Είδε και σχολιάζει η Πίτσα Στασινοπούλου για την Κουλτουρόσουπα
Ακόμη κι αν κάποιοι δεν διάβασαν το ομώνυμο βιβλίο του Τζώρτζ Όργουελ, αποκλείεται να αγνοούν, τόσο την ύπαρξη όσο και το περιεχόμενό του σε γενικές γραμμές, καθότι ανήκει στα πλέον πολυσυζητημένα, έχοντας κάνει πάταγο με την έκδοσή του και ο χαρακτηρισμός που έκτοτε το συνοδεύει σταθερά είναι ο όρος «προφητικό»… καθώς ο συγγραφέας προέβλεψε πολλά χρόνια πριν, με ακρίβεια και σε όλη του την έκταση το δυστοπικό τοπίο της σύγχρονης εποχής και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που περίμεναν εναγωνίως με κρυφό φόβο, κάπως σαν τη… Δευτέρα Παρουσία, την χρονιά- ορόσημο σύμφωνα με τα γραφόμενα…
Λογικό λοιπόν το ενδιαφέρον για την θεατρική μεταφορά του βιβλίου «1984» του Τζωρτζ Όργουελ σε διασκευή και σκηνοθεσία του Θάνου Νίκου, που παρακολουθήσαμε στο Artbox Fargani από την ομάδα Ars Moriendi…
Επί σκηνής τέσσερα ανέκφραστα πρόσωπα καθισμένα σε καρέκλες ως παγωμένη εικόνα, προβαίνουν σταδιακά σε κάποιες σπασμωδικές κινήσεις και στη συνέχεια αναπαριστούν συμβολικά και αφαιρετικά το σκοτεινό πνεύμα του έργου, το οποίοε μπνεύστηκε και καθιέρωσε τον όρο «Μεγάλος Αδελφός»… εννοώντας μια ρεαλιστική ή φανταστική ή συλλογική οντότητα, που ως τεράστιο «μάτι» έχει δυνατότητα καθολικής παρακολούθησης των ανθρώπων με σκοπό την χειραγώγησή τους για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων… Οι ήρωες καθίστανται μεθοδικά και σχεδόν ασυνείδητα υπάκουα υποχείρια στις εντολές του, καθώς σταδιακά εκφυλίζονται η δυνατότητα σκέψης, η γλώσσα ως έκφραση, η αυτοδιάθεση του ατόμου, καταλήγοντας σε πλήρη ανελευθερία κάτω από διαρκή «άνωθεν» έλεγχο από τον οποίο αδυνατούν να δραπετεύσουν…
Το πλέον εντυπωσιακό γεγονός για το κείμενο (+) του Όργουελ είναι ότι γράφηκε το 1948, ενώ ο τίτλος προέκυψε από αναγραμματισμό της χρονολογίας (48-84)… Που σημαίνει ότι ο συγγραφέας πριν μισό αιώνα και στον απόηχο ενός παγκόσμιου πολέμου που ο κόσμος πάσχιζε να ορθοποδήσει με πίστη σε ένα καλύτερο αύριο, εκείνος προσπέρασε τις ελπιδοφόρες συνθήκες της εποχής του και διέβλεψε με ανατριχιαστική ακρίβεια το ζοφερό μέλλον που θα ερχόταν πολλές δεκαετίες μετά και ήδη το ζούμε για τα καλά στο πετσί μας… Προφανώς οποιαδήποτε ανάλυση επ’ αυτού είναι περιττή, καθώς επιβεβαιώθηκαν πλήρως σήμερα όλες οι αναφορές περί «Μεγάλου Αδελφού» με ποικίλες μορφές πανίσχυρης εξουσίας, που είτε ως αόρατο ηλεκτρονικό μάτι ελέγχει εξονυχιστικά ζωτικά δεδομένα που οικειοθελώς του παραχωρούμε, είτε ως κατασκευασμένη απειλή χειραγωγεί τις μάζες μέσω του φόβου, όπου και πάλι οικειοθελώς του παραχωρούμε ελευθερίες… Σαφώς ένα δυσοίωνο, απαισιόδοξο κείμενο για την τρομακτική αλλοτρίωση αρχών, αξιών, κοινωνικών δομών, διαπροσωπικών σχέσεων κλπ. που όμως αποδείχθηκε άκρως ρεαλιστικό με μεγάλες αλήθειες…
Ο έμπειρος Θάνος Νίκας στη διασκευή και σκηνοθετική προσέγγιση επωμίστηκε ένα δύσκολο εγχείρημα, καλούμενος να προσδώσει θεατρικότητα και δραματουργική υπόσταση σε ένα έργο κατά βάση φιλοσοφικό- πολιτικό με αφηρημένες έννοιες και επί της ουσίας – πλην ελαχίστων παρατηρήσεων- πέτυχε πολλά και σημαντικά… Κυρίως δε να αποδώσει ιδανικά με κατάλληλους φωτισμούς, λιτό σκηνικό και εύστοχο ηχητικό περιβάλλον την σκοτεινή ατμόσφαιρα που υποβάλλει το θέμα και επιπλέον να στήσει μια συμπυκνωμένη παράσταση χωρίς κουραστικούς πλατειασμούς, με σκηνικό ενδιαφέρον, απέριττους συμβολισμούς και κάποιες σκηνές με ιδιαίτερη ένταση και σημειολογία, αξιοποιώντας παράλληλα την οθόνη στο βάθος για προβολή «κομβικών» λέξεων- κραυγών του κειμένου… Όσον αφορά στο γυμνό, εντάχθηκε οργανικά στο πνεύμα και ενίσχυσε τον ρεαλισμό της σκηνής, σε μια προσέγγιση που φλέρταρε ισορροπημένα με τη γκροτέσκο αισθητική…
Η ομάδα των ταλαντούχων ηθοποιών, ήτοι οι Βύρων Αναγνωστόπουλος, Δημήτρης Δάγκαλης, Άννα Μαρία Κοκκίνου, Μάιρα Σιδερίδου, κατέθεσαν ως θαυμάσια συντονισμένο σύνολο το καλύτερο δυνατό, με εμφανώς δουλεμένα εκφραστικά μέσα σε λόγο και κίνηση… ενώ οι πλέον ευδιάκριτοι βασικοί ρόλοι του ερωτευμένου ζευγαριού του έργου που απελπισμένα αντιστέκεται, αποδόθηκαν από τους Δάγκαλη και Σιδερίδου με εξαιρετική ακρίβεια, ένταση, εκφραστικότητα, άνεση, εμπειρία… Ο δε σκηνοθέτης Θάνος Νίκας που ανέλαβε στο μέσον της παράστασης ως ηθοποιός τον κομβικό ρόλο του «Μεγάλου Αδελφού» ή «Καθοδηγητή», υπήρξε ιδανική επιλογή με έντονο εκτόπισμα, ανταποκρινόμενος με κύρος, επιβολή, αυταρχισμό στις ιδιαίτερες απαιτήσεις του χαρακτήρα…
Όσον αφορά στις παρατηρήσεις μας (-) το πρώτο που θα επισημάνουμε είναι ότι το συγκεκριμένο έργο και το θέμα τουσήμερα μοιάζει ελαφρώς «κλισέ» ή «ξεπερασμένο» από τις ραγδαίες εξελίξεις, καθώς έχει ήδη συζητηθεί/ αναλυθεί/ παρουσιαστεί ποικιλοτρόπως σε μεγάλο βάθος από διαφορετικές ψαγμένες οπτικές και πάντως έχει χάσει ως κείμενο στην πορεία των χρόνων την έντονη δυναμική λόγω προφητείας που διέθετε κάποτε… Σήμερα ακούγεται επί της ουσίας ως πλεονασμός ή επανάληψη όσων πλέον βιώνουμε, διαθέτοντας κατά βάση ιστορικό χαρακτήρα… Το δεύτερο που θα παρατηρήσουμε σε επίπεδο σκηνοθεσίας είναι αφενός οι μεγάλες κουραστικές παύσεις (ειδικά η μακρόσυρτη σιωπηλή έναρξη σε βαθμό αμηχανίας) που λειτουργούσαν ως ενοχλητικά χάσματα και αφετέρου μια διάχυτη ασάφεια σε επίπεδο νοητικής σύνδεσης- ειρμού σε κάποια σημεία, αλλά και χαρακτήρων χωρίς καθαρό στίγμα, που μείωνε περιστασιακά το εγκεφαλικό ενδιαφέρον…
Συνοψίζοντας (=)θα πούμε ότι ακόμα κι αν το διάσημο έργο έχασε σήμερα την «προφητική» δυναμική του, δεν παύει να διαθέτει ιστορική αξία για όσα δραματικά προέβλεψε 70 χρόνια πριν, ενώ η μεταφορά του στη σκηνή από καθ’ όλα άξιους συντελεστές, παρουσιάζει αξιοσημείωτο θεατρικό ενδιαφέρον…
Βαθμολογία: 6,4 στα 10