Η Κατερίνα Ανδριανάκη είναι μια περίπτωση δημιουργού που δεν χωρά σε στενά καλούπια. Με τις αποσκευές της γεμάτες από τη φιλοσοφία, τη μουσική του βιολοντσέλου και την υποκριτική τέχνη, επιστρέφει στη θεατρική γραφή με το νέο της έργο «Ξαπλωμένοι στο γρασίδι» (Εκδόσεις Βακχικόν).
Σε μια εποχή που οι βεβαιότητες καταρρέουν, η Ανδριανάκη στήνει ένα ψυχολογικό παιχνίδι για δύο παίκτες, τον Τομ και τον Τζέρι. Δύο επαγγελματίες κλέφτες που βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα διαμέρισμα, ενώ έξω ένας αόρατος εχθρός σαρώνει τα πάντα. Με χιούμορ που «κόβει σαν ξυράφι» και μια διεισδυτική ματιά στην ανθρώπινη απελπισία, η συγγραφέας μας μιλά για την απώλεια, τη φιλία που μεταλλάσσεται και εκείνη την αδιόρατη αχτίδα λύτρωσης που αναζητάμε όλοι όταν το σκοτάδι πυκνώνει.
Στη συζήτηση που ακολουθεί στην Kulturosupa, η Κατερίνα Ανδριανάκη ξετυλίγει το νήμα της δικής της δημιουργικής διαδρομής στη Θεσσαλονίκη και μας εξηγεί γιατί, τελικά, το θεατρικό βιβλίο είναι η πιο άμεση καταγραφή της ανθρώπινης αγωνίας.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
Από το βιολοντσέλο και τη Φιλοσοφική, στην υποκριτική και τη συγγραφή. Πώς λειτουργούν αυτές οι διαφορετικές καλλιτεχνικές ιδιότητες μέσα σας όταν κάθεστε να γράψετε ένα θεατρικό έργο;
Όταν συνυπάρχουν τόσο διαφορετικές καλλιτεχνικές και πνευματικές διαδρομές, η συγγραφή ενός θεατρικού έργου γίνεται κάτι σαν «σημείο συνάντησης» όλων αυτών των φωνών – όχι μια γραμμική διαδικασία, αλλά ένας εσωτερικός διάλογος. Το βιολοντσέλο, για παράδειγμα, καλλιεργεί μια βαθιά αίσθηση ρυθμού, παύσης και συναισθηματικής ροής. Όταν γράφω, αυτό μπορεί να μεταφράζεται σε μια σχεδόν μουσική αντίληψη του λόγου: οι διάλογοι έχουν τον δικό τους παλμό, οι σιωπές αποκτούν βάρος, και οι εντάσεις «ανεβαίνουν» και «κατεβαίνουν» όπως σε μια σύνθεση. Η Φιλοσοφική, από την άλλη, εισάγει τη δομή της σκέψης. Φέρνει ερωτήματα, έννοιες, υπόγεια νοήματα. Οι χαρακτήρες δεν είναι απλώς πρόσωπα που δρουν, αλλά φορείς ιδεών, αντιφάσεων, υπαρξιακών αναζητήσεων. Το έργο αποκτά βάθος πέρα από την επιφάνεια της πλοκής. Η υποκριτική προσθέτει το σώμα και τη φωνή. Με βοηθά να «ακούω» αν ένας διάλογος στέκει, να νιώθω αν μια σκηνή αναπνέει αληθινά πάνω στη σκηνή. Γράφω όχι μόνο ως δημιουργός, αλλά και ως ερμηνευτής – δοκιμάζοντας εσωτερικά κάθε ρόλο. Και τέλος, η ίδια η συγγραφή λειτουργεί σαν το πεδίο όπου όλα αυτά συντίθενται. Εκεί, η μουσικότητα, η σκέψη και η ενσώματη εμπειρία δεν είναι ξεχωριστά εργαλεία, αλλά διαφορετικές όψεις της ίδιας δημιουργικής πράξης. Ίσως το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτές οι ιδιότητες δεν ενεργοποιούνται διαδοχικά, αλλά ταυτόχρονα – σαν μια «πολυφωνία». Και το θεατρικό έργο γίνεται τελικά η παρτιτούρα αυτής της εσωτερικής πολυφωνίας.
Ζείτε και εργάζεστε στη Θεσσαλονίκη. Πόσο επηρεάζει η αύρα της πόλης και η επαφή σας με την εκπαίδευση τη θεματολογία των έργων σας;
Η Θεσσαλονίκη έχει μια ιδιαίτερη ποιότητα: είναι ταυτόχρονα εξωστρεφής και εσωστρεφής, ιστορική αλλά και νεανική, φωτεινή αλλά με μια υπόγεια μελαγχολία. Αυτή η αντίφαση περνά σχεδόν αβίαστα στη θεματολογία ενός έργου. Οι χαρακτήρες συχνά κινούνται ανάμεσα σε κόσμους – όπως και η ίδια η πόλη, που ισορροπεί ανάμεσα στην παράδοση και τη σύγχρονη ταυτότητα. Οι εικόνες της, η θάλασσα, οι δρόμοι, οι φωνές, δημιουργούν ένα «υπόστρωμα» ατμόσφαιρας που δύσκολα αγνοείται όταν γράφεις. Παράλληλα, η επαφή με την εκπαίδευση λειτουργεί ως ένας συνεχής παλμός πραγματικότητας. Η καθημερινή συνύπαρξη με νέους ανθρώπους, με τις αγωνίες, τις αναζητήσεις και τις αντιφάσεις τους, τροφοδοτεί τη γραφή με αυθεντικό υλικό. Δεν πρόκειται μόνο για θεματικές, αλλά για τρόπο θέασης: σε κρατά σε εγρήγορση, σε αναγκάζει να ακούς, να αμφισβητείς, να επαναδιατυπώνεις. Συχνά, αυτή η συνύπαρξη πόλης και εκπαίδευσης οδηγεί σε έργα που ακροβατούν ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό. Από τη μία υπάρχει η εσωτερική διαδρομή των χαρακτήρων και από την άλλη η κοινωνική τους τοποθέτηση – ένα διαρκές ερώτημα για το πού ανήκουμε και πώς σχετιζόμαστε με τον κόσμο γύρω μας.
Μετά από διηγήματα, μυθιστορήματα και παιδικά βιβλία, επιστρέφετε στο θέατρο. Τι είναι αυτό που σας προσφέρει η θεατρική γραφή που δεν το βρίσκετε στην πεζογραφία;
Η επιστροφή στο θέατρο μοιάζει συχνά με επιστροφή σε κάτι πιο άμεσο, σχεδόν «επικίνδυνα ζωντανό». Εκεί που η πεζογραφία σάς δίνει χώρο για εσωτερικότητα, ανάλυση και αφηγηματική ελευθερία, η θεατρική γραφή σάς φέρνει αντιμέτωπο με την ουσία: τον λόγο και τη στιγμή. Στο θέατρο, όλα συμβαίνουν στο «τώρα». Δεν υπάρχει αφηγητής να εξηγήσει ή να γεφυρώσει τα κενά· ό,τι θέλετε να ειπωθεί πρέπει να περάσει μέσα από τη φωνή, το σώμα, τη σιωπή. Αυτή η οικονομία δημιουργεί μια ένταση που δύσκολα συναντάται στην πεζογραφία. Κάθε λέξη έχει βάρος, κάθε παύση σημαίνει κάτι. Επίσης, η θεατρική γραφή είναι εκ φύσεως συλλογική – ακόμη κι όταν γράφετε μόνος. Ξέρετε ότι το κείμενο θα ολοκληρωθεί μέσα από άλλους: ηθοποιούς, σκηνοθέτη, σκηνικό χώρο, κοινό. Αυτή η προσμονή της μετενσάρκωσης του λόγου σε πράξη δίνει μια ιδιαίτερη ενέργεια στη διαδικασία. Ίσως το πιο μοναδικό στοιχείο είναι η άμεση επαφή με τον θεατή. Στην πεζογραφία, η επικοινωνία είναι σιωπηλή και ιδιωτική. Στο θέατρο, είναι ζωντανή, σχεδόν σωματική. Μοιράζεστε τον ίδιο χρόνο και χώρο – και αυτό δημιουργεί μια αίσθηση κινδύνου αλλά και αλήθειας που δύσκολα αντικαθίσταται. Τελικά, αν η πεζογραφία είναι ένας εσωτερικός μονόλογος που απλώνεται στον χρόνο, το θέατρο είναι ένας διάλογος που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας – και δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο.
Πρόσφατα βραβευτήκατε και για την ποίησή σας. Υπάρχει μια «ποιητική» ματιά κρυμμένη πίσω από τη σκληρή πραγματικότητα των ηρώων σας;
Η ποιητική ματιά δεν έρχεται να ωραιοποιήσει την πραγματικότητα των ηρώων, αλλά να αποκαλύψει τις ρωγμές της· εκεί όπου κάτι πιο εύθραυστο, πιο ανθρώπινο, επιμένει να υπάρχει. Ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, με ενδιαφέρει να αναδύεται μια υπόγεια τρυφερότητα, μια εικόνα ή μια σιωπή που μετατοπίζει ελαφρώς το βλέμμα. Η ενασχόλησή μου με την ποίηση –και η πρόσφατη βράβευση– με έχει φέρει πιο κοντά σε αυτή την οικονομία και τη συμπύκνωση. Να λέγονται λιγότερα, αλλά να σημαίνουν περισσότερα. Να υπάρχει ένας δεύτερος, ίσως και τρίτος, παλμός κάτω από τον λόγο. Παράλληλα, η διάκριση με έπαινο από την Ένωση Σεναριογράφων Ελλάδας το 2026 για το θεατρικό μου έργο «Η μητέρα του Ήλιου» λειτούργησε σαν μια επιβεβαίωση ότι αυτή η συνύπαρξη –του ρεαλιστικού με το ποιητικό– μπορεί να βρει τη θέση της και στη σκηνή. Ότι ακόμη και μέσα σε ένα δραματικό, ενίοτε σκληρό σύμπαν, υπάρχει χώρος για μια άλλη ποιότητα λόγου και εικόνας. Τελικά, η ποίηση δεν είναι για μένα ξεχωριστό είδος· είναι ένας τρόπος να βλέπεις. Και αυτός ο τρόπος διαπερνά τα πάντα – ακόμη και τις πιο σκοτεινές ιστορίες.
Τομ και Τζέρι. Δύο ονόματα που παραπέμπουν σε ένα αιώνιο κυνηγητό. Πόσο «καρτουνίστικη» ή, αντίθετα, πόσο οδυνηρά ρεαλιστική είναι η σχέση των δύο ηρώων σας;
Τα ονόματα παραπέμπουν αναπόφευκτα στον «Tom and Jerry» και σε αυτό το αέναο παιχνίδι καταδίωξης, όπου η σύγκρουση μοιάζει σχεδόν αθώα, επαναλαμβανόμενη, χωρίς πραγματικές συνέπειες. Αυτή η «καρτουνίστικη» διάσταση με ενδιαφέρει ως αφετηρία – ως μια ψευδαίσθηση ότι όλα μπορούν να ξαναρχίσουν από την αρχή, ότι τίποτα δεν αφήνει ίχνος. Όμως στους δικούς μου ήρωες, αυτό το μοτίβο μετατοπίζεται. Το κυνηγητό δεν είναι πια παιχνίδι, αλλά ανάγκη, εξάρτηση, ίσως και αδιέξοδο. Υπάρχουν στιγμές που αγγίζουν το παράλογο, σχεδόν το γκροτέσκο, όπου η ένταση παίρνει μια μορφή που θυμίζει καρτούν – αλλά εκεί ακριβώς γίνεται πιο οδυνηρή, γιατί δεν υπάρχει «επόμενο επεισόδιο» για να ακυρώσει ό,τι συνέβη. Η σχέση τους κινείται σε αυτή τη λεπτή γραμμή: από τη μία έχει τον ρυθμό, την επανάληψη και την εμμονή ενός παιχνιδιού· από την άλλη, κουβαλά το βάρος της πραγματικότητας, όπου κάθε σύγκρουση αφήνει σημάδι. Δεν είναι απλώς δύο αντίπαλοι – είναι δύο πρόσωπα παγιδευμένα σε έναν κύκλο που οι ίδιοι συντηρούν, ακόμη κι όταν τους πληγώνει. Το «καρτουνίστικο» στοιχείο λειτουργεί σαν καθρέφτης: μας επιτρέπει να πλησιάσουμε κάτι σκληρό μέσα από μια φαινομενικά ελαφριά φόρμα. Και τότε η σύγκρουση γίνεται πιο αναγνωρίσιμη – και πιο ανθρώπινη.
Δύο επαγγελματίες κλέφτες σε έναν κόσμο που δεν έχει μείνει τίποτα να κλέψεις. Είναι αυτό μια μεταφορά για την πνευματική και ηθική γύμνια της σύγχρονης εποχής;
Ναι, μπορεί πολύ εύκολα να διαβαστεί ως μεταφορά – και μάλιστα αρκετά ισχυρή. Η εικόνα «δύο επαγγελματίες κλέφτες σε έναν κόσμο όπου δεν έχει απομείνει τίποτα να κλέψεις» λειτουργεί σχεδόν αλληγορικά. Οι κλέφτες, που κανονικά ζουν από την επιθυμία, την έλλειψη και την αξία των πραγμάτων, βρίσκονται σε έναν κόσμο απογυμνωμένο από νόημα, αξία ή επιθυμητά αντικείμενα. Αυτό μετατοπίζει το βάρος από την πράξη της κλοπής στην υπαρξιακή κρίση: τι κάνεις όταν η ίδια σου η ταυτότητα δεν έχει πια αντικείμενο; Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να διαβαστεί ως σχόλιο για τη σύγχρονη εποχή: Πνευματική γύμνια: τίποτα «άξιο να κλαπεί» σημαίνει τίποτα που να έχει βαθύ νόημα ή ουσία. Οι αξίες έχουν εξαντληθεί ή εμπορευματοποιηθεί. Ηθική εξάντληση: ακόμη και η παραβατικότητα (η κλοπή) χάνει το νόημά της όταν δεν υπάρχει κάτι να παραβιαστεί. Δεν υπάρχουν όρια, άρα ούτε και υπέρβασή τους. Κρίση ταυτότητας: οι χαρακτήρες ορίζονταν από το επάγγελμα τους. Χωρίς αντικείμενο, μένουν αντιμέτωποι με το κενό του εαυτού τους. Ταυτόχρονα, υπάρχει και μια ειρωνεία: οι κλέφτες είναι άνθρωποι που αφαιρούν αξία από τον κόσμο. Αν όμως ο κόσμος έχει ήδη αδειάσει, μήπως αυτό υπονοεί ότι η «κλοπή» έχει ήδη συμβεί σε βαθύτερο επίπεδο – ότι κάτι (ή κάποιοι) έχουν ήδη αφαιρέσει το νόημα από τη ζωή; Αν το δεις πιο υπαρξιακά, θυμίζει μια κατάσταση όπου: όλα έχουν καταναλωθεί, τίποτα δεν προκαλεί επιθυμία, και οι άνθρωποι συνεχίζουν από συνήθεια, χωρίς σκοπό. Οπότε ναι – η εικόνα μπορεί να σταθεί ως μια αιχμηρή μεταφορά για τη σύγχρονη πνευματική και ηθική ερημοποίηση.
Το έργο διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια ενός φονικού ιού. Τι σας γοήτευσε στην κλειστοφοβική συνθήκη του εγκλεισμού ως δραματουργικό εργαλείο;
Η κλειστοφοβική συνθήκη του εγκλεισμού είναι από μόνη της ένα πανίσχυρο δραματουργικό εργαλείο, γιατί λειτουργεί σαν επιταχυντής: συμπυκνώνει χρόνο, χώρο και ψυχολογία. Πρώτα απ’ όλα, αφαιρεί τις διεξόδους. Οι χαρακτήρες δεν μπορούν να διαφύγουν – ούτε σωματικά ούτε ψυχικά. Αυτό σημαίνει ότι κάθε ένταση, κάθε σύγκρουση, κάθε μυστικό διογκώνεται. Σε έναν «ανοιχτό» κόσμο, οι άνθρωποι αποφεύγουν, μετακινούνται, ξεχνιούνται. Στον εγκλεισμό, αναγκάζονται να μείνουν και να αντιμετωπίσουν. Έπειτα, δημιουργεί μια σχεδόν εργαστηριακή συνθήκη: οι σχέσεις απογυμνώνονται από περισπασμούς και φαίνονται στην πιο ωμή τους μορφή. Ο φόβος του ιού –του αόρατου κινδύνου– εισχωρεί παντού και μετατρέπεται σε καχυποψία, παράνοια, ή ακόμα και ανάγκη για έλεγχο. Οι χαρακτήρες δεν φοβούνται μόνο τον θάνατο, αλλά και ο ένας τον άλλον. Ταυτόχρονα, ο εγκλεισμός εντείνει την αίσθηση του χρόνου. Ο χρόνος είτε «παγώνει» είτε γίνεται αφόρητα αργός, και αυτή η παραμόρφωση επηρεάζει τη σκέψη και τη συμπεριφορά. Μικρές λεπτομέρειες αποκτούν τεράστια σημασία, ενώ το παρελθόν και οι ενοχές επιστρέφουν με μεγαλύτερη ένταση. Αυτό που με γοητεύει ιδιαίτερα είναι ότι ο εξωτερικός περιορισμός οδηγεί σε εσωτερική αποκάλυψη. Όταν αφαιρείς την ελευθερία κίνησης, αναδεικνύεται το ερώτημα: πόσο ελεύθερος είναι πραγματικά ο άνθρωπος μέσα του; Ο εγκλεισμός δεν είναι μόνο φυσικός – είναι και ηθικός, ψυχικός, υπαρξιακός. Τελικά, τέτοιες συνθήκες φέρνουν τους χαρακτήρες στο όριο. Και στο όριο, οι μάσκες πέφτουν. