Από την 9 Μαρτίου και κάθε Κυριακή 18:15 για περιορισμένες παραστάσεις το 3 Men Play έρχεται στο Θέατρο Nous σε σκηνοθεσία Θοδωρή Βουρνά με ένα καστ νέων και πρωτοεμφανιζόμενων ηθοποιών.
Από την 9 Μαρτίου και κάθε Κυριακή 18:15 για περιορισμένες παραστάσεις το 3 Men Play έρχεται στο Θέατρο Nous σε σκηνοθεσία Θοδωρή Βουρνά με ένα καστ νέων και πρωτοεμφανιζόμενων ηθοποιών.
Λίγα λόγια για το έργο:
3 ηθοποιοί 5 λεπτά πριν την παράσταση μαθαίνουν από τον σκηνοθέτη ότι η πρωταγωνίστρια του έργου τους δεν θα έρθει. Μην έχοντας άλλη επιλογή και καθώς οι θεατές έχουν πάρει τις θέσεις τους αποφασίζουν να πάρουν τα κείμενα στο χέρι και ο καθένας να καλύψει εναλλάξ το ρόλο της.
Καθώς το έργο που ανεβάζουν είναι το κλασικό La Ronde του Artur Schnitzler που θέλει ζευγάρια να διαδέχονται το ένα το άλλο. ‘Ετσι το κάθε αγόρι αναλαμβάνει το ρόλο του κοριτσιού αυτοσχεδιάζοντας ώστε να την αντικαταστήσουν με το πιο ευρηματικό τρόπο που εκείνη τη στιγμή μπορούν να σκεφτούν.
Το πως θα το καταφέρουν είναι μια δική τους ιστορία επί σκηνής. Όταν το απρόβλεπτο είναι μέρος του ρόλου, το σωστό ή το λάθος γίνονται υποκειμενικά, το τι θα γίνει κανείς δεν το ξέρει. Μήπως τελικά κάποιος τους κάνει πλάκα;

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Ιδέα & Σκηνοθεσία: Θοδωρής Βουρνάς
Το κείμενο του έργου είναι το La Ronde του Artur Schnitzler σε μετάφραση του Χρίστος Γεωργίου
Σχεδιασμός φωτισμών: Θοδωρής Βουρνάς
Βίντεο: Χρήστος Παναγόπουλος

Ηθοποιοί (αλφαβητικά):
Γιάννης Κίκιλας, Γιώργος Κυριακόπουλος, Γιώργος Παττακός
στα βίντεο εμφανίζεται η Μαρία Θωμά.

Παραστάσεις: Από Κυριακή 9 Μαρτίου ως 13 Απριλίου στο Θέατρο Noūs- Creative Space
Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Κυριακή 18:15–Διάρκεια 80 λεπτά
Τιμές εισιτηρίων: Γενική είσοδος: 15€ – Προπώληση
Θέατρο Noūs- Creative Space
Τροίας 34, Αθήνα 112 51 (5’ από τον σταθμό του ηλεκτρικού «Βικτώρια»)
Συνέντευξη στην Νταίζη Λεμπέση
Η ενσυναίσθηση είναι ένα σπίτι μεγάλης χωρητικότητας με ανοιχτά παράθυρα και πόρτες για να μπορούν να μπαινοβγαίνουν οι μνήμες, οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι εικόνες που δεν ανήκουν μόνο σ’ αυτόν που κατοικεί εκεί.
Η διεθνής καλλιτέχνης Θεοδώρα Κώτση–Φελίτσι σε συνεργασία με τον Ολλανδικό Μη Κερδοσκοπικό Οργανισμό Ilysia Foundation παρουσιάζει από 21 Φεβρουαρίου έως 2 Μαρτίου 2025 στο Metropolitan: The UrbanTheater στη Θεσσαλονίκη, την ποιητική performance Contaminated (ολλανδ.: Besmet).

Η Δώρα Κώτση-Φελίτσι σπούδασε γραφιστική στην Αθήνα, πολιτιστική ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο Radboud του Ναιμέχεν και καλές τέχνες στο Σέρτοχενμπος. Το 2012 απέκτησε το μεταπτυχιακό της στις Καλές Τέχνες το 2012 από την Ακαδημία StJoost του Μπρέντα. Παράλληλα, εκτός από τα εικαστικά, ασχολείται για περισσότερα από 10 χρόνια με το θέατρο Forum, το PlaybackTheater και τον αυτοσχεδιασμό στο θέατρο.

Ως καλλιτέχνης δημιουργεί site-specificinstallations. Τα έργα της εστιάζουν στην κοινωνία και ειδικεύεται στη δημόσια τέχνη. Είναι επηρεασμένη από κριτικούς προβληματισμούς, πολιτικές και κοινωνικές παρατηρήσεις. Τη συναρπάζει η (ανα)δημιουργία του χώρου και νέων συνθηκών, που αποτελούν έναν καταλύτη κοινωνικής δράσης, καλώντας τους ανθρώπους να συμμετέχουν και να αναλάβουν δράση. Το τρέχον έργο της επικεντρώνεται στο Τραύμα και τον αντίκτυπό του στην κοινωνία.
Ποια είναι η σωστή πρακτική της διαχείρισης του τραύματος; Και πώς πρέπει η πολιτεία και η ίδια η κοινωνία να αντιμετωπίζουν τα θύματα;
Η Δώρα Κώτση-Φελίτσι μιλά στην Κουλτουρόσουπα για το ζήτημα της επανατραυματοποίησης, τη διαχείριση του τραύματος, αλλά και τους στόχους της μέσω του Contanimated.

Η performance πραγματεύεται το φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών, αλλά και το ζήτημα της επανατραυματοποίησης. Δεδομένης της εμπειρίας, αλλά και της έρευνάς σας, πώς οδηγούμαστε ξανά σε αυτή την κατάσταση;
Η επανατραυματοποίηση είναι πολύ μεγάλο πρόβλημα της αποθεραπεία και σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και αναπόφευκτη. Το τραύμα της κακοποίησης είναι πολυσύνθετο γιατί δεν αφορά μόνο το(τα) συμβάν(ντα) αλλά και το πως διαχειρίζεται η πολιτεία και η κοινωνία τον άνθρωπο που έχει κακοποιηθεί. Τόσο η έλλειψή δομημένου συστήματος προστασίας όσο και ελλιπής διαπαιδαγώγηση επάνω στα ζητήματα τραυματισμού οδηγούν σε επανατραυματοποίηση. Δυστυχώς πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους θα συνεχίζουν να τραυματίζονταικαι από την λάθος διαχείριση που γίνετε τόσο στα κέντρα ψυχικής υγείας όσο και από θεραπευτές. Και έτσι ένα τραύμα που αν το προλάβαινε κάποιος στην αρχή θα ήταν διαχειρίσημο, λόγο της επανατραυματοποίησηφτάνει πολλές φορές να γίνετε σχεδόν αδύνατο να το διαχειριστούμε.
Ποια είναι η σωστή πρακτική διαχείρισης του τραύματος;
Κατά την προσωπική μου εκτίμησή η διαχείριση τραύματος θα πρέπει να βασίζετε σε μια Traumainformed προσέγγιση. Βασική αρχή της Traumainformed προσέγγισης είναι η φροντίδα του τραύματος με τον κατάλληλο δυνατό τρόπο αλλά και η αποφυγή επανατραυματοποίησης, Η αποθεραπεία είναι πολύ προσωπική υπόθεση γιατί όλοι οι άνθρωποι είναι μοναδικοί. Επομένως οι παρεμβάσεις που βελτιώνουν την ψυχική υγεία και ευημερία θα πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με την μοναδικότητα και τις ανάγκες του θεραπευμένου.Εξίσου ζωτικής σημασίας είναι και. Όλα αυτά όλα θα πρέπει να ενισχύονται από ένα πολύ καλά δομημένο σύστημα προστασίας και την δημιουργία συλλογικού πλαισίου.
Πώς συνδυάζονται όλες οι μορφές τέχνης που χρησιμοποιείται στην performance;
Η αφήγηση του έργου έχει βασιστεί κατά κύριο λόγο στις παραδοσιακές και σύγχρονες τεχνικές του θέατρου σκιών. Συνδέοντας αυτές τις πρακτικές με την κίνηση του σώματος, του σκηνικού και της ροδαςCyr επαναδιαπραγματευόμαστε τον χώρο. Αύτη η προσέγγιση έχει συμβολικό χαρακτήρα. Η επαναδιαπραγμάτευση του τραύματος είναι μια μεγάλη διαδικασία που οφείλει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και φροντίδα για να οδηγήσει στην αποθεραπείας

Το φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών έχει έρθει ξανά στο προσκήνιο και ειδικότερα μετά την πανδημία. Κατά τη γνώμη σας πού οφείλεται αυτή η έξαρση;
Το φαινόμενο της βίας των γυναικών εξακολουθεί όχι μόνο να είναι ένα μεγάλο πρόβλημα αλλά παγκόσμιο και διαχρονικό φαινόμενο, επομένως είναι πολύ σημαντικό να είναι στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Όταν τα πολύ μεγάλά προβλήματα δεν είναι στο επίκεντρο της επικαιρότητάς τότε δεν μας ενδιαφέρει να τα επιλύσουμε ή δεν μπορούμε. Όσο μεγαλύτερη η κοινωνική συνείδηση τόσο περισσότερο φως ρίχνουμε σε αυτά που θέλουμε να αλλάξουμε. Ίσως ηπανδημία να επιτάχυνε αυτήν την διαδικασία.
Αισθάνεστε ικανοποιημένη από τον τρόπο αντιμετώπισης των θυμάτων όπως επίσης και τα μέτρα προστασίας της πολιτείας;
Κατά την προσωπική μου εμπειρία η επιστημονική και εμπειρική γνώση που έχουμε συγκεντρωτικά σχετικά με τη ουσιαστική φροντίδα τραύματος δεν έχει ενσωματωθεί στα συστήματα ψυχικής υγειάς και παιδείας που διαθέτουν οι κοινωνίες με αποτέλεσμα ο εαπανατραυματισμος να είναι μια μόνιμη πραγματικότητα. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάνσύστημα προστασίας ως προς την σεξουαλική κακοποίηση. Ακόμα και το νομικό πλαίσιο που διαθέτουμε είναι ανεπαρκείς ενώ σε πολλές περιπτώσεις η κανονισμοί που έχουν οριστεί δεν εφαρμόζονται ή απλώς παραβιάζονται.

Ποιος είναι ο στόχος σας μέσω της παράστασης;
Το έργο πηγάζει από την προσωπική μου ανάγκη να μεταφράσω κάτι πολύ βαρύ και σκοτεινό σε κάτι ελαφρύ και φωτεινό για να μπορώ εγώ να το σηκώσω. Παράλληλα το έργο επιδιώκει την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας πάνω στην φροντίδα του τραύματος.
Οι θεατές μπορεί να αναγνωρίσουν στο έργο δικά τους κομμάτια που είτε έχουν διαχειριστεί είτε όχι. Υπήρξαν αρκετοί θεατές που ένιωσαν την ανάγκη να μοιραστούν προσωπικά τους βιώματα μαζί μου αλλά και κάποιες φορές ακόμα και με το υπόλοιπο κοινό. Παρόλο που αυτό δεν είναι ο σκοπός της παράστασης θεωρώ πολύ μεγάλο επίτευγμα η παράσταση μου να γίνετε ώθηση στους ανθρώπους να φωτίσουν κάτι σκοτεινό.
Γιατί επιλέξατε να ονομάσετε την περφόρμανς Contaminated;
Ο Τίτλος έχει βασιστεί σε μια από τις συνεντεύξεις που είχα με κάποιον ειδικό επάνω στο Τραύμα, κατά την διάρκεια της συζήτησης σχετικά με το σύστημα φροντίδας του τραύματος εκείνος έκανε νύξη για δυσλειτουργικές πλευρές του συστήματος αποκαλώντας τες «μόλυνση» γιατί αυτές οι πλευρές μπορεί να καταφέρουν να μολύνουν ολόκληρο το σύστημα.
Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
Μόλις τελειώσει ο κύκλος των παραστάσεων το έργο θα γυριστεί ταινία για τις ανάγκες των εκδηλώσεων που οργώνουμε με θέμα την ψυχική υγεία. Παράλληλα έχω ξεκινήσει να γράφω και άλλο ένα έργο που αφορά το τραύμα.
Ένα φλυτζάνι καφέ με καινούρια παπούτσια, Τα Καλά Κορίτσια & Μέρες Ξηρασίας μεσάνυχτα στην ΕΡΤ3
Ταινίες του διεθνούς κινηματογράφου θα προβάλει η ΕΡΤ3 στο Cinema της, από την Τρίτη 18 έως και την Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου, τα μεσάνυχτα.
Τρίτη 18 Φεβρουαρίου
00:00 | Ένα φλυτζάνι καφέ με καινούρια παπούτσια [A Cup of Coffee and New Shoes On]
Α’ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Δραματική ταινία παραγωγής Αλβανίας/ Ελλάδας/ Κοσόβου/ Πορτογαλίας, 2022
Μια υπαρξιακή ιστορία και μαζί ένα ευαίσθητο και διεισδυτικό δράμα για τις έννοιες της αδελφότητας, της αγάπης και της επικοινωνίας ξεδιπλώνεται στην ταινία «Ένα φλυτζάνι καφέ με καινούρια παπούτσια» [A Cup of Coffee and New Shoes On] του καταξιωμένου Αλβανού σκηνοθέτη Γκέντιαν Κότσι.

Υπόθεση: Στα Τίρανα του σήμερα, ο Αγκίμ και o Γκεζίμ, δύο κωφοί πανομοιότυποι δίδυμοι, πλέον στα τριάντα τους, ζουν αχώριστοι κάτω από την ίδια στέγη. Η Άνα, μια νέα, σπιρτόζα, όμορφη γυναίκα είναι κοπέλα του Γκεζίμ και τους επισκέπτεται αρκετά συχνά. Ένα βράδυ, ο Αγκίμ καθώς οδηγεί επιστρέφοντας με τον Γκεζίμ στο σπίτι τους, η όρασή του θολώνει και γλιτώνουν ως εκ θαύματος το σοβαρό ατύχημα. Λίγες μέρες μετά τα δύο αδέρφια επισκέπτονται τον οφθαλμίατρο, όπου ανακαλύπτουν ότι λόγω μιας σπάνιας γενετικής ασθένειας, προοδευτικά αλλά μη αναστρέψιμα, θα χάσουν την όρασή τους. Βυθιζόμενοι αργά σε ένα αφόρητο – και ταυτόχρονα σιωπηλό – σκοτάδι, μην μπορώντας να βλέπουν ούτε τον κόσμο αλλά ούτε ο ένας τον άλλον πια, και έχοντας μόνο την Άνα δίπλα τους, τα δύο αδέρφια πρέπει να πάρουν μια δύσκολη και δυνατή απόφαση γύρω από ένα φλιτζάνι καφέ και φορώντας καινούργια παπούτσια.

Βραβεία/Διακρίσεις: Βραβείο κοινού – 64ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης / Επίσημη πρόταση της Αλβανίας για καλύτερη διεθνή ταινία – Όσκαρ 2023

Σκηνοθεσία – Σενάριο: Gentian Koçi
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Ηλίας Αδάμης
Πρωταγωνιστούν: Edgar Morais, Rafael Morais, Drita Kabashi
Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου
00:00 | Τα Καλά Κορίτσια [The Good Girls / Las Niñas Bien]
Δραματική ταινία, παραγωγής Μεξικού, 2018
Η δραματική ταινία «Τα καλά κορίτσια» που αντλεί έμπνευση από τα γραπτά του φημισμένου σύγχρονου σατιρικού συγγραφέα Guadalupe Loaeza αποτελεί μια δηκτική απεικόνιση της ανώτερης οικονομικής τάξης του Μεξικού του 1982, η οποία αρνείται να αποδεχτεί την πραγματικότητα μιας χώρας σε κρίση.

Υπόθεση: Η Σοφία ζει στην πλούσια γειτονιά Las Lomas όπου η ζωή μοιάζει να έχει βγει από σελίδες glossy περιοδικών, και το μεγαλύτερο όνειρό της είναι να τραγουδήσει ο Χούλιο Ιγκλέσιας σε ένα από τα πάρτι της. Ωστόσο, η τρυφηλή ζωή της μάλλον κινδυνεύει, καθώς η μεξικανική οικονομία οδεύει σταθερά προς μια κρίση χρέους και οι ρωγμές αρχίζουν σιγά-σιγά να εμφανίζονται στον τέλειο κόσμο της Σοφία.

Σκηνοθεσία: Alejandra Márquez Abella
Παίζουν: Ilse Salas, Flavio Medina, Cassandra Ciangherotti
Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου
00:00 | Μέρες Ξηρασίας [Burning Days/ Balkaya]
Πολιτικό θρίλερ, παραγωγής Τουρκίας/ Γαλλίας/ Γερμανίας/ Ολλανδίας/Ελλάδας/ Κροατίας, 2022
Από τον καταξιωμένο και πολυβραβευμένο Τούρκο σκηνοθέτη Εμίν Αλπέρ, οι «Μέρες Ξηρασίας» είναι ένα σύγχρονο πολιτικό θρίλερ με στοιχεία γουέστερν και νουάρ που αποτυπώνει τη σύγχρονη τουρκική κοινωνία. Η ταινία απέσπασε πλήθος βραβείων σε σειρά κινηματογραφικών φεστιβάλ.

Υπόθεση: Ο Έμρε, ένας νεαρός και ιδεαλιστής εισαγγελέας, διορίζεται σε μια επαρχιακή πόλη της Τουρκίας η οποία πλήττεται από κρίση λειψυδρίας και πολιτικά σκάνδαλα. Καθώς οι τοπικές εκλογές πλησιάζουν και ο Έμρε σχηματίζει έναν δεσμό με τον ιδιοκτήτη μιας αντιπολιτευόμενης εφημερίδας, η πίεση κλιμακώνεται κάτω από αδίστακτες φημολογίες.

Βραβεία / Διακρίσεις: Βραβείο Μοντάζ – Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου / Βραβείο Κοινού – Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης / Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Σεναρίου, Μοντάζ, Καλύτερου Ηθοποιού, Καλύτερης Ερμηνείας Β’ Ανδρικού Ρόλου, Καλύτερης Ερμηνείας Β’ Γυναικείου Ρόλου – Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Άγκυρας / Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Σκηνοθέτη, Σεναρίου, Ηθοποιού, Μοντάζ, Καλύτερης Φωτογραφίας και Μουσικής στα Βραβεία SIYAD (Turkish Film Critics Association) / Βραβείο Ταινίας Ελληνικής Μειοψηφικής Συμπαραγωγής στα Βραβεία Ίρις 2023 της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου / Βραβείο Καλύτερης Ταινίας – Φεστιβάλ Κινηματογράφου Πούλα / Βραβείο Καλύτερης Βαλκανικής Ταινίας – Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σόφιας / Βραβείο Grand Jury Best Narrative Feature – Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sonoma / Ειδικό Βραβείο Επιτροπής, Βραβείο Κοινού – 12ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Crime and Punishment

