Η Φιλιώ και η Κατερίνα πάνε θέατρο
Γράφει η Νέλη Βυζαντιάδου για την Κουλτουρόσουπα
Σε κείμενα, σύλληψη και σκηνοθεσία του Στάθη Παπουλίδη η παράσταση ‘Ροβινσώνας vs Κρούσος’ που ανεβαίνει Σάββατο 28/3 και Σάββατο 4/4, στο Θέατρο Σοφούλη.
Ποια είναι, όμως, η ιστορία αυτού του εγχειρήματος; Πώς προέκυψε η ιδέα; Ο κύριος Παπουλίδης λέει πως η ιδέα για αυτήν την παράσταση γεννήθηκε μέσα από μια βαθιά βιωματική αλλά και παιδαγωγική ανάγκη. Η πρώτη αφορμή ήταν η προηγούμενη συνεργασία του με τον Σωκράτη Λογοθέτη και τον Χρίστο Βασιλείου. Παρατηρώντας τη σκηνική τους χημεία, την αμεσότητα και την εκφραστική τους ευελιξία, γεννήθηκε η επιθυμία να δημιουργήσει μια παράσταση ειδικά ‘χτισμένη’ πάνω σε αυτούς τους δύο. Ξεκίνησαν λοιπόν με αυτοσχεδιασμούς, παιχνίδι και ελευθερία έκφρασης, και μέσα από αυτή τη ζωντανή διαδικασία προέκυψε σταδιακά το θεατρικό κείμενο.
Παράλληλα η δεκαετής εμπειρία του ως θεατρολόγος σε Κ.Δ.Α.Π τον έχει φέρει πολύ κοντά στον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται, αισθάνονται και αλληλεπιδρούν τα παιδιά σήμερα. Παρατηρεί καθημερινώς ότι η σύγχρονη πραγματικότητα – με την έντονη παρουσία των κινητών τηλεφώνων και των ψηφιακών μέσων – δυσκολεύει, συχνά, τα παιδιά να κοινωνικοποιηθούν ουσιαστικά, να συνεργαστούν και να χτίσουν αληθινές σχέσεις φιλίας. Έτσι γεννήθηκε η ανάγκη για μια παράσταση που δεν θα απευθύνεται απλώς στα παιδιά, αλλά θα τα αφορά βαθιά. Μια παράσταση που, μέσα από το παιχνίδι, τη σύγκρουση και τελικά τη συνύπαρξη δύο ανθρώπων, θα αναδεικνύει τη σημασία της επικοινωνίας, της αποδοχής και της φιλίας. Το έργο ‘ΡοβινσώναςvsΚρούσος’ είναι, στην ουσία, μια θεατρική πρόταση που προέκυψε από την πράξη. Προέκυψε από τους ηθοποιούς, από τα ίδια τα παιδιά και από την ανάγκη να ξαναθυμηθούν όλοι τι σημαίνει να είναι μαζί.
Η παράσταση περιγράφει τις περιπέτειες δύο ναυαγών που καλούνται να συνεργαστούν μεταξύ τους για να επιβιώσουν αφού πρώτα ξεπεράσουν ή παραμερίσουν τις διαφορές τους και βρουν έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας. Δυνατό μήνυμα σε μια εποχή που η επικοινωνία βάλλεται και κινδυνεύει διαρκώς σε κάθε διαπροσωπική σχέση, σκέφτομαι. Ο κύριος Παπουλίδης επιβεβαιώνει πως πρόκειται για την ιστορία δύο ναυαγών που λειτουργεί ως μια δυνατή αλληγορία για τη σύγχρονη πραγματικότητα. Δύο άνθρωποι διαφορετικοί, με άλλες συνήθειες, άλλους τρόπους έκφρασης και αντίληψης, βρίσκονται σε μια συνθήκη όπου η επιβίωση δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά αποτέλεσμα συνεργασίας. Αυτό από μόνο του δημιουργεί ένα πολύ γόνιμο πεδίο για τα παιδιά, καθώς αναγνωρίζουν μέσα από το παιχνίδι και τη δράση, κάτι που βιώνουν και στην καθημερινότητά τους. ‘Στην εποχή μας, ενώ φαινομενικά υπάρχουν περισσότεροι τρόποι επικοινωνίας από ποτέ, η ουσιαστική σύνδεση δοκιμάζεται. Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η άμεση επαφή, η ακρόαση και η ενσυναίσθηση δεν καλλιεργούνται πάντα όσο θα έπρεπε. Μέσα από την παράσταση, επιχειρούμε να επαναφέρουμε την αξία της απλής, ανθρώπινης επικοινωνίας: το να ακούω τον άλλον, να τον κατανοώ, να κάνω χώρο για τη διαφορετικότητά του. Η διαδρομή των δύο ηρώων δεν είναι εύκολη. Περνά μέσα από συγκρούσεις, παρεξηγήσεις και αδιέξοδα. Όμως ακριβώς εκεί βρίσκεται και η παιδαγωγική της δύναμη. Τα παιδιά βλέπουν ότι η διαφωνία δεν είναι κάτι αρνητικό, αλλά ένα φυσικό στάδιο στη διαδικασία της συνύπαρξης. Και ότι, μέσα από την προσπάθεια και τη διάθεση για σύνδεση, μπορεί να δημιουργηθεί ένας κοινός κώδικας επικοινωνίας, που οδηγεί τελικά όχι μόνο στην επιβίωση, αλλά στη φιλία. Με αυτόν τον τρόπο η παράσταση γίνεται μια αφορμή να θυμηθούμε όλοι, μικροί και μεγάλοι, ότι η επικοινωνία δεν είναι δεδομένη: είναι μια δεξιότητα που χτίζεται, καλλιεργείται και χρειάζεται φροντίδα’, ομολογεί.
Και οι δύο πρωταγωνιστές συνειδητοποιούν πως μόνο αν γίνουν ξανά παιδιά, θα καταφέρουν να λειτουργήσουν πραγματικά ως ενήλικες. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην ψυχοθεραπεία όπου μόνο αν συνδεθεί κανείς με το παιδί μέσα του θα θυμηθεί τις δυνάμεις, που έχει, και θα αξιοποιήσει τις ποιότητες που άφησε στην άκρη μεγαλώνοντας. Τελικά ποια είναι, κατά τη γνώμη του σκηνοθέτη, η δύναμη που κρύβει ένα παιδί; Πιστεύει βαθιά πως το παιδί κρύβει μέσα του μια αυθεντική και ανεξάντλητη δύναμη ζωής. Είναι η δύναμη της φαντασίας, της αυθόρμητης έκφρασης, της περιέργειας και – ίσως το πιο σημαντικό – της ικανότητας να συνδέεται αληθινά με τον άλλον. Τα παιδιά, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν φοβούνται να δοκιμάσουν, να αποτύχουν, να ξανασηκωθούν. Έχουν μια φυσική ελαστικότητα απέναντι στις δυσκολίες και μια καθαρότητα στο συναίσθημα που οι ενήλικες χάνουν, συχνά, στην πορεία. Μέσα από το παιχνίδι μπορούν να επαναπροσδιορίσουν την πραγματικότητα, να μετατρέψουν το φόβο σε περιπέτεια και τη μοναξιά σε συνάντηση. Στις σκηνές της παράστασης οι δύο ήρωες αναγκάζονται να επιστρέψουν σε αυτήν ακριβώς την παιδική ποιότητα: να παίξουν, να γελάσουν, να φανταστούν, να εμπιστευτούν. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία, ξαναβρίσκουν όχι μόνο ο ένας τον άλλον, αλλά και τον εαυτό τους. Είναι σαν να θυμούνται κάτι που γνώριζαν πάντα, αλλά είχαν ξεχάσει. ‘Ίσως τελικά η μεγαλύτερη δύναμη του παιδιού να είναι αυτή: η ικανότητά του να ζει στο ‘εδώ και τώρα’, να σχετίζεται χωρίς άμυνες και να μεταμορφώνει τον κόσμο μέσα από τη φαντασία και την αλήθειά του. Και όταν ένας ενήλικας καταφέρει να ξανασυνδεθεί με αυτό το κομμάτι του εαυτού του, τότε μπορεί να γίνει πιο ανοιχτός, πιο δημιουργικός και ουσιαστικά πιο ανθρώπινος’, καταλήγει.
