Φωτογραφικό υλικό
Φωτογραφία Ἐπικεφαλίδας: «Ἰδέα, ἐμπειρία, μετοχὴ γύρω ἀπ΄τὴν ἀγἀπη. «Φιλανθρωπία», ἔργο τοῦ Ἄντωνυ Βὰν Ντάικ, 1627-2»
«Ἐὰν ταῖς γλώσσες τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.»
( Α΄ Κορ. ΙΓ:1)
Υπάρχουν διάφοροι λόγοι γιὰ νὰ ἐπιχειρήσει κανεὶς νὰ παράγει ἢ νὰ δημιουργήσει ἢ ἀπλὰ νὰ ἀνεβάσει μία θεατρικὴ (καὶ ὄχι, μόνον) παράσταση σήμερα.
Ἐκ πρώτης ὅψεως θὰ μποροῦσαν νὰ χωριστοῦν σὲ προσωπικοῦς, ἐμπορικοῦς ἢ οἰκονομικοῦς, προπαγανδιστικοῦς ἢ διαφημιστικοῦς, ἐπικοινωνιακοῦς, ψυχολογικοῦς, αἰσθητικοῦς καὶ ἄλλους.
Κάποιοι θὰ ἔφτιαχναν μιὰ παράσταση διὰ τὸ κέφι τῆς δημιουργίας, κάποιοι ἄλλοι γιὰ νὰ ἀποκομίσουν χρήματα ἢ φήμη καὶ πελατεῖα, κάποιοι τρίτοι γιὰ νὰ διασπείρουν μηνύματα, πεποιθήσεις ἢ ἀπόψεις· βρίσκονται κἔκεῖνοι που ζητοῦν νὰ τέρψουν τὶς τῶν σφέτερων αἰσθήσεις ἀλλὰ καὶ δαῦτοι ζητοῦντες ὀμολογήσουν τὸν καημὸ τοῦς, νὰ ἔπικοινωνήσουν τὸν ἐαυτὸ τοῦς ἢ καὶ ἀπλῶς· νὰ ὑπάρξουν.
Λιγότερο ἢ περισσότερο αὐτοὶ οἱ λόγοι –καὶ ἄλλοι ἀκόμα- συνυπάρχουν καὶ συνθέτουν σὲ διάφορες ἀναλογίες τὰ καλλιτεχνικὰ ἐγχειρήματα που ἐκτίθενται δημοσίως.
Συνεχίζοντας τὸν μεθοδικὸ καὶ συστηματικὸ τρόπο σκέψης καὶ προοπτικῆς τοῦ «δέον ἐστὶ» στὸν κοινωνικὸ, δημόσιο καὶ Θεατρικὸ στίβο που τέθηκε ὡς πλαίσιο ἤδη ἀπὸ τὴν πρῶτη ἐπιφυλλίδα, θὰ ἐπιχειρηθεῖ ἐδῶ ἐμβάθυνση στὸ θέμα τῶν οὐσιωδῶν κινήτρων μιὰς παράστασης γιὰ τὸ Θέατρο. Ἔχει διατυπωθεῖ δὶς ἀπὸ τὶς γραμμὲς αὐτῆς τῆς στήλης ἡ πεποίθηση ὅτι τὸ Θέατρον (μὲ «Θ» κεφαλαῖο) συνιστὰ μιὰ ἔκφανση δημόσιας βουλῆς, ὅπου διαλέγονται κοινὸ καὶ καλλιτέχνες μὲ τὴν πρόταση τοῦς δραματοποιημένη ἐπὶ σκηνῆς χρησημοποιῶντας διάφορες φόρμες.
Στὴν πεποίθηση αὐτὴ κρύβεται μιὰ σοβαρότατη παγίδα ἤτοι ἡ ὑποβίβαση τοῦ μέσου (τοῦ Θεάτρου) σὲ ἀπλὸ κανάλι μετάδοσης πληροφοριῶν μὲ ποικίλους ἐκφραστικοῦς κώδικες, σἔνα ἀγορητήριο ἢ ἔνα δελτίο εὶδήσεων τρόπον τινὰ. Βεβαίως, νὰ σημειωθεῖ, ὅτι ἡ ἀναφορὰ ἐδῶ δὲν φωτογραφίζει τὴν τυχὸν χρήση φόρμας ἀγορητηρίου ἢ ρεπορτὰζ τῦπου θέατρο ντοκουμέντο καὶ ἄλλες ἀντίστοιχες, ἀλλὰ τὰ συμπτώματα τοῦ στείρου διδακτισμοῦ ἔδρας, τὴν δῆθεν αὐθεντία, τὴν μεταφορὰ γεγονότων μὲ ἀναφορικὸ ἢ τηλεοπτικὸ τρόπο που συναντώνται σὲ μεγάλο ἀριθμὸ παραστάσεων.
Συνήθως αὐτὲς οἱ παραστάσεις ἔχουν ἔντονο ἐγκεφαλικὸ χαρακτήρα καὶ κινούνται σὲ ἐπίπεδα λογικὴς ἢ λογικοφανοῦς θεώρησης τῶν πραγμάτων· ἢ καλύτερα ἀκόμα, προτείνουν διάφορες λογικὲς ἐπὶ σκηνῆς. Ἀσχέτως ἄν εἶναι φιλοσοφικὲς, προπαγανδιστικὲς, διδακτικὲς ἢ καταγγελτικὲς, καλοφτιαγμένες ἢ μὴ, δείχνουν νὰ κινητοποιούνται ἀπὸ ἔνα στοιχεῖο ἢ αἴσθηση κοινωνικῆς προσφορὰς καὶ ἴδεαλισμοῦ πρὸς ἔμα ἀφηρημένο ἀνθρώπινο σύνολο. Κατά τὴν ὑλοποίησὴ τους ὅμως μοιάζει συχνὰ νὰ ὑποτιμάται ἢ νὰ παραβλέπεται τὸ ἄλλο μεγάλο καὶ σημαντικὸ στοιχεῖο τοῦ Θεάτρου: ἡ ἐμπειρία.
Τοιουτοτρόπως, δημιουργείται ὁ ἀντίποδας τοῦ παραπάνω ἱδεαλιστικοῦ κινήτρου ὁ ὁποῖος ἀφορὰ τὴν αἰσθητικὴ καὶ βιωματικὴ ἐμπειρία τῶν καλλιτεχνῶν.
Αὐτὴ ἡ πλευρὰ ζητὰ τὴν ἔκφραση τῶν συναισθημάτων τῶν δημιουργῶν, συναισθήματα που προέρχονται ἀπὸ ἄμεσες αἰσθητικὲς ἐμπειρίες βιωμένες στὸ ὑλικὸ σῶμα· τέτοιες ἐμπειρίες μπορεῖ νὰ εἶναι ἔνα ἡλιοβασίλεμα, ἔνας ἔρωτας, ἡ ζήλεια τῶν σχέσεων, ἔνα κλαδὶ ελιὰς, μιὰ σταγόνα βροχῆς που ἀγγίζει το δέρμα, ὁ πόλεμος, ἡ πεῖνα, ἡ κακοποίηση, ἔνα δάκρυ που κυλὰ στὸ μάγουλο καὶ οὕτω καθεξῆς.

Στὴν σύνθεση ὄμως καὶ αὐτοῦ τοῦ κινήτρου ἐλοχεύει μιὰ ἄλλη παγίδα: ἡ μετατροπὴ τοῦ Θεάτρου σἔνα ψυχαναλυτικὸ ἢ συναισθηματικὸ ἐξομολογητήριο ἀτόμων που μοιράζονται τὶς ἵστορίες τοὺς καὶ τὰ τραύματὰ τοὺς δημοσίως, ζητώντας τὴν κάλυψη τῶν προσωπικῶν συναισθηματικῶν κενῶν τοὺς, ἀπὸ τὰ λογῆς λογῆς ἀκροατήρια.
Ὅλοι ἔχουν βρεθεῖ σὲ ἀντίστοιχες παραστάσεις, παραστάσεις που μοιάζουν νὰ στάζουν πόνο, ἄχτι καὶ δηλητήριο ἔνῳ ἀντιχοῦν ἔναν βορβορώδη ὀχετὸ χωρὶς προφανῆ λόγο – παρὰ μόνον τὴν ἀτομικὴ ἴκανοποίηση τοῦ δημιουργοῦ τοὺς ( που πολλὲς φορὲς, παρὰ τὸν ἀριθμὸ των συντελεστῶν τῆς παράστασης, συνοψίζεται σἔνα ἄτομο, σἔναν ἰθύνων νοῦ).

Μπορεῖ κανεὶς νὰ ὁνομάσει τὴν παγίδα αὐτὴν μεταφορικὰ ὡς «τὴν τοποθέτηση τῶν ἀπλύτων σὲ κοινὴ θέα», τὰ ὀποῖα ἐπικοινωνοῦνται μὲ σκηνικὸ κώδικα καὶ πολλὲς φορὲς αἴγλη «θολοκουλτούρας», δηλαδὴ μιὰς ἐπιθετικῆς, χειμαρώδους δημιουργικῆς ἀσάφειας.
Τοῦτος ὁ κίνδυνος τοῦ ἐγωτισμοῦ που πλακώνει τὸ κίνητρο τῆς ἐμπειρὶας συνθέτει τὸ ἐπόμενο στοιχεῖο τῆς Θεατρικῆς πράξης ὡς κοινωνικὸ γεγονὸς.
Τὸ στοιχεῖο τῆς μετοχῆς.
Στὸ Θέατρο, ἐφὄσον αὐτὸ τελείται ἀπὸ ἀνθρώπους, ὑπάρχει τὸ στοιχεῖο τῆς κοινῆς συμμετοχῆς, σὲ κάποιο παρατιθέμενο βίωμα. Ἐδῶ ἡ ἐμπειρία δὲν μεταφέρεται ὡς στοιχεῖο διὰ τὸ ὁποῖο πληροφορείται ὁ θεατὴς βιώνοντας ἔνα Ψ ἄσχετο ἀποτέλεσμα τῆς Χ μεταφερόμενης ἐμπειρίας, ἀλλὰ καλεῖται νὰ μετάσχει στὴν ἐμπειρὶα, στὸ βίωμα τῆς δεδομένης Θεατρικῆς στιγμῆς. Οἱ θεατὲς γίνονται κοινωνοὶ τῆς σκηνικῆς ἐμπειρὶας καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς, ὅπως διαμορφώνεται ἀνάμεσα σὲ κοινὸ καὶ καλλιτέχνες. Δὲν συλλέγουν πληροφορίες μιὰς φιλοσοφικῆς στάσης ἢ κάποιας ἐμπειρίας ἐνὸς ἀτόμου, ἀλλὰ τὴν συλλογικὴ ἐμπειρία μετοχῆς σὲ μιὰ ζωντανὴ σχέση, δὲν συλλέγουν μὰ ζοῦν.
Ἔτσι οἱ παραστάσεις ἀποκτοῦν στοιχεῖα performance, ἐπιτελέσεων ἐλληνιστὶ, δηλαδὴ ἀδιαμεσολάβητης ἐμπειρίας, πραγματικῆς ζωῆς, δράσης.
Ἀλίμονο ὅμως καὶ ἐδῶ ἀκόμη, ἄν καὶ τὸ ἀντίκτυπο παραστάσεων μὲ τὸ κίνητρο τῆς μετοχῆς μπορεῖ νὰ εἶναι πραγματικὰ πολὺ ἱσχυρὸ καθῶς κοινωνοῦν ἐμπειρίες, δὲν τὶς διηγούνται ἀπλῶς, συχνὰ ἀπαντάται ἡ παγίδα τοῦ αὐτισμοῦ καὶ τῆς ἀσάφειας, δηλαδὴ τῆς παράθεσης συμμετοχικῶν ἐμπειριῶν χωρὶς ἱσχυρὸ νοηματικὸ πλαίσιο καὶ χωρὶς μεθεκτικὸ περιεχόμενο· χωρῖς δηλαδὴ κάτι που νὰ μπορεῖ νὰ συγκινήσει κὰι νὰ πάλει τὶς καρδιὲς τοῦ κοινοῦ ἀποτελεσματικὰ. Στὴν περίπτωση αὐτὴ, λείπει τὸ νόημα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μετατρέπεται ἡ παρατιθέμενη μετοχικὴ ἐμπειρία σἔνα ἀπλὸ αἰσθητικὸ βίωμα, κοινῶς συνοούμενο ὅπως η βροχὴ ἢ μιὰ κόρνα κάποιου αὐτοκινήτου ἢ ἡ γλύκα τοῦ μελιοὺ.
Στὸ στοιχεῖο ἐκεῖνο τῆς μετοχῆς, ἐὰν προστεθεῖ νοηματικὸ (ἰδεολογικὸ) πλαίσιο καὶ ἐμπειρὶα, τὸτε πιᾶ συντίθεται μιὰ ἐνεργητικὴ πρόταση ζωῆς, πρόταση τρόπου ὕπαρξης, που παρατίθεται δειγματοληπτικὰ ἀπὸ λειτουργοῦς τῆς πρὸς ἄπαντες νὰ κοινωνήσουν.
Μἄλλα λόγια, οἱ ἠθοποιοὶ ἀφοῦ ἐξασκήσουν στὴν πράξη τὴν βιωματικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ ἰδεολογικοῦ πλαισῖου που τοὺς προτείνει ὁ σκηνοθέτης (ἰδανικὰ), θὰ στοιχειοθ
ετήσουν βιώματα μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ μεταμορφωθοῦν καὶ θὰ δράσουν μέσα ἀπὸ τὸ νέο τοὺς πρόσωπο ἐπὶ σκηνῆς γιὰ νὰ (ἐπὶ)κοινωνήσουν, αἰσθητικὰ, μὲ τὴν ἴδια τὴν παρουσία τοὺς τὴν σχετικὴ πρόταση ζωῆς στὸ κοινὸ.

Παρατηρεῖται σὲ τούτη τὴν διαδικασία, ἡ μετατροπὴ τοῦ ἠθοποιοῦ σὲ ἐξερευνητὴ καὶ ἐραστὴ τῆς ζωῆς, ὁ ὁποῖος καταδύεται στὰ ἄδυτα τῶν ἀντιλήψεων καὶ θεσμῶν, στὰ μοίχεια ἀνθρώπινων ὀμάδων καὶ τῶν σχέσεων τῶν κοινωνιῶν που αὐτοὶ συνάπτουν μεταξὺ τοὺς· Γίνεται σὰν καῖ αὐτοῦς, βιώνει σὰν αὐτοῦς·
Γιατὶ;
Γιὰ νὰ μεταδώσει αὐτὴν τὴν σχὲση στὸ καὶ μὲ τὸ κοινὸ.
Μὲ τὸν παραπάνω τρόπο στοιχειοθετεῖται καὶ σκιαγραφεῖται ἡ πλήρης χρήση τῶν δυνατοτήτων τοῦ Θεατρικοῦ μέσου ὡς συνάθροιση δημόσιου, κοινωνικοῦ, ὀργανικοῦ ἰστοῦ·
Ἐμφανίζεται ὅμως ἔνα τελευταῖο ἐλλειμα. Ποιὰ εἶναι ἡ πυξίδα τοῦ ποῦ δέον νὰ καταδυθοῦν οἰ καλλιτέχνες καὶ ποιὲς προτάσεις ζωῆς θὰ ἦταν εὐκτάιο (καὶ ὄχι, ἀπαραίτητα χρήσιμο) νὰ κοινωνηθοῦν καὶ σὲ ποιὰ ἔνταση;
Ὅταν γίνεται λόγος γιὰ Θέατρον μετοχῆς καὶ κοινωνίας, δὲν εἶναι ἄσχετο τὸ ποιὲς ἐμπειρίες κοινωνοῦνται καὶ τοῦτο ὄχι, διατὶ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ εξυπηρετεῖται κάποιος χρήσιμος, πρακτικὸς σκοπὸς –κατὰ τὸ δυτικὸ ἰδεαλιστικὸ πρότυπο τοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τῆς προτεσταντικῆς βεμπεριανὴς ἠθικῆς ἀντίληψης τοῦ βίου – .
Ἡ ἐξερευνητικὴ παράθεση προτάσεων ζωῆς ἀναλογάται μὲ ἔνα κριτήριο ἐνδιαφέροντος, κριτήριο συνείδησης πρὸς τὶς συνθήκες που τὸ κοινὸ βιώνει τὶς προτάσεις αὐτὲς -ἔστω στιγμιαία· καὶ τὸ τῆς συνειδήσεως ἐνδιαφέρον δὲν ἀναφέρεται στὴν συνείδηση ἐαυτοῦ, ἀλλὰ τοῦ ἄλλου.
Ὅμως τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο δὲν ὀρίζει πως ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐαυτοῦ κρίνεται ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ ἄλλου, παρὰ μάλλον αὐτὸ τὸ «ἀπρόσκοπτοι γίνεσθαι» που ἀναφέρει ὁ ἀπ. Παύλος (Ἀ Κορ Ι:32), δηλαδὴ τοῦ νὰ μὴν σκανδαλίζονται ἀπὸ τὴν διαγωγὴ τοῦ ἐαυτοῦ οἱ γύρωθεν.
Θυμίζει λίγο τὴν ἔκληση τοῦ ποιητῆ:
«But I, being poor, have only my dreams;
I have spread my dreams under your feet;
Tread softly because you tread on my dreams.»
Υ.Β.Yeats στο “The Cloths of Heaven”
[Ἀπόδοση]
«Μὰ ἐγῶ φτωχὸς, ἔχω μόνον τὰ ὄνειρὰμου,
Τὰ ὀνειρὰ μου ἄπλωσα στὰ πόδια σου,
Πάτα ἀπαλά, γιατὶ πατὰς τὰ ὀνειρὰ μου. »
Τὸ παραπάνω δὲν πρέπει νὰ ἀποτελλεῖ καταπίεση κὶ οὐτε θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκλαμβάνεται ἔτσι, διότι τοῦτο ἐστὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πιὸ καταπληκτικοῦ στοιχεῖου τῆς Θεατρικῆς ἐξίσωσης: τὴν ἀγάπη.
Ἡ ἀγάπη, που ὅταν διατίθεται, ὄταν δίδεται, μεταμορφώνει οὐσιωδῶς κάθε ἀνθρώπινη, πόσο μάλλον καλλιτεχνικὴ, δράση. Ἡ αγάπη εἶναι αὐτοσκοπὸς ἀπὸ μόνη τῆς καὶ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει σὲ ἐφαρμογὴ μόνον σὲ σχέση.
Ὅταν ὑπάρχει ἡ ἀγάπη ὥς κίνητρο τότε ὑπάρχει καὶ ὡς ἀποτέλεσμα, μεταμορφώνει τὴν κάθε δράση σὲ ἀγαπητικὸ ἀποτέλεσμα.
Ἔτσι πιὰ, ὁ ήθοποιὸς μετατρέπεται ἀπὸ χαοτικὸ ἐρευνητὴ, σὲ ἱεραπόστολο, σὲ κοινωνὸ τῆς ἀγάπης που μετουσιώνει, μετατρέπει τὸν ἐαυτὸ του· μὲ τοὺς ἐνάρετους σὲ ἐνάρετο, μὲ τοὺς μέθυσους σὲ μέθυσο, μὲ τοὺς ἀδύναμους σὲ ἀδύναμο, μὲ τοὺς δυνατοῦς σὲ δυνατὸ, μὲ τοὺς πάντες στὰ πάντα, γιὰ νὰ κερδίσει τὴν Πίστη τοὺς , γιὰ νὰ τοὺς ἀγαπήσει, γιὰ νὰ μεταφέρει, νὰ πράξει τὴν ἀγάπη -ὄχι, διὰ νὰ ἐκμεταλλευτεῖ κάτι, ὄχι, ὁ ἱεραπόστολος δὲν θέλει τίποτα, παραιτεῖται ἀπὸ πάντα τὰ ὑλικὰ, θέλει μόνον νὰ ἀγαπὰ.

Κεφαλὴ ἀποστόλου», πίνακας τοῦ Ντιέγκο Βελάθκεθ, 1619-1620.»
Κὅταν θὰῥθει νὰ μεταφέρει, νὰ προτείνει ὅλες αὐτὲς τὶς ζωὲς που συνέλεξε καὶ ἔφτιαξε, θὰ τὸ κάνει μὲ προσοχῆ καὶ μὲ φροντίδα στὸ κοινὸ, στὸ ποίμνιό του, γιατὶ ὁ στόχος εἶναι καὶ πάλι ἡ αγάπη, ὡς μήνυμα, δράση, ἐφαρμογὴ, πράξη κὄχι ὀ σκανδαλισμὸς ἢ ἡ πρόκληση.
Συνοψίζεται, τέλος, ἡ διαδρομὴ αὐτὴ τῆς σκέψης γιὰ τὸ ὄραμα τοῦ Θεάτρου μὲ μιὰ σχέση ὅλων τῶν περιγραφθέντων στοιχεῖων, που ἐκφράζεται σχεδὸν μαθηματικὰ στὴν ἐξίσωση:

ὅπου:
οἱ ἰδέες κατευθύνουν τὶς ἐμπειρὶες γιὰ τὴν οικοδόμηση πρότασης ζωὴς μέσω τῆς μετοχῆς , ἡ ὁποία κοινωνεῖται μεθεκτικὰ μὲ κοινὸ κίνητρο καὶ σκοπὸ τὴν ἀγάπη.
Στὸ ἐρώτημα λοιπὸν «γιατὶ νὰ φτιάξεις μιὰ παράσταση» γιὰ τὸ Θέατρον, ἀπάντηση εἶναι ἡ ἀγάπη, γιὰ τὴν ἀγάπη μὲ ἀγάπη.
17/11/2017
Θεσσαλονίκη (ὑπὸ βροχὴ)
Μέχρι τὸ ἐπόμενο δεκαήμερο
Dημήτριος Χατζηθεοδοσίου
Γράφει ο Πήτερ Γκόνζεν.
Ο πρώτος, αυτονόητος προβληματισμός εκφράζεται με το ερώτημα «τί σημαίνει κακή παράσταση; Υπάρχει άραγε ορισμός;» Προφανώς και όχι, τουλάχιστον με τη συμβατική έννοια του όρου, που συνεπάγεται αντικειμενική εκτίμηση δεδομένων. Ποιος, με ποια εφόδια και ποια κριτήρια, θα επιχειρήσει κοινά αποδεκτό ορισμό του «καλού» και του «κακού» στην τέχνη, βάζοντας ταμπέλες σε μια αξία που δικαιώνεται χάρη στην απόλυτη ελευθερία έκφρασης. Άλλωστε όλες οι μορφές τέχνης «αυτοπροσδιορίζονται» ως «Καλές Τέχνες», αν και ποτέ δεν κατάλαβα τη διάκριση, σαν να υπάρχουν ας πούμε και… «Κακές»! Ωστόσο επικράτησε ως στερεοτυπική έκφραση, περιλαμβάνοντας βεβαίως και τις παραστατικές τέχνες σαν το θέατρο. Μία εξ ορισμού «καλή τέχνη», μια έκφραση «καλλιτεχνίας», με απώτερο στόχο τη βελτίωση- κοινώς «αγωγή ψυχής», μέσω της αισθητικής απόλαυσης.
Ο χαρακτηρισμός λοιπόν «καλή» ή «κακή» παράσταση, αφορά μοιραία κάθε αποδέκτη/ θεατή χωριστά και μόνο όταν πολλές ατομικές εκτιμήσεις ταυτίζονται, μπορούμε να μιλάμε για αντικειμενικά καλή ή κακή παράσταση. Αυτό που λέμε «πολλές υποκειμενικότητες μαζί φτιάχνουν μια αντικειμενικότητα», χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο ότι ανάμεσα στο πλήθος, έστω ελάχιστοι να βρίσκουν το αριστούργημα… έκτρωμα ή το αντίθετο. Άρα τίποτα πιο σχετικό από την εκτίμηση μιας παράστασης, δεδομένου του αναπόφευκτου υποκειμενισμού στην πρόσληψη της τέχνης. Όσον αφορά εμένα ας πούμε, που τώρα δα εκθέτω τις σκέψεις μου, η προσωπική μου απάντηση είναι πολύ απλή και προφανώς ο καθένας έχει τη δική του.

Μιλώντας ως απλός θεατής, χωρίς βαθύτερες αναλύσεις ή ειδικές γνώσεις, η εκτίμηση μιας παράστασης εξαρτάται από την επίτευξη του θεατρικού στόχου της «αγωγής ψυχής». Που σημαίνει ότι «καλή» θεωρώ την παράσταση που μου βγάζει θετικά συναισθήματα, διεγείρει το μυαλό για σκέψεις, λειτουργεί απολαυστικά για τις αισθήσεις. Κακή θεωρώ αυτήν που μου προκαλεί αρνητισμό, αφήνει μυαλό και αισθήσεις ανέγγιχτα, δεν κεντρίζει στο παραμικρό. Σχηματικά κι ενδεικτικά όλα αυτά , χωρίς να παραλείπω και τις ανάλογες διαβαθμίσεις, ήτοι την «πολύ καλή» παράσταση που απογειώνει σε όλα τα επίπεδα και χαράσσεται δια παντός στη μνήμη ή την «πολύ κακή» που… άστα να πάνε! Αντί της όποιας «βελτίωσης» σε στέλνει στα τάρταρα και με κόπο ξανανεβαίνεις στην επιφάνεια…
Για την τελευταία κατηγορία των κακών ή πολύ κακών παραστάσεων, τα πράγματα δεν είναι εύκολα… Καθότι κάθε περίπτωση είναι μοναδική και ιδιαίτερη, συνοδευόμενη από ανάλογα διλήμματα/ ερωτήματα, όπως ας πούμε: Οι αυτουργοί- ηθικοί και φυσικοί- της κακοτεχνίας, έχουν άραγε συνείδηση αυτού που πράττουν, είναι σε θέση να το αξιολογήσουν ως κριτές του εαυτού τους ή πιστεύουν ότι πρόκειται για κάτι σπουδαίο που οι ανεπαρκείς θεατές αδυνατούν να εκτιμήσουν; Μήπως από την άλλη, αντιλαμβάνονται μια χαρά την πατάτα, αλλά κάνουν τον κινέζο εφόσον πουλάει; Ομολογώ ότι τα παρόντα διλήμματα με έχουν ταλανίσει πολλάκις, προσπαθώντας από τα «συμφραζόμενα» να μαντέψω την απάντηση. Που φυσικά όποια εκ των δύο κι αν είναι, καθόλου δεν τιμά τους αυτουργούς, διότι αποδεικνύονται είτε ανίκανοι είτε απατεώνες, παρόλο που γνωρίζουν ότι ένα ασκημένο μάτι μπορεί σε ένα βαθμό τουλάχιστον, να διακρίνει τις αγνές από τις πονηρές προθέσεις και να ανταποδώσει ανάλογα.
Διότι τί να υποθέσω; Ότι το άθλιο κατασκεύασμα που εισπράττει ο απλός θεατής και κραυγάζει από χιλιόμετρα με το «καλημέρα», οι «ειδήμονες» του χώρου, είναι τυφλοί ή κουφοί και δεν το αντιλαμβάνονται; Εμείς στην πλατεία εισπράττουμε σαχλαμάρες, γελοιότητες, δηθενιές και οι «καλλιτέχνες» επί σκηνής απολαμβάνουν μια υψηλή δημιουργία ; Εντάξει, κατανοούμε το… κόλλημα της κουκουβάγιας να βλέπει τα κουκουβαγάκια της ως τα ωραιότερα του ζωικού βασιλείου, όμως στην περίπτωση ανθρώπων περιμένουμε δείκτη νοημοσύνης ελαφρώς υψηλότερο από του πτηνού. Κατανοούμε ότι δεν μπορείς να είσαι αμερόληπτος στην κρίση του δικού σου έργου, ωστόσο είναι αδιανόητο να μη διαθέτεις καν στοιχειώδη κριτήρια, που θα σου επιτρέψουν να διακρίνεις αν το πόνημά σου είναι άξιο δημόσιας παρουσίασης με πληρωμένο εισιτήριο ή κατάλληλο για τον κάδο απορριμμάτων με συνοπτικές διαδικασίες, όσο κι αν πονάει. Γιατί ακόμα κι αν παραβλέψουμε την προσβολή του θεατή και της ίδιας της τέχνης, πάνω απ’ όλα είναι θέμα αυτοσεβασμού. Αν βεβαίως επιμένεις στον τίτλο του καλλιτέχνη χωρίς εισαγωγικά, διαφορετικά αλλάζεις επαγγελματικό προσανατολισμό.
Ωστόσο χειρότερος από τον ανίκανο είναι ασυζητητί ο απατεώνας. Ο πρώτος στερείται προσόντων και δεν μπορείς να απαιτείς πχ. από έναν ανεγκέφαλο που δυσκολεύεται να ξεχωρίσει δυο γαϊδάρων άχυρα, να σου κάνει αίφνης φιλοσοφική ανάλυση. Ο δεύτερος αντίθετα είναι ικανότατος, καθώς δεν μπορεί ο καθένας να πουλάει φύκια για (ακριβές) μεταξωτές κορδέλες τσεπώνοντας μπόλικο χρήμα. Το να πουλάς την αταλαντοσύνη ως ταλέντο, απαιτεί ιδιαίτερα προσόντα, που σαφώς ο απατεώνας διαθέτει τουλάχιστον μέχρι να τον μυριστούν, οπότε θα στραφεί σε άλλα μονοπάτια, το είδος του δεν κωλώνει. Ξέρει καλά ότι η παράσταση που πλασάρει είναι για τα μπάζα, ενίοτε την «κοροϊδεύει» έντεχνα ή υπόγεια και ο ίδιος, ξέρει όμως πού απευθύνεται και ποντάροντας στα πιασάρικα κατώτερα ένστικτα, είναι σίγουρο ότι σε καιρούς ευτέλειας θα τα κονομήσει. Φυσικά μιλάμε για φτηνό μπακάλη, άσχετα που αρέσκεται να δηλώνει «καλλιτέχνης» με ένα κάρο εισαγωγικά…
Όταν τώρα έρχεται η στιγμή να κρίνεις τη δουλειά όλων αυτών, είτε φιλικά στην παρέα σου, είτε κυρίως επίσημα με την υπογραφή σου, τα πράγματα ζορίζουν, αν τυχαίνει εσύ να διαθέτεις αυτοσεβασμό. Τα ηθικά διλήμματα ορθώνονται μπροστά σου κι αναρωτιέσαι: Τι κάνω τώρα; Τα βάζω με τον ατάλαντο, που έτσι κι αλλιώς διαθέτει περιορισμένες ικανότητες, με ποιο στόχο; Να βελτιώσει κάτι που είναι προφανές ότι αδυνατεί ή να αποκτήσει με επιφοίτηση ταλέντο; Μήπως για να «προστατέψω» τάχα τον θεατή; Μα είναι δεδομένο ότι ακόμα και οι ατάλαντοι ή τα φτηνά θεάματα έχουν το δικό τους αντίστοιχο κοινό, συχνά μάλιστα φανατικό, που ουδόλως θα επηρεαστεί. Από την άλλη, να τα χώσω σε αυτόν που συνειδητά κοροϊδεύει, μήπως ας πούμε… συγκινηθεί, μετανοήσει και μπει στον ίσιο δρόμο, κάποιος που «το ΄χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες» γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσε να το κάνει; Άσε που μπορεί να ισχυριστεί περίλυπος ότι «δεν φταίω εγώ, η ανάγκη με έσπρωξε, τα άτιμα χρέη…», χωρίς να αποκλείεται ότι λέει αλήθεια σε καιρούς ανελέητων συμβιβασμών, τη στιγμή που πιθανόν ο ατάλαντος να στάθηκε τυχερός, βρίσκοντας- ω του θαύματος, χρηματοδότη της ψωνάρας του.
Όλα τούτα βέβαια δεν σημαίνουν ότι ο θεατής – εν προκειμένω θύμα, θα χαριστεί σε κανέναν κρίνοντας ένα αποτέλεσμα που τον υποτιμά και για το οποίο έχει πληρώσει από το υστέρημά του παρασυρμένος από ψεύτικα μεγάλα λόγια. Αντίθετα οφείλει να αποδώσει «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι», προκειμένου να διαχωρίσει μέσα στον αχταρμά τα ερίφια από τα πρόβατα ή την ήρα από το στάχυ. Το οφείλει ηθικά στον εαυτό του και στην τέχνη που αγαπά, έστω και με φωνή «βοώντος εν τη ερήμω», μήπως και κάποιοι περιπλανώμενοι σε τούτη τη θεατρική έρημο ακούσουν και καταλάβουν ότι καταλαβαίνουμε… Η φύση γέννησε κι άλλους ξύπνιους, δεν κατέχετε το μονοπώλιο κάποιοι «καλλιτέχνες» τρομάρα σας!





Αγαπημένο τραγούδι όλων των εποχών, γρήγορα, το πρώτο που σου έρχεται στο μυαλό, ποιο είναι;
Το Bohemian Rhapsody των Queen θεωρώ ότι είναι από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ. Οι Queen γενικά είναι συνυφασμένοι με τα πρώτα πράγματα που άκουσα. Είμαι της γενιάς του CD και όχι του βινυλίου, η γιαγιά μου όμως μου είχε χαρίσει ένα πικάπ κι ο πρώτος δίσκος που αγόρασα ήταν ένα best των Queen που είχε μέσα αυτό το τραγούδι.

Που θέλεις να αφιερώσουμε τη σημερινή μας κουβέντα;
Στους ακροατές, που αλλού; Έχουν δείξει μια απίστευτη τρυφερότητα, ειδικά αυτή την περίοδο που απουσιάζω από τις συχνότητες, έχουν επικοινωνήσει μαζί μου με όλους τους τρόπους.
Νιώθω καθημερινά την αγάπη τους τόσο σε μένα όσο και στο μέσο όπως το αντιλαμβάνομαι και το εκπροσωπώ όλα αυτά τα χρόνια, πιστεύω με αξιοπρέπεια.
Σε όλους αυτούς λοιπόν η αφιέρωση, σε αυτούς που ξέρουν να εκτιμούν. Τελεία και παύλα!

Γράφει ο ηθοποιός Γιάννης Κυφωνίδης.
Γράφει ο ηθοποιός Κωνσταντίνος Λεβαντής.


Γράφει η Γεωργία Παναγιωτάκη.



Τηλέφωνο: +30 6983 101 110
URL: http://www.kulturosupa.gr
Email: kulturosupa@yahoo.gr
Copyright Kulturosupa.gr © 2007 – 2026