσε, τόσο σε επίπεδο θεάματος, όσο και εγκεφαλικής διέγερσης…
Ενώ όλα ξεκίνησαν ήσυχα, ομαλά, σε ένα συμβατικό σκηνικό καθιστικού, με τραβηγμένες γλυκανάλατες ευγένειες σε μια κωμικοτραγική προσπάθεια να φανούν ευπρεπή, εντούτοις διαφαινόταν ευκρινώς η πίεση που υπέβοσκε σαν κοχλάζουσα χύτρα έτοιμη να πετάξει με πάταγο το καπάκι και όταν με τις πιο απρόβλεπτες, γελοίες αφορμές επήλθε η απελευθέρωση από τις καταπιεστικές συμβάσεις, η θανατηφόρα έκρηξη δεν άφησε κανέναν ζωντανό… οι πρώην καλοσυνάτοι, ευγενέστατοι υπέρμαχοι της «θετικότητας», αίφνης από το τίποτα μεταλλάχθηκαν σε άγρια θηρία κατασπαράζοντας (κυριολεκτικά) αλλήλους με ακατανόητο μίσος, σχισμένες σάρκες, πεταμένα όργανα στο πάτωμα και το αίμα ποτάμι να λούζει γυμνά σώματα και σκηνικό… με πλέον εντυπωσιακή την αντίδραση κάθε δράστη μετά τον σφαγιασμό, αντιμετωπίζοντας την αποτρόπαιη πράξη του κάπως σαν « ε και τί έγινε, αφού του είπα να σταματήσει να παίζει πιάνο, να φλυαρεί, να κλαψουρίζει κλπ.» με σκεπτικό που εισδύει στα άδυτα του διαταραγμένου- τραυματισμένου ψυχισμού σύγχρονων ανθρώπων, εν δυνάμει δολοφόνων…
Ομολογούμε ότι αυτά που μας συνεπήραν στο σοκαριστικό, αιματοβαμμένο σύμπαν της δημιουργού, ήταν αφενός η έντονη, εξαιρετικά δουλεμένη θεατρικότητα στις αναπαραστάσεις με ωμό ρεαλισμό που όμως παραπέμπει σχεδόν σε αλληγορικό… σουρεαλισμό και αφετέρου το ευφυές εγκεφαλικό παιχνίδι ουσιαστικών νοημάτων πίσω από κάθε τι με απρόβλεπτο συνδυασμό αντιφατικών αισθημάτων και αυθεντικό λόγο ύπαρξης…
Ακόμα και η αταραξία των φωτισμών ή η επιλογή του πιάνου και του κομματιού «Myway» ή των κοστουμιών ή του σκηνικού ευρήματος με το «δωμάτιο γέλιου» (laughingroom) που στο φινάλε η ταμπέλα αλλάζει σε «δωμάτιο κραυγής» (Cryingroom) ή η χρήση πλαστικών, το γυμνό, η εμφάνιση του Χάρου κλπ, υπήρξαν εύστοχες αιτιολογημένες επιλογές που δικαίωσαν στο έπακρο μια θεατρική πράξη- εμπειρία…
Την οποία έφεραν σε πέρας οι άξιοι επαίνων Γιάννης Κότσιφας, Θοδωρής Σκυφτούλης, Μαριλένα Μόσχου και στο φινάλε ως «καταλύτης» με τον σκληρό, τραγικό ή τραγελαφικό επίλογο όπως συνηθίζει, η Λένα Κιτσοπούλου… Όλοι υπηρέτησαν εξαιρετικά ρόλους άκρως απαιτητικούς, όχι μόνο υποκριτικά αλλά και ενεργειακά και κινησιολογικά σε βαθμό καταπόνησης, ακροβατώντας αξιοθαύμαστα πάνω στις ριψοκίνδυνες ισορροπίες των ακροτήτων, όπου το εκρηκτικό γέλιο εναλλασσόταν με το εκρηκτικό ξέσπασμα, η ψυχρή απάθεια με την διαστροφική βία, η ευπρεπής ευγένεια με τον άγριο κανιβαλισμό, αποδίδοντας το ψυχοπαθές κλίμα σε όλη του την νοσηρότητα, με ερμηνείες δουλεμένες στη λεπτομέρεια, άψογο δέσιμο, συντονισμένο ρυθμό, ενώ η εμφάνιση της Κιτσοπούλου στο κλείσιμο, έδωσε γλαφυρά και συμπυκνωμένα το χαρακτηριστικό, ανατρεπτικό στίγμα της…
Τα ελάχιστα που θα επισημαίναμε (-) ως παρατηρήσεις είναι αρχικά το ελαφρώς τραβηγμένο χρονικά πρώτο μέρος της «ευπρέπειας» με την βαρετή απραξία και κατά δεύτερον το κάπως αμήχανο φινάλε, σαν να μην είχαν καταλήξει πώς θα κλείσουν και δοκίμαζαν διάφορες επιλογές με ασαφές το σημείο «τέλους»… Επίσης θα εκτιμούσαμε λίγο μεγαλύτερη συμβολή της μουσικής ή κατάλληλου ηχητικού περιβάλλοντος για αρτιότερη ανάδειξη ενός υποβλητικού σκοτεινού κλίματος…
Εν κατακλείδι (=) αυτό που αξίζει να προσθέσουμε στην εμπειρία μιας ιδιαίτερης, εξαιρετικής σε περιεχόμενο και θέαμα παράστασης με ευθεία αναφορά στο σήμερα, είναι ότι θα την κουβαλάμε μέσα μας για εσωτερικό διάλογο επί μακρόν…
Βαθμολογία: 7,7/10
ΑΜΑΛΙΑ
«CRY» της Λένας Κιτσοπούλου.
Πρεμιέρα: Δευτέρα 12/01
Είδαμε, βαθμολογήσαμε με 7,7 και σχολιάζουμε εδώ (σύντομα)

Όλα ξεκινούν με τις καλύτερες προθέσεις. Τα θέματα συζήτησης είναι προσεκτικά επιλεγμένα, οι καλεσμένοι είναι αποφασισμένοι να περάσουν καλά. Όμως, πώς φτάνουμε από την τυπική κοινωνική ευγένεια στο απόλυτο χάος; Γιατί χύνεται αίμα παντού;
Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου. Ερμηνεύουν: Λένα Κιτσοπούλου, Γιάννης Κότσιφας, Θοδωρής Σκυφτούλης, Μαριλένα Μόσχου.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00, 12-13, 19-20 και 26-27 Ιανουαρίου (έως 27/01)
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ











