Ο Ρόμπερτ Φροστ υποστήριζε ότι ποίηση είναι όταν ένα συναίσθημα έχει βρει τη σκέψη του και η σκέψη έχει βρει τις λέξεις ενώ ο Βίκτωρ Ουγκώ δήλωνε πως ποιητής είναι κάποιος που σκέφτεται κάτι άλλο. Η ποίηση θεωρείται από πολλούς ως η ανώτερη των Τεχνών. ‘Η ποίηση είναι σκέψεις που αναπνέουν και λέξεις που καίνε’ είπε ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, μας θυμίζει η Άννα Μυκωνίου, Διδάκτωρ Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Πρόεδρος του Κέντρου Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, για να συνεχίσει λέγοντας ‘Και ο Γιώργος Σεφέρης σημείωσε πως ‘η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα’’. Αυτοί οι δύο ορισμοί, σύμφωνα με την κυρία Μυκωνίου, τόσο διαφορετικοί φαινομενικά και ταυτόχρονα τόσο κοντινοί, αποκαλύπτουν κάτι ουσιαστικό: ότι η ποίηση γεννιέται από την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία. Για εκείνη η ποίηση είναι μια ζωντανή, δυναμική διαδικασία με έντονο συναισθηματικό αποτύπωμα. Είναι ένας τρόπος να κατανοούμε τον κόσμο, αλλά και τον εαυτό μας μέσα σε αυτόν. Μπορεί να μας συντροφεύσει σε πολλές στιγμές της ζωής μας – στις χαρές, στις απώλειες, στις σιωπές μας.
‘Θυμάμαι πως ήμουν ακόμη έφηβη, σε μια περίοδο εσωστρέφειας, όταν πρωτοδιάβασα ποίηση με τρόπο που με συγκλόνισε: ήταν ο Ήλιος ο Ηλιάτορας του Οδυσσέα Ελύτη. Για μένα ο Ελύτης υπήρξε ένας έρωτας από την πρώτη ανάγνωση. Ήταν σαν να μου ξανασυστήθηκε ο κόσμος. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα τους στίχους, πασχίζοντας με μια σχεδόν παιδική μανία να καταλάβω όλα εκείνα που τότε μόνο να υποψιαστώ μπορούσα. Εκείνη η πρώτη εμπειρία μου έδειξε πως η ποίηση δεν χρειάζεται πάντα να εξηγηθεί για να σε αγγίξει. Αρκεί να την αφήσεις να σε διαπεράσει. Δεν ξέρω αν η ποίηση είναι πράγματι η ‘ανώτερη’ τέχνη. Ίσως όλες οι τέχνες να είναι απλώς διαφορετικοί τρόποι έκφρασης της ίδιας ανθρώπινης ανάγκης για δημιουργία και επικοινωνία. Εκείνο που ξέρω, όμως, είναι πως η ποίηση έχει μια μοναδική δύναμη: με ελάχιστες λέξεις μπορεί να χωρέσει ολόκληρους κόσμους. Και ίσως γι’ αυτό να επιστρέφω πάντα σε αυτήν. Γιατί μέσα σε λίγους στίχους μπορεί να αναγνωρίσουμε κάτι βαθιά δικό μας – μια σκέψη, ένα συναίσθημα, μια αλήθεια που δεν είχαμε βρει ακόμη τον τρόπο να πούμε’, εξομολογείται η κυρία Μυκωνίου.
Η χώρα μας έχει βγάλει πολλούς και αξιόλογους ποιητές. Της ζητώ να ξεχωρίσει τουλάχιστον δύο των οποίων το έργο εκτιμά και θαυμάζει. Το κάνει αμέσως και πολύ εύκολα. Συμφωνεί πως η Ελλάδα έχει την ευλογία μιας σπουδαίας ποιητικής παράδοσης και αυτό καθιστά την επιλογή, που της ζητώ να κάνει, δύσκολη γιατί κάθε μεγάλος ποιητής ανοίγει έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο. Αν έπρεπε, όμως, να ξεχωρίσει κάποιους που αισθάνεται ιδιαίτερα κοντά της, θα ανέφερε πρώτα τον Οδυσσέα Ελύτη. Το έργο του την συνόδευσε από πολύ νωρίς και την συνοδεύει ακόμα και τώρα γιατί πάντα εκεί καταλήγει, σαν σε μια σταθερά μέσα στη ζωή της. Η ποίησή του έχει φως, μουσικότητα και μια βαθιά πίστη στη δύναμη της γλώσσας, που πάντα τη συγκινούσε.
Συνεχίζει με τον Γιώργο Σεφέρη που αποτελεί για την ίδια έναν σταθερό εσωτερικό συνομιλητή. Με τον στοχαστικό και πυκνό λόγο του κατάφερε να εκφράσει το τραύμα, τη μνήμη και την αίσθηση της απώλειας με έναν τρόπο βαθιά ανθρώπινο και διαχρονικό. Η ποίησή του δεν σε κατακτά αμέσως, τονίζει η συνεντευξιαζόμενη. Σε μαθαίνει να την πλησιάζεις και να επιστρέφεις ξανά και ξανά σε αυτήν.
Ολοκληρώνει με την αναφορά τηςστον Κώστα Καβάφη, ο οποίος κατέχει ιδιαίτερη θέση στην καρδιά της, μια που η ποίησή του διαθέτει μια μοναδική διαύγεια και μια σχεδόν φιλοσοφική ματιά πάνω στο χρόνο, την ιστορία και την ανθρώπινη μοίρα. Με ελάχιστα μέσα καταφέρνει να δημιουργεί ποιήματα που μοιάζουν απλά, αλλά αποκαλύπτουν διαρκώς νέα επίπεδα ανάγνωσης. Νομίζει πως αυτοί οι τρεις ποιητές, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, διαμόρφωσαν όχι μόνο την Ελληνική ποίηση αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ταυτότητά μας. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμά τους: ότι συνεχίζουν να μας μιλούν σαν να γράφτηκαν σήμερα.
Αναρωτιέμαι αν θεωρείται πλέον ξεπερασμένη η επαφή με την ποίηση καθώς ζούμε σε μια εποχή που πολλοί έχουν ήδη εγκαταλείψει το βιβλίο. Η κυρία Μυκωνίου επιβεβαιώνει, με τη σειρά της, ότι ζούμε σε μια εποχή που πολλοί έχουν απομακρυνθεί από το βιβλίο. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου μόλις το 31% των Ελλήνων διαβάζει περισσότερα από πέντε βιβλία το χρόνο. Από αυτά η συντριπτική πλειονότητα προτιμά μυθιστορήματα – Ελληνικά ή ξενόγλωσσα – ενώ η ποίηση διαβάζεται από λιγότερο από το 1% των αναγνωστών. Είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό να σκεφτεί κανείς πως τόσοι λίγοι έχουν την ευκαιρία να συνδεθούν με φωνές όπως αυτές του Σεφέρη, του Ελύτη, του Καβάφη, του Ρίτσου ή νεότερων.
Κι όμως δεν πιστεύει ή δεν θέλει να πιστεύει ότι η επαφή με την ποίηση είναι πλέον ξεπερασμένη. Η ποίηση δεν έχει ηλικία, ούτε χρόνο. Ζει σε όποιον είναι έτοιμος να την ακούσει, να τη νιώσει, να τη βιώσει. Ακόμα και σε μια εποχή γεμάτη εικόνες και ταχύτητα, η ποίηση έχει τη δύναμη να μας συγκινήσει, να μας αλλάξει, να μας κάνει να σταθούμε, έστω για λίγο, μπροστά στα μικρά και μεγάλα θαύματα της ζωής. Το θέμα είναι να της δώσουμε την ευκαιρία μέσα από εκδηλώσεις, παραστάσεις, μελοποιήσεις, ακόμα και μέσα από ένα βιβλίο που ανοίγουμε για πρώτη φορά.
Άραγε διδάσκεται η ποίηση ή πρόκειται για έμφυτο ταλέντο; ‘Πράγματι πιστεύω πως το να γράψεις ποίηση είναι κάτι έμφυτο. Είναι μια καθαρά εσωτερική διαδικασία που ξεκινά μέσα στη σιωπή, στη σκέψη, στο προσωπικό αίσθημα. Ο καθένας, όμως, που γράφει ποίηση γνωρίζει ότι υπάρχει μια στιγμή όπου η δημιουργία γίνεται επώδυνη – όχι γιατί η πράξη της γραφής είναι δύσκολη αλλά γιατί ο ποιητής αποφασίζει να εκτεθεί, να αφήσει τα ποιήματά του να δουν το φως, να τα ακούσει ο κόσμος. Είναι μια πράξη θάρρους, γιατί η ποίηση είναι πάντα προσωπική και εύθραυστη. Ό,τι γράφεται κουβαλά μέσα του την ψυχή του δημιουργού του. Δεν είναι κάτι που διδάσκεται. Μπορεί να καλλιεργηθεί η τεχνική, η γλώσσα, η μορφή αλλά η σπίθα που κάνει τον στίχο να γεννηθεί υπάρχει ή δεν υπάρχει μέσα σου’, απαντά η κυρία Μυκωνίου. Αν θα έπρεπε να ξεχωρίσει ένα ποίημα ή μια συλλογή που έχει μείνει στην Ιστορία και συνεχίζει να γίνεται συχνά αναφορά σε αυτό ή αυτήν, θα ήταν το διαχρονικό Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Άκουγα παλιότερα έφηβους να γράφουν ποιήματα διοχετεύοντας σκέψεις, ανησυχίες και μελαγχολία στο χαρτί. Τελικά συνδέεται η ποίηση με μια εσωστρέφεια; Η συνεντευξιαζόμενη υποστηρίζει ότι η ποίηση συνδέεται, συχνά, με την εσωστρέφεια γιατί αποτελεί έναν τρόπο να ‘μιλήσει’ κάποιος στον εαυτό του προτού μιλήσει στους άλλους. Οι έφηβοι, που γράφουν ποιήματα, διοχετεύουν μέσα σε αυτά τις σκέψεις, τις ανησυχίες και τη μελαγχολία τους, αναζητώντας μια μορφή κατανόησης ή ανακούφισης. Είναι μια σιωπηλή συνομιλία με τον εαυτό τους, ένας τρόπος να επεξεργαστούν τα συναισθήματά τους πριν τα εκφράσουν στο περιβάλλον τους. Ωστόσο, συνεχίζει, η εσωστρέφεια δεν περιορίζεται μόνο στη νεότητα ούτε καθορίζει τη φύση της ποίησης. Ο ποιητής, ακόμα και ως ενήλικας, χρησιμοποιεί την προσωπική παρατήρηση για να δημιουργήσει έργο, που αποτυπώνει τον εαυτό του, αλλά τελικά απευθύνεται στους άλλους – στον αναγνώστη, στον ακροατή, στον κόσμο. Η ποίηση μπορεί, λοιπόν, να γεννιέται μέσα στη μοναξιά και την ενδοσκόπηση, αλλά η δύναμή της βρίσκεται στην επικοινωνία που ανοίγει πέρα από τον ίδιο το δημιουργό.
Της ζητώ να μοιραστεί μαζί μας τι σημαίνει και τι υπογραμμίζει η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Εκείνη λέει πως η μέρα αυτή είναι μια υπενθύμιση ότι η ποίηση δεν είναι απλώς λόγος. Είναι τρόπος να νιώθουμε και να κατανοούμε τον κόσμο γύρω μας και μέσα μας. Της θυμίζει τις στιγμές που ένα ποίημα τη συγκίνησε τόσο, ώστε να τη σταματήσει, να την κάνει να σκεφτεί ή να δει τα πράγματα αλλιώς. Είναι η στιγμή που οι λέξεις γίνονται γέφυρα ανάμεσα σε εκείνη και τους άλλους, ανάμεσα σε εκείνη και την ίδια τη ζωή. Σ’ αυτήν τη μέρα γιορτάζει την ποίηση ως έναν τρόπο να ακούει, να αισθάνεται και να συνδέεται με τον εαυτό της, με τους άλλους και με τον κόσμο γύρω της.
Γνωρίζω καλά πως το Φεστιβάλ Επταπυργίου κάθε χρόνο τιμά την ποίηση συμπεριλαμβάνοντας στο πρόγραμμά του Βραδιές Ποίησης. Θέλω να μάθω ποια είναι τα σχέδια για φέτος και η κυρία Μυκωνίου είναι η πλέον αρμόδια για να με ενημερώσει. Το Φεστιβάλ Επταπυργίου τιμά σταθερά την ποίηση, λέει, μέσα από ένα ιδιαίτερο, υβριδικό είδος παράστασης που συνδυάζει μουσική, απαγγελίες και αφηγήσεις. Σκοπός αυτών των παραστάσεων είναι να φέρουν το κοινό πιο κοντά στον ποιητικό λόγο, χρησιμοποιώντας, συχνά, τη μουσική ως ένα πρώτο, φιλικό εφαλτήριο. Η μουσική ανοίγει ένα δρόμο προς την ποίηση. Λειτουργεί σαν γέφυρα που επιτρέπει στους στίχους να φτάσουν πιο άμεσα στον ακροατή. Πιστεύει βαθιά ότι οι Έλληνες αγαπάμε την ποίηση αρκεί να μάθουμε πώς να την πλησιάζουμε. Και ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε να τη συναντήσουν και άνθρωποι που δεν είχαν μέχρι τώρα την ευκαιρία ή που αισθάνονται ότι η ποίηση είναι κάτι δύσκολο και απόμακρο. Στην πραγματικότητα, η ποίηση απευθύνεται σε όλους. Ακόμα και σε εκείνους που τη ‘φοβούνται’ ή που πιστεύουν πως δεν τους αφορά. Όταν βρεθεί ο σωστός τρόπος παρουσίασης, η ποίηση μπορεί να γίνει μια βαθιά προσωπική εμπειρία. Γι’ αυτό θεωρεί σημαντικό να δίνουν στο κοινό την ευκαιρία να εντάξει την ποίηση και τη λογοτεχνία στην καθημερινότητά του, όχι ως κάτι απομακρυσμένο και ακαδημαϊκό, αλλά ως μια ζωντανή μορφή τέχνης που συνομιλεί με τα συναισθήματα και τις εμπειρίες μας.
‘Φέτος είναι η σειρά του Γιώργου Σεφέρη – ενός ποιητή με βαθύ, μεστό και στοχαστικό λόγο, που συνεχίζει να μιλά στον σύγχρονο άνθρωπο με έναν τρόπο σχεδόν διαχρονικό. Το αφιέρωμα που παρουσιάζουμε είναι μια βραδιά όπου η ποίηση, η μουσική και η αφήγηση συναντιούνται για να δημιουργήσουν ένα ενιαίο καλλιτεχνικό σύμπαν. Οι στίχοι θα ακουστούν, θα τραγουδηθούν, θα απαγγελθούν, θα προβληθούν στα τείχη αλλά και θα ‘φωτιστούν’ μέσα στο χώρο του μνημείου επιτρέποντας στο κοινό να τους βιώσει με πολλούς τρόπους ταυτόχρονα. Θα έλεγα, λοιπόν, πως αυτό που μπορεί να περιμένει το κοινό φέτος είναι μια βραδιά όπου η ποίηση δεν θα παρουσιαστεί ως μνημείο, αλλά ως μια ζωντανή εμπειρία. Ένα ταξίδι μέσα στη γλώσσα, τη μνήμη και τη μουσικότητα του Σεφέρη – ένα σεργιάνι στους στίχους του που ελπίζω να συνεχιστεί και μετά το τέλος της παράστασης όταν ο καθένας θα πάρει μαζί του έναν ή περισσότερους στίχους που θα τον συνοδεύουν.
Οι συντελεστές της παράστασης είναι εξαιρετικοί. Οι Plaza Ensemble – Θ. Μπιλιλής, Α. Αρχοντής, Κ.Τσούγκρας και Γ.Πολυμενέρης – παίζουν και ενορχηστρώνουν εκ νέου τα εμβληματικά μελωμένα ποιήματα του Σεφέρη, δίνοντας τους μια νέα σκηνική πνοή. Τις ερμηνείες αναλαμβάνουν οι αγαπημένοι μου τραγουδιστές Παντελής Θαλασσινός, Δημήτρης Ζερβουδάκης και Ελένη Δημοπούλου, ενώ τις αφηγήσεις και τις απαγγελίες έχει αναλάβει ο σπουδαίος Γρηγόρης Βαλτινός, ο οποίος με τη μοναδική φωνή και την ερμηνευτική του δύναμη δίνει σάρκα και ψυχή στις λέξεις. Στη βραδιά συμμετέχει, επίσης, η χορωδία ‘Γιάννης Μάντακας’ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπό τη διεύθυνση της μαέστρου Εριφύλλης Δαμιανού, προσθέτοντας έναν ακόμα συλλογικό και πολυφωνικό τόνο στη μουσική και ποιητική αφήγηση της παράστασης’.
Με την ευχή λοιπόν να απολαύσουμε και φέτος ξεχωριστές στιγμές στο Φεστιβάλ Επταπυργίου τιμώντας, μεταξύ άλλων, την Ποίηση και με άλλη μια ευχή που μας προτρέπει να διαβάζουμε ποίηση, ολοκληρώνω αυτό το άρθρο. Ένα άρθρο που γράφτηκε με αφορμή τη σημερινή μέρα, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Όσο για εμάς θα βρεθούμε ξανά σύντομα μέσα από ένα επόμενο άρθρο!





.jpg)
.jpg)


.jpg)