Επιθυμώντας να υπογραμμίσουμε τα βασικότερα μηνύματα που περνά το έργο σε μικρούς και μεγάλους θεατές, ζητώ από τον κύριο Παπουλίδη να ονοματίσει αυτά που θεωρεί ως τα σημαντικότερα. Το έργο, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, επιχειρεί να αγγίξει μικρούς και μεγάλους μέσα από απλά αλλά βαθιά ανθρώπινα μηνύματα. Στον πυρήνα του βρίσκεται η αξία της επικοινωνίας, δηλαδή το να ακούμε πραγματικά τον άλλον, να προσπαθούμε να τον κατανοήσουμε και να βρίσκουμε κοινούς τρόπους συνύπαρξης, ακόμα κι όταν διαφέρουμε. Οι δύο ναυαγοί, μας λέει, είναι τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους. Διαφέρουν στη σκέψη, στη συμπεριφορά, στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Αυτή ακριβώς η διαφορετικότητα είναι που αρχικά τους φέρνει σε σύγκρουση, αλλά στη συνέχεια γίνεται η αφορμή για εξέλιξη και ουσιαστική σύνδεση. Μέσα από αυτή τη διαδρομή αναδεικνύεται ένα ακόμα βασικό μήνυμα του έργου που δεν είναι άλλο από τη σημασία της συνεργασίας. Οι ήρωες συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν μόνοι τους καθώς χρειάζονται ο ένας τον άλλον. Παράλληλα το έργο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ‘απαραίτητο’. Βρισκόμενοι σε μια συνθήκη επιβίωσης, οι δύο χαρακτήρες καλούνται να ξεχωρίσουν τι έχει πραγματική αξία: την τροφή, την ασφάλεια, τη συντροφικότητα, την επικοινωνία. Αυτή η συνθήκη έρχεται σε αντίθεση με τη σύγχρονη πραγματικότητα των παιδιών, όπου συχνά καλλιεργείται η ανάγκη για διαρκή απόκτηση μη ουσιωδών πραγμάτων. Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλουν που, άθελά του, τους μαθαίνει πως πιο σημαντικό είναι το ‘τιέχεις’ παρά το ‘ποιος είσαι’. Μέσα από την ιστορία οι συντελεστές επιχειρούν να επαναφέρουν αυτήν την ισορροπία. Να θυμίσουν ότι η αξία του ανθρώπου δεν βρίσκεται στα αντικείμενα, αλλά στις σχέσεις, στις ποιότητες και στην ικανότητά του να συνδέεται με τους άλλους. Για τους ενήλικες θεατές, ίσως το πιο ουσιαστικό μήνυμα είναι η ανάγκη να επανασυνδεθούν με την παιδικότητά τους – με την αυθεντικότητα, το παιχνίδι και τη φαντασία. Γιατί μόνο τότε μπορούν να προσεγγίσουν τα παιδιά ουσιαστικά, αλλά και να επαναπροσδιορίσουν τον τρόπο που σχετίζονται οι ίδιοι με τους άλλους. Τελικά το έργο λειτουργεί σαν μια υπενθύμιση ότι η φιλία, η συνεργασία και η αληθινή επικοινωνία δεν είναι δεδομένες έννοιες, αλλά επιλογές που χρειάζεται να καλλιεργούμε καθημερινά.
Θέλω πολύ, όμως, να ακούσω πώς βίωσαν το ρόλο τους οι δύο ηθοποιοί της παράστασης και γι’ αυτό τους ζητώ να τον περιγράψουν χρησιμοποιώντας τρεις λέξεις και εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους επέλεξαν αυτές τις λέξεις. Οι λέξεις, που ήρθαν στο μυαλό του Σωκράτη Λογοθέτη, ήταν: ρευστός, απεγνωσμένος και αλαζονικός ανά στιγμές. Ο ήρωας που ενσαρκώνει είναι ένας άνθρωπος στο όριο των αντοχών του. Μετά από ένα μακροχρόνιο πόλεμο, πρέπει να καταφέρει να επιβιώσει ως ναυαγός. Αυτή του η απόγνωση τον καθιστά ρευστό στον τρόπο που αντιμετωπίζει τις καταστάσεις και τον Παρασκευά, τον εξ ανάγκης σύντροφό του. Παρόλα αυτά παραμένει ένας αρκετά αλαζονικός και δύστροπος χαρακτήρας, μέχρι την ύστατη στιγμή που θα συνειδητοποιήσει ότι χρειάζεται τη βοήθεια των άλλων ανθρώπων. Από την άλλη ο Χρίστος Βασιλείου λέει πως ο χαρακτήρας, που υποδύεται, στο έργο φαίνεται ανεπηρέαστος όσον αφορά τις αναποδιές που τους έχουν συμβεί. Αντιθέτως υπάρχουν στιγμές που δείχνει να διασκεδάζει κιόλας, αλλά παράλληλα μέσα στην πλοκή του έργου δείχνει την ευαισθησία του. Μέσα από το έργο διαπιστώνεται ότι είναι γενναίος χαρακτήρας, αφού τίποτα δεν τον φοβίζει, προσπαθώντας να επιβιώσει.
Παραμένω στη συνομιλία με τους δυο τους, τους οποίους και παρακινώ να ονοματίσουν τη μεγαλύτερη πρόκληση με την οποία παλεύουν οι ήρωες, που υποδύονται, και την οποία καλούνται να διαχειριστούν. Ο κύριος Βασιλείου πιστεύει ότι οι δύο ήρωες έχουν κοινό στόχο και ο στόχος αυτός είναι η επιβίωση. Ο ήρωας, που υποδύεται, θέλει να γλιτώσει από τον πόλεμο ασφαλής και να επιστρέψει στο σπίτι του και στην οικογένειά του. Για τον ήρωα, που υποδύεται ο κύριος Λογοθέτης, οι προκλήσεις είναι πολλές με πρώτη και κύρια την επιβίωση. Παρά ταύτα θεωρεί ότι μεγαλύτερη πρόκληση, που αντιμετωπίζει, είναι απέναντι στον εαυτό του: να αφήσει ελεύθερο το παιδί που κρύβει μέσα του, να μάθει να εμπιστεύεται, να παραδεχτεί ότι όλοι χρειάζονται βοήθεια και να μην υποτιμά κανέναν.
Αναρωτιέμαι αν θα άλλαζαν κάτι στην πλοκή ή το τέλος του έργου για να ακούσω τον κύριο Βασιλείου να δηλώνει ότι ίσως να άλλαζε κάτι στην πλοκή και πιο συγκεκριμένα να προσέθετε λίγες σκηνές ακόμα για μεγαλύτερη διαδρομή στους χαρακτήρες και έμφαση στο χτίσιμο της σχέσης τους, αλλά σίγουρα δεν θα άλλαζε το τέλος γιατί πιστεύει ότι δίνει το καλύτερο μήνυμα στα παιδιά. Ο κύριος Λογοθέτης θεωρεί πως, επειδή σε μεγάλο βαθμό το έργο βγήκε αυτοσχεδιαστικά, είναι ικανοποιημένοι με όσα κατάφεραν να βάλουν στον σχετικά μικρό χρόνο που έχει η παράσταση ως παιδική. Επομένως σε αυτή τη χρονική στιγμή δεν νιώθει ότι του λείπει κάτι. Σε δεύτερο χρόνο ίσως το μελετήσουν ξανά για κάτι επιπρόσθετο.
Απολαμβάνω, σχεδόν σε κάθε άρθρο μου, να προσκαλώ τους συνεντευξιαζόμενους να μοιραστούν μια αντίδραση θεατή που θα τους μείνει αξέχαστη. Το ίδιο κάνω και με τους δυο ηθοποιούς της παράστασης. ‘Πάντα το παιδικό θέατρο σου αφήνει τις περισσότερες και πιο έντονες αναμνήσεις. Από το γέλιο των παιδιών και τις ιδέες/προτάσεις τους, μέχρι τη βοήθεια που προσφέρουν είτε με την προσοχή τους είτε με τις αντιδράσεις και τη συμμετοχή τους. Θυμάμαι, μεταξύ πολλών άλλων, μια φορά που ο ήρωας είναι εκνευρισμένος/κουρασμένος/ στα όρια του και λέει συνέχεια ‘Δεν χρειάζομαι κανέναν, ούτε τον Παρασκευά, ούτε κανέναν’ και ακούστηκε η φωνή ενός παιδιού που είπε: ‘Ούτε κι εμάς!’. Αυτό, που ακούστηκε, ήταν ισόποσα αστείο και συγκινητικό και σε κάνει να καταλάβεις πόσο εμπλέκονται τα παιδιά και επενδύουν, όταν βλέπουν θέατρο!’, εξομολογείται ο κύριος Λογοθέτης. ‘Κάθε αντίδραση από τα παιδιά είναι μοναδική και αξέχαστη. Συνήθως στο τέλος, μετά την παράσταση, θέλουν να μιλήσουν μαζί μας και κάνουν αρκετές ερωτήσεις’, λέει ο κύριος Βασιλείου.
Φτάνοντας στο τέλος αυτής της συνομιλίας, προσκαλώ και τους τρεις συνεντευξιαζόμενους να ξεχωρίσουν την πιο δυνατή σκηνή της παράστασης όπως την έχουν βιώσει οι ίδιοι. Για τον κύριο Λογοθέτη οι ξεχωριστές στιγμές αλλά και οι στιγμές κάθαρσης είναι πολλές. Θα μπορούσε να είναι, όπως εξηγεί, το τέλος. Θα μπορούσε να είναι η εξομολόγηση του Παρασκευά προς τον χαρακτήρα ου ή η εξομολόγηση του χαρακτήρα του προς τον Παρασκευά. Η στιγμή που ο ήρωας διαβάζει το γράμμα που του έχει γράψει η σύζυγός του. Ή οι πάμπολλες στιγμές που οι δύο ήρωες γίνονται παιδιά, βγάζουν την αθωότητά τους προς τα έξω και συνεργάζονται. Δεν μπορεί να διαλέξει μόνο μία. Για τον κύριο Βασιλείου πάλι φαίνεται να είναι πιο εύκολο να επιλέξει μια σκηνή και αυτή είναι η στιγμή προς το τέλος, όταν επιστρέφει ο ήρωας για να βοηθήσει τον άλλο ήρωα. Αυτή είναι, κατά τη γνώμη του, η στιγμή που ξεχωρίζει ο χαρακτήρας και δίνει μήνυμα στο κοινό. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια στιγμή κάθαρσης.
Τέλος για τον κύριο Παπουλίδη μια από τις πιο δυνατές σκηνές της παράστασης. όπως τη βίωσε κατά τη διάρκεια της σκηνοθετικής διαδικασίας, είναι η σκηνή λίγο πριν το τέλος. Εκεί, οι δύο ναυαγοί, έχοντας περάσει μέσα από συγκρούσεις, χιούμορ και διαρκείς μεταπτώσεις, φτάνουν σε ένα σημείο όπου η σχέση τους μετασχηματίζεται ουσιαστικά. Σε αυτή τη στιγμή αναδεικνύονται με ιδιαίτερη ένταση οι ερμηνευτικές ικανότητες των ηθοποιών. Με εξαιρετική δεξιοτεχνία, μεταβαίνουν από μια καθαρά κωμική κατάσταση σε μια βαθιά συγκινητική και ουσιαστική ατμόσφαιρα. Αυτή η μετάβαση δεν γίνεται απότομα, αλλά οργανικά, σχεδόν ανεπαίσθητα, επιτρέποντας στο κοινό – και κυρίως στα παιδιά – να ακολουθήσει συναισθηματικά αυτή τη διαδρομή. Παράλληλα σε αυτή, όπως και σε άλλα σημεία της παράστασης, το διαδραστικό στοιχείο είναι έντονο και ζωντανό. Τα παιδιά δεν παρακολουθούν απλώς. Ταυτίζονται, συμμετέχουν, αντιδρούν. Σε κάποιες στιγμές, νιώθουν την ανάγκη να γίνουν μέρος της δράσης, να ανέβουν στη σκηνή και να σταθούν δίπλα στους ήρωες. Και αυτό δεν είναι αποτέλεσμα μιας σκηνοθετικής ‘υποχρέωσης’ αλλά μιας αυθεντικής σύνδεσης που δημιουργείται εκείνη τη στιγμή. Αυτή η σκηνή, λοιπόν, συμπυκνώνει για τον ίδιο την ουσία της παράστασης: τη μετάβαση από το παιχνίδι στη συγκίνηση, από την απόσταση στη σύνδεση. Είναι η στιγμή που το θέατρο παύει να είναι απλώς θέαμα και γίνεται εμπειρία – μια κοινή, ζωντανή εμπειρία που μοιράζονται ηθοποιοί και θεατές.
Μια δυνατή εμπειρία είναι το θέατρο για όλους τελικά. Τόσο για αυτούς που εργάζονται μέρα – νύχτα για να βλέπουμε όσα βλέπουμε αλλά και για εμάς που το απολαμβάνουμε από την πλατεία. Η εμπειρία αυτή είναι δυνατή και ανανεωτική. Δυνατή, ανανεωτική και πλούσια.
Ραντεβού την επόμενη Παρασκευή με ένα καινούργιο άρθρο…η Φιλιώ και η Κατερίνα πάνε θέατρο και τους αρέσει πολύ!






.jpg)
.jpg)
.jpg)


.jpg)
.jpg)