Σκηνοθεσία: Εμίν Αλπέρ
Πρωταγωνιστούν: Σελαχατίν Πασαλί, Εκίν Κοτς, Έρόλ Μπαμπάογλου, Ερντέμ Σενοτσάκ, Σελίν Γενίντσι
Μια παράσταση για την αναζήτηση μιας «Μόσχας» που βρίσκεται πάντοτε εκεί, όπου δεν είμαστε εμείς
Από 6 Μαρτίου | Πλαγία Σκηνή Κτηρίου Τσίλλερ
Το αριστούργημα του Άντον Τσέχωφ Τρεις αδελφές, κάνει πρεμιέρα από το Εθνικό Θέατρο στις 6 Μαρτίου σε έναν χώρο απρόσμενο, στην Πλαγία Σκηνή του Κτηρίου Τσίλλερ, σε σκηνοθεσία Μαρίας Μαγκανάρη κι έναν θίασο σπουδαίων ερμηνευτών/τριών. Ένα έργο για την προσδοκία, τον χρόνο και τη μνήμη, μα κυρίως για την αναζήτηση μιας «Μόσχας» που βρίσκεται πάντοτε εκεί όπου δεν είμαστε εμείς. Μια παράσταση – αφιέρωση στον άνθρωπο που -ενώ λαχταρά- δεν έχει το κουράγιο να γίνει μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού του.
.jpg)
Τρεις αδελφές – μια οριζόντια διάταξη της γενιάς. Τρεις γυναίκες δεμένες με την πιο στενή συγγένεια, καταδικασμένες να ζουν χωριστά: Η Όλγα θα είναι πάντα η πρωτότοκη, και γι’ αυτό θα ζει στο παρελθόν. Η Μάσα θα αναμετριέται με το παρόν, γιατί είναι η μεσαία. Και η Ιρίνα, η μικρή, θα ονειρεύεται το μέλλον.
Καθημερινές τελετουργίες συναναστροφής, επέτειοι και γιορτές, φιλοσοφικές συζητήσεις και σχέδια, γεννήσεις και καταστροφές, έρωτες και απορρίψεις, αφίξεις και αναχωρήσεις, και κυρίως ματαιώσεις στα χέρια του Τσέχωφ γίνονται ένα πολύτιμο, συχνά κρυπτικό έργο, που οδηγεί με υποδόριο χιούμορ τους ήρωες και τις ηρωίδες του από την ακραία χαρά στην απόλυτη απελπισία.
.jpg)
Η Μαρία Μαγκανάρη καταπιάνεται ξανά με τον Ρώσο θεατρικό συγγραφέα, για να ξεκλειδώσει τους γρίφους του εμβληματικού αυτού έργου, που παραμένει, περισσότερο από έναν αιώνα, η πιο εύστοχη μεταφορά για να μιλήσει κανείς για τον χρόνο. Οι Τρεις αδελφές είναι ένα ψυχικό «μωσαϊκό» για το νόημα που διαρκώς μας διαφεύγει- όπως οι στιγμές της ζωής μας που δεν καταφέραμε να ζήσουμε ένδοξα, αποτελεσματικά, λυτρωτικά. Αλλά και ταυτόχρονα μια αξεπέραστη παρακαταθήκη της αγάπης του Τσέχωφ για τον ίδιο τον άνθρωπο.
.jpg)
Οι Τρεις αδελφές, άλλωστε, δεν θα πάψουν ποτέ να μιλούν -έστω και στη σιωπή- για τις επιθυμίες που θάβονται ή ξεχνιούνται. Για άντρες που λένε πως αγαπούν τις γυναίκες (τους) και για γυναίκες που συνεχώς λαχταρούν. Για ρολόγια που σπάνε και στιγμές που δεν βιώνονται. Για όλη τη ζωτικότητα που καταπνίγει σιωπηρά η νωθρότητα. Για καθημερινές οικιακές τελετουργίες, όπου κανένας δεν συνομιλεί με κανέναν. Για το κλάμα και το γέλιο που είναι μεταδοτικά. Γι’ αυτούς που μπερδεύονται ψάχνοντας ένα νόημα και για την αυταπάτη που όλους μας κρατά δέσμιους. Για τη διαδρομή που διαγράφουν οι ποταμοί δακρύων ως την εκρηκτική ευθυμία. Δηλαδή για την ίδια τη ζωή.
.jpg)
Οι Τρεις αδελφές έχουν ανέβει από το Εθνικό Θέατρο δυο φορές: στις 11 Απριλίου 1951 σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν και στις 22 Ιανουαρίου 1982 σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη. Και οι δυο παραγωγές παρουσιάστηκαν στην κεντρική σκηνή του Κτηρίου Τσίλλερ.
.jpg)
Μετάφραση: Γιώργος Π. Δεπάστας & Αλέξανδρος Ίσαρης Σκηνοθεσία: Μαρία Μαγκανάρη Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου Σκηνικά: Φιλάνθη Μπουγάτσου Κοστούμια: Παύλος Θανόπουλος Μουσική: Χαράλαμπος Γωγιός Κίνηση: Σεσίλ Μικρούτσικου Φωτισμοί: Μαρία Γοζαδίνου Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά Βοηθός σκηνοθέτριας: Ελένη Παππά Βοηθός σκηνογράφου: Νατάσσα Λέκκου Βοηθός ενδυματολόγου: Αντωνία Μιχαλιού
Παίζουν (αλφαβητικά): Μαρία Γεωργιάδου, Αντώνης Γκρίτσης, Θανάσης Δήμου, Δημήτρης Δρόσος, Τρύφωνας Ζάχαρης, Αμαλία Καβάλη, Ανδρέας Νάτσιος, Νικόλας Ντούρος, Ελίνα Ρίζου, Νάνσυ Σιδέρη, Μαρία Σκουλά, Θάλεια Συκιώτη, Αινείας Τσαμάτης, Γιωργής Τσαμπουράκης, Ανδριάνα Χαλκίδη
Τρέιλερ εδώ
Έναρξ παραστάσεων: Πέμπτη 6 Μαρτίου
Μέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη & Κυριακή στις 21.00 | Πέμπτη & Παρασκευή στις 18.00
Τιμές εισιτηρίων: Τετάρτη & Πέμπτη 17€, Παρασκευή 14€ & Κυριακή 22€
Φοιτητικό – Νεανικό (έως 28 ετών) 12€, Άνω των 65 ετών: Τετάρτη 10€ & Πέμπτη, Παρασκευή, Κυριακή 14€, Άνεργοι, ΑμεΑ & συνοδοί 5€, Πολύτεκνοι 10€
Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr & 2107234567 (με χρήση πιστωτικής/χρεωστικής κάρτας)
Ειδική τιμητική διάκριση με αφορμή τη συμπλήρωση 25 χρόνων λειτουργίας του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών ΑΠΘ απονεμήθηκε στην Γενική Διευθύντρια του Τελλογλείου και Ομότ. Καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών ΑΠΘ, Αλεξάνδρα Γουλάκη – Βουτυρά, από τον Πρόεδρο της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας (ΠΕΔΚΜ), Ιγνάτιο Καϊτεζίδη. Η βράβευση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης κοπής της βασιλόπιτας της ΠΕΔΚΜ, σε κεντρικό ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης.
Παραλαμβάνοντας την τιμητική διάκριση που αποτελεί έκφραση αναγνώρισης από τους Δημάρχους της Κεντρικής Μακεδονίας για την προσφορά του Τελλογλείου στην τέχνη, τον πολιτισμό και την έρευνα η κ. Γουλάκη – Βουτυρά, ευχαριστώντας για την πρωτοβουλία σημείωσε πως «το Τελλόγλειο προσπαθεί όλα αυτά τα 25 χρόνια να υπηρετεί την τέχνη με απαράμιλλο ζήλο, υλοποιώντας τον σκοπό της Αλίκης Τέλλογλου που ήταν η διάχυση του πολιτισμού σε όλους.
Αυτό προσπαθούμε όλα τα χρόνια με τις περισσότερες από 250 εκθέσεις που είχαμε στο Τελλόγλειο κι αυτό θα συνεχίσουμε να κάνουμε. Μάλιστα, θα το δείτε αυτό και στη διάρκεια της φετινής χρονιάς, που για μας είναι κάτι περισσότερο από επετειακή προγραμματίζουμε ειδικές εκθέσεις και εκδηλώσεις.
Αυτή η διάκριση περιττό να πω ότι ανήκει σε όλους όσοι έχουν υπηρετήσει το Τελλόγλειο όλα αυτά τα χρόνια».
Με ενθουσιασμό και πολύ χαρά οι θεατές που κατέκλυσαν την περασμένη Κυριακής (16/2) τη σκηνή «Σωκράτης Καραντινός» της Μονής Λαζαριστών συμμετείχαν στο πιο κεφάτο πάρτι της Θεσσαλονίκης.
Οι θεατές μαζί με τους ηθοποιούς και τους χορευτές της παράστασης, συμμετείχαν σε μια μοναδική θεατρική εμπειρία! Όλοι μαζί θυμήθηκαν τα πάρτι που έμειναν χαραγμένα στη μνήμη τους – από την προετοιμασία μέχρι τον απόηχο που αφήνουν.

Το #letsparty, σε σύλληψη- Δραματουργία και σκηνοθεσία: Στέλιου Χατζηαδαμίδη, που έχουν παρακολουθήσει ήδη μαθητές γυμνασίων και λυκείων της Θεσσαλονίκης αλλά και άλλων περιοχών της Βόρειας Ελλάδας επιστρέφει για μια επιπλέον παράσταση την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου, στις 12 το μεσημέρι.
Η παράσταση, η οποία απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες, βασίζεται στις αρχές του θεάτρου ντοκουμέντου και της φόρμας του Verbatim Theatre. Όλες οι ιστορίες που ακούγονται είναι αληθινές και έχουν ένα κοινό παρονομαστή: το πάρτι. Ποιο πάρτι ήταν το αγαπημένο σας; Σε ποιο συναντήσατε το άλλο σας μισό; Μήπως δεν είστε πολύ fun με τα πάρτι και τι κάνατε σε αυτές τις περιπτώσεις;

Μια παράσταση, με πολύ γρήγορο ρυθμό, εναλλαγές εικόνων και συναισθημάτων, ανθρωπιά, χορό, μουσική, χρώμα που προσπαθεί να «φωτίσει» την αίσθηση της κοινωνίας και της αρμονικής συνύπαρξης.

Ελάτε να δημιουργήσουμε καινούργιες κοινές αναμνήσεις, όλοι μαζί. Ας αγαπηθούμε. Ας θυμηθούμε. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα συμφωνήσουμε πως τα καλύτερα πάρτι γίνονται με φίλους! Εσείς τι θα φορέσετε σε αυτό το πάρτι;

6-16/03/2025
Γεωγραφία του βλέμματος: Εκτός σχεδίου Ελλάδα (1950-2000)
Ένα μεγάλο αφιέρωμα με αφορμή την ανακάλυψη της Καστοριάς του Τάκη Κανελλόπουλου
Ένα μοναδικό κινηματογραφικό ταξίδι στην ελληνική ύπαιθρο μέσα από ντοκιμαντέρ σπουδαίων δημιουργών, ως επί το πλείστον σπάνια και λιγότερο προβεβλημένα, πραγματοποιεί το 27ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (6-16 Μαρτίου 2025). Με αφορμή την πρόσφατη ανακάλυψη του ντοκιμαντέρ Καστοριά (1969) του Τάκη Κανελλόπουλου, το αφιέρωμα με τίτλο Γεωγραφία του βλέμματος: Εκτός σχεδίου Ελλάδα (1950-2000) περιλαμβάνει 19 ταινίες τεκμηρίωσης που συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο και διαφωτιστικό πορτρέτο της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής ζωής της χώρας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Η συναρπαστική αυτή περιπέτεια ξεκίνησε κατά την προετοιμασία για το 64ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όταν με αφορμή το αφιέρωμα στον Τάκη Κανελλόπουλο το Φεστιβάλ αναζήτησε τo ντοκιμαντέρ Καστοριά του θεσσαλονικιού δημιουργού, δίχως όμως αποτέλεσμα. Ωστόσο, μέσα από τη διαδικασία εκείνης της αναζήτησης, η έρευνα συνεχίστηκε και τελικά η ταινία βρέθηκε το 2024 μέσα από ένα δίκτυο συλλεκτών. Το σπουδαίο αυτό ντοκουμέντο θα προβληθεί στην 27η διοργάνωση μαζί με τα ντοκιμαντέρ Θάσος και Μακεδονικός Γάμος του Τάκη Κανελλόπουλου, τα οποία από κοινού συνιστούν μια άτυπη «Μακεδονική τριλογία» ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη.
Με σημείο εκκίνησης την Καστοριά, το Φεστιβάλ επιχειρεί μια χαρτογράφηση της ελληνικής υπαίθρου μέσα από ντοκιμαντέρ εμβληματικών ελλήνων σκηνοθετών, που διερευνούν το πνεύμα, τη συλλογική μνήμη και την ανθρωπογεωγραφία του ελληνικού τόπου. Οι ταινίες του αφιερώματος προσεγγίζουν με τρόπο πρωτότυπο και διεισδυτικό έννοιες όπως η παράδοση, το προσωπικό βίωμα, το τραύμα και η συνύπαρξη. Ορισμένα από τα ντοκιμαντερ του αφιερώματος έχουν προβληθεί ελάχιστες φορές στη μεγάλη οθόνη και αποτελούν πολύτιμα κειμήλια όχι μόνο για την ελληνική κινηματογραφική ιστορία, αλλά και για την πνευματική κληρονομιά της χώρας.
Το αφιέρωμα επιμελούνται οι: Ελένη Ανδρουτσοπούλου, επικεφαλής του ελληνικού προγράμματος του Φεστιβάλ, Μανώλης Κρανάκης, κριτικός κινηματογράφου και Γιάννης Παλαβός, συνεργάτης του διεθνούς προγράμματος του Φεστιβάλ.
Το Σάββατο 8 Μαρτίου, στις 13.00, θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα Παύλος Ζάννας ανοιχτή συζήτηση με τίτλο «Καστοριά: Ο ξανακερδισμένος τόπος του Τάκη Κανελλόπουλου». Οι επιμελητές του αφιερώματος θα ξετυλίξουν το νήμα της περιπετειώδους ανεύρεσης της ταινίας, συνδέοντάς τη με το βασικό ερώτημα που θέτει το αφιέρωμα: πώς αποτυπώνεται το θυμικό και η ψυχή ενός τόπου, και ιδίως της ελληνικής υπαίθρου, μέσα από το ιδιότυπο καλλιτεχνικό βλέμμα σημαντικών ελλήνων δημιουργών;
Παράλληλα, συνεχίζεται και φέτος ο θεσμός των καθολικά προσβάσιμων προβολών, με χορηγό προσβασιμότητας την Alpha Bank. Tο κοινό θα έχει την ευκαιρία να απολαύσει δύο υπέροχα ντοκιμαντέρ του αείμνηστου Τάκη Χατζόπουλου, τα οποία αποτελούν μέρος του αφιερώματος. Ο αξέχαστος δημιουργός, που άφησε ένα πλούσιο και εμβριθές έργο πίσω του, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Λάκη Παπαστάθη έδρασε καταλυτικά στην ευρύτερη ανανέωση του ελληνικού ντοκιμαντέρ μέσα από την ίδρυση της εταιρείας παραγωγής Cinetic, συστήνοντας στο ελληνικό κοινό μία από τις μακροβιότερες και πλέον επιτυχημένες σειρές της ελληνικής τηλεόρασης, το Παρασκήνιο (1976-2013). Με όρους καθολικής προσβασιμότητας θα προβληθεί στο 27ο ΦΝΘ το ντοκιμαντέρ Γάζωρος Σερρών (1974), το οποίο βραβεύτηκε με το βραβείο Αρτιότερης Παραγωγής στο 15ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και μας παρουσιάζει την αυθεντική φυσιογνωμία της ελληνικής υπαίθρου, αλλά και το μικρού μήκους ντοκιμαντέρ Πρέσπες (1966), το οποίο βραβεύτηκε στο 7ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου ως η καλύτερη ταινία μικρού μήκους ντοκιμαντέρ. Οι παραπάνω ταινίες θα προβληθούν με ακουστική περιγραφή [AD: Audio Description] για τυφλούς και άτομα με προβλήματα όρασης και με υπότιτλους για Κ/κωφούς και βαρήκοους [SDH: Subtitles for the Deaf or hard of Hearing], τόσο στις αίθουσες όσο και στις online προβολές τους.
Οι ταινίες του αφιερώματος:
Λευκάδα: Το νησί των ποιητών, Ροβήρος Μανθούλης, 1958, 16΄
«Μα η Λευκάδα δεν έχει αρχή, μήτε τέλος…» Θεωρούμενο ως το πρώτο δημιουργικό ντοκιμαντέρ της ελληνικής κινηματογραφικής ιστορίας, το μικρού μήκους homage που γύρισε ο Ροβήρος Μανθούλης ως πρώτη του ταινία το 1958 στη Λευκάδα, για λογαριασμό του Γενικού Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, δεν είναι παρά ένα ταξίδι σε έναν τόπο με οδηγό την ποίηση της καθημερινότητας, καθώς κάθε μικρή ή μεγάλη εικόνα ενός πανέμορφου νησιού «μεταφράζεται» μέσα από την αφήγηση σε μια ιστορία γραμμένη από χρόνια μύθων και παράδοσης. Ιμπρεσιονιστικό στη ματιά του, λυρικό στον λόγο του, ποιητικό στις αναφορές του στους εξέχοντες ντόπιους Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και Άγγελο Σικελιανό, με εμφανή τη φιλοδοξία του Μανθούλη να αποτυπωθούν οι αισθήσεις του νησιού, το Λευκάδα: Το νησί των ποιητών φέρει κάτι από την αθωότητα και την αίγλη μιας εποχής που δεν υπάρχει πια.
Την ίδια στιγμή, παραμένει ένα ντοκουμέντο ανά τις δεκαετίες, πολύτιμο και σαν ιστορική αναφορά για την απαρχή μιας τεκμηρίωσης που ξεφεύγει από την άμεση πληροφορία και αποπειράται να αγγίξει κάτι από την ενδοχώρα τόπων και ανθρώπων, αλλά και για την σπάνια κινηματογραφική ανάμνηση ενός ελληνικού καλοκαιριού χωρίς τουρίστες.
Αναστενάρια, Πυροβασία Ρούσσος Κούνδουρος, 1959, 10΄
Σε αυτό που θεωρείται το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα της πρωτοπόρας τέχνης του πάνω στη μίξη της εθνογραφίας με την επιστημονική τεκμηρίωση, ο Ρούσσος Κούνδουρος εμπιστεύεται το κείμενο του Νίκου Γκάτσου προκειμένου να γίνει μάρτυρας και ταυτόχρονα οδηγός σε μια σχεδόν μεταφυσική παράδοση που έρχεται από την αρχαιότητα: αυτή της πυροβασίας, ένα «παράξενο έθιμο» που οι Αναστενάρηδες της Ανατολικής Θράκης μετέφεραν σε όλη τη Μακεδονία, από τις Σέρρες μέχρι τη Βέροια και από τη Δράμα μέχρι τη Θεσσαλονίκη.

Ο «αλλόκοτος, μανιακός», διονυσιακός χορός των Αναστενάρηδων γίνεται το κέντρο μιας στέρεης, τελετουργικής αφήγησης, καθώς μετακινήσεις πληθυσμών, εικόνες των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, θυσίες ζώων, τύμπανα που παίζουν μόνα τους μουσική και πόδια που πατούν τα κάρβουνα –στους 500 βαθμούς Κελσίου– αλλά δεν πονούν και δεν φέρουν ίχνος εγκαύματος γίνονται μέσα στα λίγα λεπτά που διαρκεί η ταινία τα κομμάτια μιας Ελλάδας που συνεχίζει να πιστεύει στα θαύματα. Σε μια ταινία που μαζί με το έθιμο τεκμηριώνει κάτι και από το σθένος των ανθρώπων που πάνω στην έκστασή τους αγγίζουν κάτι από τον Θεό στον οποίο αφιερώνουν. Τα Αναστενάρια προβλήθηκαν στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι και της Φλωρεντίας, αλλά και στην Πρώτη Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη το 1960, όπου ο Ρούσσος Κούνδουρος τιμήθηκε από την κριτική επιτροπή για το σύνολο του πολύτιμου έργου του στον τομέα του ντοκιμαντέρ.
Μακεδονικός γάμος, Τάκης Κανελλόπουλος, 1960, 23΄
«Εγεννήθη ημίν σκηνοθέτης» έγραψε ο Τύπος μετά την πρώτη προβολή του Μακεδονικού γάμου το 1960. Και δικαίως: γιατί το σύντομο αυτό ντοκιμαντέρ, που εν μια νυκτί έχρισε τον 27χρονο Τάκη Κανελλόπουλο ελπίδα του ελληνικού κινηματογράφου, είναι ένα οπτικό ποίημα σπάνιας ευαισθησίας.

Ό,τι ξεκινά ως καταγραφή των ευφρόσυνων γαμήλιων εθίμων σ’ ένα χωριό της Δυτικής Μακεδονίας, το Βελβεντό Κοζάνης, μεταστοιχειώνεται μέσα από το βλέμμα του σκηνοθέτη σε μια ελεγεία για τον αποχωρισμό –σαν να πρόκειται για την κάθοδο της Περσεφόνης στον Άδη– και τη χθόνια, παγανιστική αψάδα της φύσης. Ήδη, το κατοπινό έργο του Κανελλόπουλου βρίσκεται εν σπέρματι εδώ: οι χαμηλοί τόνοι, ο λυρισμός, το μακεδονικό τοπίο, η φόρτιση της μεθορίου, το γυναικείο πρόσωπο που τόσο τον γοήτευσε. Ήδη το σινεμά τεκμηρίωσης στην Ελλάδα κοιτάζει πλέον πίσω από το προφανές, καταγράφοντας όχι το γράμμα, αλλά το πνεύμα του τόπου και την παράδοση όχι ως εξωτισμό αλλά ως ζώσα μνήμη και πρακτική, με τον Μακεδονικό γάμο να αποτελεί την πρώτη σπουδαία και διαχρονικά μια από τις μεγαλύτερες στιγμές του. Ο Μακεδονικός γάμος απέσπασε το Α΄ Βραβείο Ταινίας Μικρού Μήκους στην Πρώτη Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου και το Α΄ Βραβείο στο Φεστιβάλ του Βελιγραδίου (1961).
Θάσος, Τάκης Κανελλόπουλος, 1961, 18΄
«Κάνοντας αυτή τη μικρή ταινία για τη Θάσο, δεν ζητήσαμε να περιγράψουμε το νησί. Προσπαθήσαμε να δώσουμε κάτι από τη μαγεία και την ψυχή του.» Μένοντας πιστός στη εθνογραφία που ο ίδιος είχε μόλις συστήσει με τον Μακεδονικό γάμο, ο Τάκης Κανελλόπουλος συνεχίζει με τη δεύτερη μικρού μήκους ταινία του τη χαρτογράφηση μιας άγνωστης Μακεδονίας μέσα στην οποία συνυπάρχουν το φολκλόρ με τον σχολιασμό του, η εντοπιότητα με την ακύρωσή της και ο μύθος με την αφήγησή του.

Στη Θάσο, ψήγματα μιας νησιωτικής ρουτίνας γίνονται με τα λιτά μέσα μιας διάφανης ποιητικής παρατήρησης, μια αντι-πρόταση για την καρτ-ποστάλ μιας ολόκληρης χώρας ακριβώς την εποχή της πρώτης μεγάλης τουριστικής έκρηξης που γνώριζε η Ελλάδα τη δεκαετία του ’60. Ρυθμική, σε στιγμές ξέφρενη, έως και παγανιστική, δομημένη πάνω σε παραδοσιακά νησιώτικα τραγούδια, με έμφαση στην αναζήτηση μιας οικειότητας με το νησιωτικό «αίσθημα», με τον άνθρωπο και τη Φύση στο επίκεντρο, η Θάσος δεν προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Κέρδισε όμως ειδικό έπαινο στο Φεστιβάλ της Μόσχας, ανθολογήθηκε και σε ειδικές προβολές στη Θεσσαλονίκη και σε εμπορική διανομή στην Αθήνα, κερδίζοντας με τα χρόνια εξέχουσα θέση στην απόπειρα του Κανελλόπουλου για έναν μοντερνισμό που επαναδιαπραγματευεται με ρίσκο και πρωτοφανή αποφασιστικότητα την έννοια της «πατριδογνωσίας».
Αλουμίνιον της Ελλάδος, Ρούσσος Κούνδουρος, 1965, 18΄
Καλύπτοντας το σύνολο των διαδικασιών διαμόρφωσης και κατασκευής των βιομηχανικών υποδομών παραγωγής αλουμινίου στα Άσπρα Σπίτια της Βοιωτίας το 1960 και καταγράφοντας όλα τα στάδια από την εξόρυξη βωξίτη μέχρι και την τελική παραγωγή αλουμινίου, ο Ρούσσος Κούνδουρος παραδίδει με το Αλουμίνιον της Ελλάδος ένα από τα πρώτα βιομηχανικά ντοκιμαντέρ, εξέχον δείγμα της επιστημονικής προσήλωσής του πάνω στην αποτύπωση της μεταμόρφωσης της ελληνικής υπαίθρου.

Χωρίς voice over, αλλά με οδηγό την ηλεκτρονική μουσική υπόκρουση που αγγίζει τις παρυφές της avant-garde, ο Ρούσσος Κούνδουρος δεν δημιουργεί μόνο μια φρενήρη αλληλουχία ανάμεσα στο πριν και το μετά μιας τεχνικής διαδικασίας παραγωγής. Σε πλήρη συμφωνία με το κινηματογραφικό του όραμα και σχεδόν σε αντίθεση με την διαφημιστική ανάθεση της ταινίας από την εταιρεία «Αλουμίνιον της Ελλάδας», ο Κούνδουρος δοκιμάζει την αντοχή της ποιητικής της εικόνας πάνω σε κάτι εκ των πραγμάτων πεζό όπως ένα εργοστάσιο αλουμινίου, ανακαλύπτοντας ομορφιά, ιερότητα, ρυθμό, ένταση, αλλά και ελαφρά μελαγχολία σε μια διαδικασία προόδου που χαρτογραφεί εκ νέου τοπία και ανθρώπινες ζωές.
Πρέσπες, Τάκης Χατζόπουλος, 1966, 14΄
«Μια γωνιά Ελλάδα. Οι Πρέσπες.» Έτσι ξεκινά το μικρού μήκους ντοκιμαντέρ που ο Τάκης Χατζόπουλος γύρισε το 1966, πρώτη σπουδαία πράξη μιας διαδρομής που θα τον οδηγούσε στον Γάζωρο Σερρών το 1974 και από εκεί στη θητεία του στο τηλεοπτικό Παρασκήνιο, ανεξάντλητο φυτώριο δημιουργών και δημιουργιών.

Αυτή τη μια γωνιά Ελλάδα, εκεί όπου μια λίμνη χωρίζει τον κόσμο σε εθνικότητες, κλείνει μέσα σε 14 λεπτά ο Χατζόπουλος, με φανερές αντηχήσεις όχι μόνο της τεκμηρίωσης αλλά και της μυθοπλασίας του Τάκη Κανελλόπουλου όπως αυτή αποτυπώνεται στην ασπρόμαυρη φωτογραφία του Συράκου Δανάλη, τη μουσική του Κώστα Μυλωνά και την αφήγηση του Άγγελου Αντωνόπουλου. Η στάσιμη καθημερινότητα, οι απαράλλαχτες μέρες που εναλλάσσονται, το σύνορο που τελικά χωρίζει αυτούς που θυμούνται και αυτούς που περιμένουν, η πιο δύσκολη ώρα της μέρας –όταν βραδιάζει–, ένας κύκλος ζωής χωρίς «την πιθανότητα μιας έκπληξης», ένας «απλός κόσμος» που λέει καλημέρα σε τρεις γλώσσες γίνεται μέσα από το βλέμμα του Χατζόπουλου μια μικρή μελαγχολική ωδή πάνω στην ομορφιά και τον καημό ενός τόπου. Μαζί και ένα πικρό σχόλιο για την μεγαλύτερη Ελλάδα που θα αγνοήσει έννοιες όπως ανοχή, συνύπαρξη και απλότητα, περνώντας τελικά το σύνορο και καταστρέφοντας την ιερή ισορροπία ανάμεσα στο ασήμαντο και το σημαντικό που σέβονται μόνο όσοι έμαθαν να κοιτάζουν τον Θεό στο ύψος του ανθρώπου.
Θηραϊκός Όρθρος, Κώστας Σφήκας – Σταύρος Τορνές, 1968, 22΄
Μια «οπτική κοινωνική έρευνα» πάνω στη Σαντορίνη την εποχή που η πρωτόγονη αγροτική οικονομία δίνει σταδιακά τη θέση της στην ανερχόμενη τότε βιομηχανία του τουρισμού. Οι εξαθλιωμένοι και υποσιτισμένοι κάτοικοί της αντιπαραβάλλονται με την υποβλητική ομορφιά του νησιού με ηχητικό φόντο τους ψαλμούς του Όρθρου.

Γυρισμένο στο νησί το καλοκαίρι του ᾽67, κατά την έναρξη της δικτατορίας, το μικρού μήκους φιλμ μέσα από τη δύναμη της αντίστιξης των εικόνων και της μουσικής ξεφεύγει από τα όρια ενός απλού λαογραφικού ντοκιμαντέρ και παρουσιάζεται ως ένα στοιχειωτικό πορτρέτο μιας κοινωνίας δύο ταχυτήτων, σαν δυσοίωνο όραμα ενός μέλλοντος που ήδη εξαπλωνόταν. «Έπρεπε να δέσουν σε μια ενότητα τραγικά, σατιρικά, επικά, λυρικά στοιχεία, να απαλλαγούν από οποιονδήποτε νατουραλιστικό χειρισμό στην ηχητική πλαισίωση, ν’ αποκτήσουν μουσική έκφραση που να πηγάζει από την παράδοση αλλά που να είναι συγχρόνως σημερινή αντιμεταφυσική κραυγή του πάσχοντος», λένε οι δύο σκηνοθέτες, για αυτή τη μέχρι σήμερα σπάνια και ευτυχή κινηματογραφική συνάντηση. Το ηχητικό τοπίο της ταινίας μετατρέπεται έτσι σε ένα πλαίσιο αντιπαραβολής και έκθεσης. Σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη χρήση του μοντάζ και της φωτογραφίας, η ταινία οδηγεί τον θεατή σε μια βαθιά, συγκλονιστική διαδρομή παρατήρησης. Ρημαγμένοι πληθυσμοί, μια ολόκληρη τάξη στην υπηρεσία της ραγδαίας τουριστικής ανάπτυξης, σε ένα αιχμηρά πολιτικό έργο-προπομπό του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, που θα ερχόταν με τη Μεταπολίτευση.
Επισκεφθείτε την Ελλάδα, Φώτος Λαμπρινός, 1969, 25΄
Μέσα από την αποκλειστική χρήση επικαίρων από τα σοβιετικά αρχεία, ο Φώτος Λαμπρινός επιχειρεί μια ιστορική αναδρομή από την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά (1936-1941) μέχρι τη Χούντα (1967-1974) σε ένα από τα πιο ιδιοσυγκρασιακά «τεκμήρια» του ελληνικού σινεμά. Χωρίς να πρόκειται για μια ιστορική ταινία με τη στενή ή και την ευρεία έννοια του όρου, αλλά μάλλον μια τολμηρή σάτιρα που αγγίζει τις παρυφές μιας λοξής, πειραματικής εθνογραφίας, το από τον τίτλο του ειρωνικό Επισκεφθείτε την Ελλάδα σχολιάζει και διακωμωδεί τραγικές στιγμές της πρόσφατης Ιστορίας μας, όταν διάφοροι «τουρίστες» επισκέπτονται την Ελλάδα –απρόσκλητοι και κατά κανόνα ένοπλοι– για να εγκαταστήσουν στο έδαφός της το καθεστώς της αρεσκείας τους. Ακριβώς πάνω στο τέλος της δεκαετίας του ’60 και εν μέσω της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, ο Λαμπρινός δίνει το στίγμα του «ξαναδιαβάσματος» των ελληνικού ενδιαφέροντος επικαίρων, στην ανεύρεση και αρχειοθέτηση των οποίων αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου του, στέλνοντας διαχρονικό μήνυμα αντίστασης για τη φιλόξενη χώρα με την πολλαπλών απολήξεων καταχρηστική τουριστική ανάπτυξη που πλήρωσε και συνεχίζει να πληρώνει ακόμη και σήμερα.
Καστοριά, Τάκης Κανελλόπουλος, 1969, 24΄

«Κι όπως έπεφτε το βράδυ, μια αποκάλυψη έγινε μέσα του. Κατάλαβε σιγά-σιγά πως αυτό που ζητούσε, αυτό που έψαχνε, η ομορφιά που γύρευε, η νεράιδα ήταν η ίδια η πολιτεία. Η Καστοριά!» Τρίτο μέρος της άτυπης «εκδρομής» στη Μακεδονία που ξεκίνησε με τον Μακεδονικό γάμο (1960) και συνεχίστηκε με τη Θάσο (1961), η Καστοριά με τον έφιππο ξένο ταξιδιώτη που αναζητά μια νεράιδα μέσα στη σύγχρονη αλλά περισσότερο άχρονη καθημερινότητα της μακεδονικής πόλης, κλείνει ακριβώς στην αυλαία της δεκαετίας του ’60 έναν τέλειο κύκλο ασυμβίβαστης τεκμηρίωσης. Ο Τάκης Κανελλόπουλος έχει ανταλλάξει πλέον οριστικά την Ιστορία με τον μύθο (και την αναπαράστασή του) και εδώ τον χρησιμοποιεί ως μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μυθοποιώντας τελικά μια πόλη η οποία μέσα από το βλέμμα του ανακτά εκ νέου τα χαρακτηριστικά μιας ελληνικότητας σπάνιας, σμιλεμένης από φαντάσματα βυζαντινά, ξεσπάσματα αρχαιοελληνικά, υλικά από χώμα και νερό απάτριδα κι όμως βαθιά ριζωμένα σε μια Ελλάδα που μένει να ανακαλυφθεί. Η ταινία, μια παραγωγή του Γιώργου Νάσιουτζικ, βραβευμένη το 1969 ως Καλύτερη Ταινία Μικρού Μήκους Ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, υπήρξε η πιο αποκομμένη ιδιοκτησιακά από το έργο του δημιουργού της και δυσεύρετη –έως και χαμένη– μέσα στα χρόνια. Επανεμφανίστηκε μετά από μεγάλο διάστημα απουσίας το 2024, όχι στην αυθεντική έγχρωμη εκδοχή της, μέσα από ένα δίκτυο συλλεκτών, δίνοντας την ευκαιρία για μια ολοκληρωμένη μελέτη πάνω στην τριλογία του Τάκη Κανελλόπουλου που υπήρξε τομή για το δημιουργικό ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα.
Ο χορός των τράγων, Παντελής Βούλγαρης, 1971, 22΄
Μια παράξενη, υπόκωφη φόρτιση διαπερνά τον Χορό των τράγων του Παντελή Βούλγαρη, μια ταινία-ακρογωνιαίο λίθο του ελληνικού εθνογραφικού ντοκιμαντέρ: καθώς παρακολουθούμε βήμα βήμα τις ετοιμασίες του σκυριανού καρναβαλιού, ενώ οι νησιώτες ντύνονται τις αλλόκοτες φορεσιές που τους μεταμορφώνουν σε τρομακτικά, γκροτέσκα πλάσματα –μισά άνθρωπος και μισά ζώο–, νιώθει κανείς ότι η τάξη σιγά σιγά διασαλεύεται – και τόσο το καλύτερο.

Το καρναβάλι είναι τρελό παντού –η κατάλυση της τάξης είναι, άλλωστε, ο λόγος ύπαρξής του–, όμως στη Σκύρο η αποχαλίνωση μοιάζει να διασώζει κάτι από τον αρχαίο, προχριστιανικό διονυσιασμό που άκμασε κάποτε στο ελληνικό αρχιπέλαγος. Δίχως υπομνηματισμό διά της γλώσσας, η ταινία καταγράφει, με απορία και μαζί δέος, την εκτροπή στην οποία επιδίδεται για λίγο μια ολόκληρη κοινότητα, μεταγγίζοντας κάτι από τον εορταστικό και μαζί ανησυχαστικό χαρακτήρα ενός δρωμένου που συνέχει ένα ολόκληρο νησί.
Εν Μυτιλήνη, Μάνος Ευστρατιάδης, 1973, 13΄
Ένα μοναδικό ντοκουμέντο της Μυτιλήνης στις αρχές της δεκαετίας του ’70: η κάμερα του Μάνου Ευστρατιάδη, αεικίνητη και φιλοπερίεργη, διασχίζει τους δρόμους της πόλης, μπαίνει σε καταστήματα και σπίτια, καταγράφει δημόσιες τελετές και ιδιωτικές συνάξεις.

Σε δεκατρία μόλις λεπτά, η ταινία πετυχαίνει κάτι εντυπωσιακό: χωρίς διαλόγους, αποκλειστικά διά του μοντάζ και της λεπτής ειρωνείας της, διαγράφεται ανάγλυφα η μικροαστική ζωή της επαρχιακής πόλης, η κιτς αισθητική της Χούντας, ο δήθεν εκσυγχρονισμός διά του τουρισμού, η επέλαση του μπετόν στα εμπορικά σοκάκια και η κυριαρχία του δόγματος «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια». Χάρη στο λοξό του βλέμμα, το Εν Μυτιλήνη παρακολουθείται μ’ ένα πικρό χαμόγελο, φέρνοντας στον νου απόηχους της «Παράγκας» του Διονύση Σαββόπουλου: «Κυράδες, φιλάνθρωποι παπάδες, εργολαβίες, ψαλμωδίες και καντάδες…». Το 1973 η Ελλάδα ήταν μια «ατέλειωτη παράγκα», και το ντοκιμαντέρ του Μάνου Ευστρατιάδη το πιστοποιεί.
Μέγαρα, Σάκης Μανιάτης – Γιώργος Τσεμπερόπουλος, 1974, 72΄
Ο ακατάλυτος δεσμός του ανθρώπου με τα γενέθλια χώματα, ο τρόπος που το τοπίο σμιλεύει τους κατοίκους του –και την πολιτική του συνείδηση– και η σημασία της εντοπιότητας ως μέσου αντίστασης βρίσκονται στην καρδιά των Μεγάρων των Σάκη Μανιάτη και Γιώργου Τσεμπερόπουλου, μιας ταινίας που δικαίως θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά ντοκιμαντέρ των τελευταίων πενήντα ετών.
Τα Μέγαρα, γυρισμένα σε μια εποχή που η έννοια της οικολογίας ήταν ανύπαρκτη στην Ελλάδα, παρακολουθούν τον αγώνα των Μεγαρέων ενάντια στην απόφαση της Χούντας να απαλλοτριώσει μια μεγάλη αγροτική έκταση για την εγκατάσταση διυλιστηρίων. Το τελευταίο μέρος της ταινίας καταγράφει την απόφαση των αγροτών να ενωθούν με τους φοιτητές του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του ’73 μετά από την άδικη αντιμετώπισή τους από το κράτος και τα δικαστήρια. Η μάχη του αγροτικού κόσμου των Μεγάρων για επιβίωση και η σχέση τους με τον τόπο τους διατηρούν στο έπακρο την επικαιρότητά τους.
Γάζωρος Σερρών, Τάκης Χατζόπουλος, 1974, 77΄
Λίγο πριν ξεκινήσει μαζί με τον Λάκη Παπαστάθη το θρυλικό Παρασκήνιο που θα ορίσει μια ολόκληρη νέα εποχή στο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, ο Τάκης Χατζόπουλος θα έφτανε το 1974 μέχρι τον Γάζωρο, ένα μικρό χωριό καπνεργατών στις Σέρρες, «δυο άνθρωποι, μια μηχανή 16mm και ένα μαγνητόφωνο». Αυτό που θα κατέγραφε θα ήταν κάτι περισσότερο από την καθημερινότητα ενός τόπου σημαδεμένου από την αγωνία του ημερομισθίου, τον καημό της μετανάστευσης και το σημείο μηδέν μιας ολόκληρης χώρας σε βίαιη μεταμόρφωση. Πιστός στις αρχές του πως «δεν υπάρχει κινηματογράφος έξω από την ταξική πάλη» και πως «το ντοκιμαντέρ δημιουργείται, ανασυστήνεται, συντίθεται στο μοντάζ», διαχωρίζει τις αφηγήσεις των κατοίκων του χωριού (από τις οποίες αποτελείται αποκλειστικά) από τις εικόνες της καθημερινότητάς τους, απελευθερώνοντας έναν ανυπολόγιστο όγκο αυθεντικότητας με πυλώνες τον ανθρώπινο μόχθο, την επιβίωση και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Την ίδια στιγμή που αισθάνεσαι ότι διασώζει την ιστορική μνήμη του τόπου, αφήνοντας ουσιαστικά το χωριό να αφηγηθεί το ίδιο την ιστορία του, ο Χατζόπουλος σχολιάζει με καίριο τρόπο πολιτικά ακριβώς αυτή την ανάγκη, διαταράσσοντας την κατεστημένη ανθρωπογεωγραφία της ελληνικής υπαίθρου και την έννοια της ποίησης καθώς αυτή τρυπώνει μέσα στην τεκμηρίωση. Ο μικρόκοσμος του Γαζώρου γίνεται η μικρογραφία της Ελλάδας και το ντοκιμαντέρ του μια μαρτυρία ταυτόχρονα ιστορική και διαχρονική. Βραβείο αρτιότερης παραγωγής στο 15ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου το 1974.
Πάνω σ’ ένα μικρό ελληνικό νησί, Μαθιός Γιαμαλάκης, 1978, 56΄
«Η διαφορά ανάμεσα σ’ έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή και στους ανθρώπους είναι ο παραλογισμός»: αυτή η φράση, μια από τις πρώτες που ακούγονται στην ταινία του Μαθιού Γιαμαλάκη, αποτελεί κλειδί για ένα ντοκιμαντέρ που εκδιπλώνεται σαν μια ευφρόσυνη αποκάλυψη. Η κάμερα του Γιαμαλάκη, ενός ευαίσθητου δημιουργού που το έργο του αναμένει ακόμα τη συνάντηση με τον φιλέρευνο θεατή, περιπλανιέται στην Ίο το καλοκαίρι του 1977 καταγράφοντας ελεύθερα, σχεδόν συνειρμικά, όψεις ενός ελληνικού νησιού στο μεταίχμιο ενός παραδοσιακού, προνεωτερικού κόσμου και μιας σαρωτικής αλλαγής ηθών. Εδώ έγκειται ο παράλογος, πικρά κωμικός χαρακτήρας αυτής της οξυδερκούς αποτύπωσης της μικροκοινωνίας του νησιού, που δεξιώνεται τους πάντες: γκροτέσκους τοπικούς άρχοντες, χωρατατζήδες αφηγητές της ταβέρνας, πονηρούς μικρομαγαζάτορες, αφελείς τουρίστες, κοπέλες που συνθλίβονται από τη μικρόνοια του επαρχιακού βίου. Όλα αυτά συνυφαίνονται με τον πιο αβίαστο, τρυφερό τρόπο, φιλοτεχνώντας ένα καλειδοσκοπικό πορτρέτο του ελληνικού αρχιπελάγους, διαχρονικό στη σύλληψη και τη δύναμή του.
Ένα ντοκυμαντέρ, Νίκος Κουτελιδάκης, 1980, 20΄
Ο κυριολεκτικός τίτλος της ταινίας του Νίκου Κουτελιδάκη, ήδη φορτωμένος με επίπεδα ειρωνείας και δεύτερης ανάγνωσης, προϊδεάζει από νωρίς γι’ αυτό που απροκάλυπτα συμβαίνει ήδη από τα πρώτα πλάνα της. Η κάμερα παρατηρεί τα εγκαταλελειμμένα αρχοντικά του Γαλαξειδίου, αρχικά εστιασμένη σε όσα διαβρώνει η φυσική φθορά στο εξωτερικό τους, στη συνέχεια στους κενούς εσωτερικούς χώρους όπου κάποτε ήταν γεμάτοι από ανθρώπινες κινήσεις και φωνές. Το ένδοξο παρελθόν ενός τόπου, μαζί με τις λεπτομέρειες που υπενθυμίζουν την αλλοτινή ναυτική του αίγλη, παγιδεύεται μέσα στα χρόνια της ανακήρυξής του ως παραδοσιακού οικισμού, προσπαθεί να ξεφύγει από την τη γραφικότητα μιας νοσταλγικής αύρας που επιβάλλει μια καίρια δεκαετία στην αυγή της και εγκλωβίζεται ξανά στη vintage τουριστική ατραξιόν που αποτελεί μέχρι και σήμερα. Χωρίς προειδοποίηση, ακριβώς όπως το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν (ή το φαντασιακό ορίζεται από το ρεαλιστικό), ο Νίκος Κουτελιδάκης αφιερώνει στο Γαλαξείδι μια τελετή, αποχαιρετισμού ή μάλλον καλωσορίσματος – δεν έχει σημασία. Η αναβίωση ενός εθίμου καρναβαλιού που πριν ακόμη μπεις στους ρυθμούς του σε έχει παρασύρει σε ένα παροξυσμικό τελετουργικό θανάτου, δίνει το στίγμα ενός διονυσιακού ρέκβιεμ που πριν ολοκληρώσει τον κύκλο της μελαγχολίας, έχει κλείσει μέσα του «ένα ντοκυμαντέρ» που θα μπορούσε να αφορά κάθε τόπο αυτής της χώρας που είδε το χρόνο να σβήνει τα χαρακτηριστικά του, σαν την βροχή όταν ξεπλένει τις μπογιές πάνω στον ανθρώπινο διάκοσμο, σε μια προσπάθεια λες να αποκαλυψει τον πραγματικό του εαυτό.
Το στρώμα της καταστροφής, Κώστας Βρεττάκος, 1980, 32΄
Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ένα φράγμα κατασκευάζεται στα νερά του Μόρνου, προκειμένου να υδροδοτηθεί η πρωτεύουσα. Ένα ολόκληρο χωριό στις όχθες του ποταμού, το Βελούχοβο, υποχρεώνεται να εγκαταλειφθεί – μια υποχρεωτική καταστροφή που μοιάζει με θυσία στο όνομα της προόδου. Υπάρχει όμως και μια άλλη θυσία: αυτής μιας αρχαίας πόλης που κάποτε άκμασε στις ίδιες όχθες και τώρα, ενώ μόλις έχει αρχίσει να αποκαλύπτεται από τους ανασκαφείς, θα κατακλυστεί για πάντα. ‘
Η ταινία του Κώστα Βρεττάκου, οξυδερκής και ελεγειακή, εξακτινώνεται ταυτόχρονα σε πολλαπλές κατευθύνσεις: μελαγχολική καταγραφή της αποσύνθεσης μιας παραδοσιακής κοινότητας στα ορεινά της Φωκίδας και στοχαστικό αρχαιολογικό ντοκιμαντέρ, το Στρώμα της καταστροφής παρακολουθείται εξίσου σαν ένα συναρπαστικό θρίλερ, ένας αρχετυπικός αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη, καθώς οι ανασκαφείς πασχίζουν να σώσουν τα ίχνη της αρχαίας πόλης από τη στάθμη του νερού που μέρα τη μέρα ανεβαίνει καταπίνοντας τα πάντα. Κι αν η ταινία αντιλαμβάνεται την Ιστορία ως ένα παλίμψηστο καταστροφών, αν σχολιάζει την αδιάφορη και α-ηθική φύση που διαβρώνει τα πάντα παραδίδοντάς τα στη λήθη, η ματιά της δεν είναι απαισιόδοξη: από τη διερώτηση του θεατή γύρω από το τι αξίζει να σωθεί και τι όχι θα γεννηθεί η μνήμη του μέλλοντος.
Φούρνοι, μια γυναικεία κοινωνία, Αλίντα Δημητρίου, Νίκος Κανάκης, 1983, 47΄
Στο νησί Φούρνοι της Ικαρίας, ένας ερευνητής παρακολουθεί τη ζωή των κατοίκων. Δίχως προκαθορισμένο σενάριο, δίχως έτοιμες ερωτήσεις, ως απλός παρατηρητής. Μέσα από αυτή την έρευνα, ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας η κοινωνία των Φούρνων μέσα από τους ανθρώπους της, μέσα από αναμνήσεις, μέσα από αγωνίες, μέσα από τον καθημερινό μόχθο. Στο νησί, οι άνδρες είναι ναυτικοί και οι γυναίκες έχουν αναλάβει όλα τα πόστα που πιο συμβατικά θα περίμενε κανείς να εκτελούνται από τους άντρες, από οικοδομικές εργασίες μέχρι αγροτικές δουλειές. Η κάμερα της Αλίντας Δημητρίου και του Νίκου Κανάκη καταγράφει έτσι με ανάγλυφο τρόπο τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα και το πώς ο καταμερισμός της εργασίας αποτελεί βασικό γρανάζι στην λειτουργία της κοινωνικής μηχανής. Μέσα από μια σπουδαίας αφοσίωσης μεθοδολογία προφορικής ιστορίας, όπου την Ιστορία αφηγούνται μέσα από τα βιώματά τους οι ίδιοι οι –συνήθως χωρίς βήμα και χωρίς φωνή– μάρτυρες, η Δημητρίου κι ο Κανάκης τελειοποιούν ένα είδος πολιτικού ντοκιμαντέρ που δεν μένει στη στείρα καταγραφή, αλλά συνδέει την παρατήρηση με την ιδεολογία και με το κοινωνικό ιδεατό. Η ταινία Φούρνοι, Μια Γυναικεία Κοινωνία των Αλίντας Δημητρίου και Νίκου Κανάκη (1983), παραγωγής του Υπουργείου Πολιτισμού, αποκαταστάθηκε και ψηφιοποιήθηκε με δαπάνη του ΥΠΠΟ (2021). Παραχωρήθηκε δωρεάν για την προβολή της στο 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η γιαγιά μου, Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος, 1997, 29΄
Στο Αρματολικό, ένα ορεινό χωριό της επαρχίας Τρικάλων, ψηλά στα Τζουμέρκα πλάι στην όχθη του Αχελώου, ζει μόνη της η κυρα-Δήμητρα, ογδόντα εννέα χρονών. Είναι η αγαπημένη γιαγιά του σκηνοθέτη Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου, ο οποίος την επισκέπτεται μαζί μ’ ένα μικρό συνεργείο φίλων. Αποτέλεσμα της επίσκεψης είναι Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η γιαγιά μου, ένα από τα εμβληματικότερα ελληνικά ντοκιμαντέρ των τελευταίων δεκαετιών: μέσα από την αλησμόνητη, γελαστή, χοϊκή μορφή της γιαγιάς, ο φακός του Κουτσιαμπασάκου συλλαμβάνει το τραχύ και αδάμαστο, άφατα τρυφερό και αγαπητικό πνεύμα της ελληνικής υπαίθρου, αλλά και της ταραχώδους, σκοτεινής Ιστορίας του 20ού αιώνα, οι πληγές της οποίες έχουν εγγραφεί στο σώμα της ηλικιωμένης. Πληγές οι οποίες όχι μόνον χαίνουν ακόμα, αλλά που πάνω τους σωρεύονται νέα τραύματα, καθώς το Αρματολικό πρόκειται σύντομα να κατακλυστεί από τα νερά του Αχελώου, λόγω του αμφιλεγόμενου φράγματος που κατασκευάζεται στην περιοχή. Σπάνια μια μικρού μήκους ταινία συλλαμβάνει το πνεύμα ενός τόπου, αλλά και ενός αιώνα, με τόση ενάργεια, ακτινοβολώντας συγκίνηση και αγάπη.
Ο χορός των αλόγων, Χρήστος Βούπουρας, 2001, 64΄
Στα χωριά της Λέσβου, ενός τόπου έντονα φορτισμένου με Ιστορία, επιβιώνουν πανάρχαια, παγανιστικά έθιμα, μπολιασμένα με τη χριστιανική πίστη αλλά και το πνεύμα της εγγύς Ανατολής. Από τη Σαπφώ μέχρι σήμερα, το συναρπαστικό αυτό χωνευτήρι κρύβει μυστικά, και Ο χορός των αλόγων του Χρήστου Βούπουρα επινοεί έναν τρυφερό –και ευφυή– τρόπο να μας τα αποκαλύψει: ένα οκτάχρονο αγοράκι ρωτά με παιδική αθωότητα τη γιαγιά του για ένα παράξενο, σκληρό έθιμο που λαμβάνει χώρα προς τιμήν του Αγίου Χαραλάμπους, και η γιαγιά –η αρχετυπική γιαγιά όλων– ξετυλίγει σαν παραμύθι ιστορίες θαυμάσιες και τρομακτικές, ιστορίες πίστης και απιστίας, σαν μια Χαλιμά της ελληνικής υπαίθρου. Η πυκνή και σύνθετη ταυτότητα ενός νησιού και μαζί μιας χώρας, όπως αυτή σμιλεύεται και επιζεί μέσα στις αρχαίες τελετουργίες της, αναδύεται ολόφωτη μπρος στα μάτια του θεατή, ο οποίος, για τα 64 λεπτά της ταινίας, γίνεται ένα οκτάχρονο παιδί στην αγκαλιά της γιαγιάς του.
Είδε ο Γιώργος Τοκμακίδης και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα.
Εν Συντομία Εισαγωγή:
Στον απόηχο των ημερών των ερωτευμένων θυμόμαστε μία ταινία αντίστοιχης θεματικής, η οποία όμως διαφέρει αξιακάαπό το είδος. Δεν αναδεικνύει το μέγεθος ενός έρωτα και της αγάπης ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, που ξεπερνάει συνήθως τη λογική τους και τους συμπαρασύρει σε έναν δρόμο με συνέπειες τόσο για τους ίδιους, όσο και για τον κόσμο στο σύνολο του. Αντιθέτως, προσεγγίζει την ιδέα της αμοιβαίας συμπάθειας και κατ’ επέκταση τη διαδοχική της εξέλιξη με αλήθεια και ρεαλισμό. Αναλαμβάνει να εξομολογηθεί μία προσωπική ιστορία, αλλά και τη γοητευτική μαγεία της πρώτης γνωριμίας, η οποία δεν γνωρίζει την ολοκλήρωση.
Ο λόγος για τη βραβευμένη με όσκαρ σεναρίου ταινία: «Χαμένοι Στη Μετάφραση» (Lost In Translation, 2003), καθώς κατά βάθος «όλοι θέλουμε να βρεθούμε…»

Πλοκή;
Ο Μπόμπ Χάρις, μεγάλος ηθοποιός κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, βρίσκεται στο Τόκυο σε ένα ιστορικό χαμηλό για την καριέρα του, για να διαφημίσει ένα ιαπωνικό ουίσκι. Στο ίδιο ξενοδοχείο μένει για σύντομο χρονικό διάστημα και η Σάρλοτ, μία προβληματισμένη νεαρή κοπέλα, η οποία αισθάνεται ότι ο γάμος της δεν οδηγεί κάπου ουσιωδώς, όπως και η ίδια της η ύπαρξη. Χαμένοι και οι δύο στη μοναξιά και στις προσωπικές τους σκέψεις, προσδοκίες και όνειρα θα διαμορφώσουν μία διαπροσωπική σχέση, η οποία θα καλύψει το κενό που συναισθάνονται. Μέσα σε ένα κλίμα χάους της σύγχρονης αστικής πόλης του Τόκυου, του χρόνου που περνάει και το αναπόφευκτο του χωρισμού, ο Μπόμπ και η Σάρλοτ θα αποπειραθούν «να βρεθούν», πριν «χαθούν»…

Πίσω από τις κάμερες:
Στη θέση της σκηνοθέτιδας βρίσκεται η Σοφία Κόπολα, κόρη του εξίσου σκηνοθέτη Φράνσις Φόρντ Κόπολα. Πρόκειται για τη δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους της δημιουργού, κατά το πέρας της οποία αποφασίζει συνειδητά να μιλήσει για την προσωπική της εμπειρία. Αυτό σημαίνει πως συνυπογράφει μεταξύ άλλων και το μινιμαλιστικό σενάριο. Η έμπνευση για την ιστορία της αντλείται από το διάστημα του γάμου της με τον κινηματογραφιστή Σπάικ Τζόουνς. Αργότερα, ο Τζόουνς με την ταινία του με τίτλο: «Δικός Της» (Her, 2013) θα δώσει τη δική του οπτική πάνω στο διάστημα της σχέσης τους, με το σενάριο του να κερδίζει με τη σειρά του βραβείο όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου. Οι δύο δημιουργοί δε μοιράστηκαν μόνο βίους παράλληλους, αλλά όπως όλα δείχνουν και καριέρες παράλληλες.

Πίσω στην ταινία λοιπόν, η Κόπολα γράφει το σενάριο εστιάζοντας μεγάλο κομμάτι της προσοχής της στον ηθοποιό που θα ερμηνεύσει τον δικό της «Μπόμπ Χάρις». Οι επιλογές της δεν είναι πολλές και δε θέλει να είναι, καθώς στο μυαλό της βρίσκεται μονάχα ένας ηθοποιός, και αυτός δεν είναι άλλος από τον ασυμβίβαστο Μπίλ Μάρεϊ. Η επικοινωνία με τον ηθοποιό ήταν απαιτητική και η καλλιτέχνις χρειάστηκε τη συνδρομή του καλού της φίλου ΓουέςΆ ντερσον για να καταφέρει να μιλήσει με τον Μάρεϊ και να τον «κλείσει» για τη δουλειά. Αν ο ηθοποιός δε δεχόταν την πρόταση, η ταινία κατά πάσα πιθανότητα δε θα προχωρούσε προς γύρισμα και περάτωση. Από την άλλη, η επιλογή της δεκαεπτάχρονης Σκάρλετ Γιόχανσον για συμπρωταγωνίστρια ήταν ένα στοίχημα που απέδωσε καρπούς και ενηλικίωσε την καριέρα της ηθοποιού.

Όσον αφορά τη σκηνοθεσία αυτή καθ’ αυτή, ο πατέρας της, Φράνσις, προέτρεψε τη νεαρή σκηνοθέτιδα να ακολουθήσει μία ψηφιακή προσέγγιση για την τελική εικόνα της ταινίας της, λόγω της εποχής του περάσματος από το αναλογικό μέσο στο ψηφιακό. Εκείνη, όμως ακολούθησε το όραμα της και απέδωσε μία ταινία, η οποία είναι κλασική και συνάμα σύγχρονη, καθιστώντας την συχνά «επισκέψιμη» με κινηματογραφικούς όρους. Τα γυρίσματα διήρκησαν κάτι λιγότερο από μήνα, ενώ διεκπεραιώθηκαν στο σύνολο τους στην Ιαπωνία. Μάλιστα, η αλληλουχία των κάδρων και των πλάνων βασίστηκαν σε μία σειρά φωτογραφιών από την ίδια, ενώ μέρος των γυρισμάτων έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε καθεστώς μυστικότητας, λόγω έλλειψης αδειοδότησης από τις αρχές. Στη σεκάνς δε που η κάμερα ακολουθεί την πρωταγωνίστρια στο μετρό, οι ιαπωνικές αρχές απείλησαν με κλείσιμο της παραγωγής.

Μπροστά από τις κάμερες:
Πρωταγωνιστής, όπως προαναφέρθηκε άλλωστε είναι ο μοναδικός Μπίλ Μάρεϊ. Η καριέρα του ηθοποιού δεν μπορεί να διακριθεί με ευκολία. Αρχίζει ως ένας κωμικός ηθοποιός για να κάνει ένα σύντομο διάλειμμα με την βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο ταινία «Στην Κόψη Του Ξυραφιού» (AtRazor’sEdge, 1984) και να επανεφεύρει τον εαυτό του ως ταιριαστό ηθοποιό των ανεξάρτητων δημιουργών, όπως ο Άντερσον, η Κόπολα και ο Τζάρμους. Οι διαπραγματεύσεις για τη συμμετοχή του στην εν λόγω ταινία διήρκησαν πέντε μήνες με τον ίδιο, απουσία μάνατζερ και άλλων μεσαζόντων να συμφωνεί προφορικά, αλλά να αργεί να εμφανιστεί κατά την πρώτη ημέρα των γυρισμάτων.

Η καλλιτέχνιδα και το επιτελείο της ανησύχησαν ότι ο Μάρεϊ άλλαξε γνώμη, αλλά στο τέλος της ημέρας όχι μόνο εμφανίστηκε, έδωσε και μία από τις καλύτερες ερμηνείες στην καριέρα του. Αφήνει κατά μέρους την κωμωδία και καταπιάνεται με τη γενική περιρρέουσα απογοήτευση, την κούραση των χρόνων, αλλά και την επαναφορά του στον κόσμο του πάθους, όχι απαραίτητα ερωτικού, αλλά αυτού της ζωής, της ύπαρξης. Ακόμα, προς ικανοποίησης του ρεαλισμού, η σκηνοθέτις του δεν τον περιορίζει, αλλά του επιτρέπει να αυτοσχεδιάσει, αν ο ίδιος το επιθυμεί, κάτι που συμβαίνει σε αρκετά σημεία διαλόγου, δίχως να ξεφεύγει των ορίων του χαρακτήρα του. Ο ηθοποιός έχει δηλώσει επανειλημμένως πως ο ρόλος του στην ταινία αποτελεί προσωπικό του αγαπημένο.

Συμπρωταγωνίστρια του Μάρεϊ είναι η προαναφερθείσα Σκάρλετ Γιόχανσον. Μέχρι εκείνη τη δεδομένη στιγμή είχαμε διακρίνει την ηθοποιό από τη συμμετοχή της μαζί με τον Ρομπερτ Ρέντφορντ στην ταινία με τίτλο: «Ο Γητευτής Των Αλόγων» (The Horse Whisperer, 1998). Η παρουσία της όμως στο «Χαμένοι Στη Μετάφραση» δίνει τη ζωντάνια και την «φρεσκάδα» που έχει ανάγκη ο συμπρωταγωνιστής της. Η δημιουργός φροντίζει να καλύψει την ηλικιακή διαφορά που υπάρχει μεταξύ τους με το να ενισχύει τα ενήλικα στοιχεία της ηθοποιού. Από το υπαρξιακό δράμα στο εσωτερικό κόσμο του χαρακτήρα της, μέχρι μία σειρά από ενδυματολογικές στυλιστικές επιλογές στην εξωτερική της εμφάνιση, η τελική εικόνα της Γιόχανσον φαντάζει κάτι περισσότερο από ιδανική. Θα περίμενε κανείς να υπάρχει μία αμηχανία από μέρους της, λόγω της δημοσιότητας, αλλά και της εκκεντρικότητας του Μάρεϊ, καταφέρνει ωστόσο να σταθεί τόσο στο υποκριτικό της ύψος, όσο και απέναντι του συντελώντας σε ένα άψογο αποτέλεσμα.

Καταλυτικός Επίλογος:
Η ταινία αποτελούσε προϊόν ανεξάρτητης παραγωγής, αλλά αντιμετώπισε εκπληκτική εμπορική επιτυχία κερδίζοντας εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε ολόκληρο τον κόσμο. Απογείωσε τις καριέρες των συντελεστών και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι έδωσε μία παραπάνω σκέψη, ωριμότητα σε ένα είδος που ακολουθεί μία ειδυλλιακή κατεύθυνση, η οποία ολοένα και απομακρύνεται από την πραγματικότητα. Η τελική σκηνή είναι η επιτομή της υπόσχεσης και δίνει έναν επίλογο, ο οποίος δε σε αφήνει μετά τη θέαση της ταινίας. Μπορεί να μην είναι η απόλυτη ταινία των ημερών, αλλά αναμφίβολα αξίζει πολλαπλές θεάσεις!

Θα έβαζα ένα 7,8/10 για την αλήθειατης και την υπόσχεση της.
Διάρκεια: 1 ώρα και 42 λεπτά
Είδος: Κοινωνική-Ρομαντική
Σκηνοθεσία: Σοφία Κόπολα
Πρωταγωνιστές: Μπίλ Μάρεϊ, Σκάρλετ Γιόχανσον
Δευτέρα 10 και Τρίτη 11 Μαρτίου στις 21.00
Στάθης και Φανή ζουν την φαινομενικά ήσυχη σχέση τους σε κάποια γωνιά της ελληνικής επαρχίας. Εκείνος γιατρός και πολλά υποσχόμενο κομματικό στέλεχος, εκείνη manager development σε πρόωρη απόσυρση, προκειμένου να αφοσιωθεί στην οικογένειά της και στην 15χρονη κόρη τους Μαρία. Πίσω, όμως, απ’ την ειδυλλιακή ησυχία, ένα τέρας καραδοκεί. Η Μαρία φέρεται αψυχολόγητα, λείπει απ’ το σπίτι τις πιο απίθανες ώρες, καπνίζει γυμνή χόρτο με τους συμμαθητές της στις τουαλέτες του σχολείου. Βίντεο με την ίδια σε άσεμνες πόζες κυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Ο πατέρας της καταφέρνει να κουκουλώσει τον όποιο αντίκτυπο. Η Μαρία όμως δεν το βάζει κάτω. Επιμένει. Για κάποιο δικό της λόγο μοιάζει να θέλει να γίνουν γνωστά όσα κάνει, ώσπου ένα βράδυ…

Το τέρας αρχίζει να ξεπροβάλει. Κι όσο σκοτεινό είναι, άλλο τόσο αμείλικτο φως εκπέμπει. Ένα φως τόσο αποκαλυπτικό, όσο και οι ζωγραφιές της μικρής που συνθέτουν το φριχτό παρασκήνιο.
Ο βραβευμένος με 4 κρατικά βραβεία του Υπουργείου Πολιτισμού Μιχαήλ Άνθης, συνθέτει ένα σοκαριστικό θρίλερ ενδοοικογενειακής βίας, για να μας πει πως… «καμιά φορά η σιωπή κάνει τον πιο επικίνδυνο θόρυβο».

Το έργο που κέρδισε κοινό και κριτικούς έρχεται με τη στήριξη της Γενικής Γραμματείας Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων.
«Άγουρα κεράσια» με δύναμη «γροθιάς στο στομάχι»… Είδαμε και σχολιάζουμε

Συντελεστές
Κείμενο: Μιχαήλ Άνθης Σκηνοθεσία: Μανούσος Μανουσάκης Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρία Καραθάνου Μουσική: Γιάννης Μακρίδης Βοηθοί Σκηνοθέτη: Ελεάννα Πλέσσα, Μάγια Πολιτάκη Βοηθός Σκηνογράφου: Μαργαρίτα Τζαννέτου Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος Φωτογραφία: Γιώργος Βέργαδος Ήχος & Φως: Λεωνίδας Φουντούλης
Παίζουν: Τάνια Τρύπη, Κωνσταντίνος Καζάκος
Στο τσέλο ο Σταύρος Παργινός Μαρία: Η φωνή της Τζένης Καζάκου
Παραγωγή: Μίμησις Πράξεως
Δευτέρα 10 και Τρίτη 11 Μαρτίου στις 21.00
Διάρκεια: 90 Λεπτά
Τιμές εισιτηρίων: Γενική είσοδος: 17 ευρώ Μειωμένο: 15 ευρώ (φοιτητικό, ανέργων, ΑΜΕΑ). Προπώληση: Ταμείο Θεάτρου & Τicketservices.gr – Κρατήσεις στο 2311219978 / 6936915422
Η αμερικανική-βρετανική ταινία πολιτικού θρίλερ «Conclave» του Γερμανού σκηνοθέτη Έντβαρντ Μπέργκερ κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας στα βρετανικά βραβεία BAFTA που απονεμήθηκαν σήμερα.
Στην κατηγορία αυτή καλύτερης ταινίας διαγωνίζονταν οι ταινίες «A Perfect Stranger», «Anora», «Emilia Perez» και «The Brutalist».

Τέσσερα βραβεία BAFTA απέσπασε η ταινία «The Brutalist», στην αποψινή τελετή στο Royal Festival Hall του Λονδίνου στην 78η απονομή των Βραβείων της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Μπρέιντι Κόρμπετ κέρδισε το βραβείο Σκηνοθεσίας για την ταινία ενώ ο ηθοποίος Έιντριεν Μπρόντι το βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου για το «The Brutalist», όπου υποδύεται έναν Ούγγρο μετανάστη αρχιτέκτονα, επιζώντα του Ολοκαυτώματος, που προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή του.
Το «The Brutalist» κέρδισε επίσης τα βραβεία καλύτερης πρωτότυπης μουσικής και φωτογραφίας.

Η ταινία «Emilia Perez» του Γάλλου σκηνοθέτη Ζακ Οντιάρ απέσπασε δύο βραβεία BAFTA, ένα καλύτερης μη αγγλόφωνης ταινίας, εν μέσω μιας διαμάχης για παλιά αμφιλεγόμενα tweets της πρωταγωνίστριας της ταινίας, της Κάρλα Σοφία Γκασκόν.
Η Ζόε Σαλντάνα κέρδισε το βραβείο Β’ γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της ως δικηγόρου σε αυτό το μιούζικαλ.
Η ταινία ήταν υποψήφια σε 11 κατηγορίες στη σημερινή 78η τελετή απονομής των Βραβείων της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
Δείτε όλους τους νικητές της αποψινής τελετής
Τηλέφωνο: +30 6983 101 110
URL: http://www.kulturosupa.gr
Email: kulturosupa@yahoo.gr
Copyright Kulturosupa.gr © 2007 – 2026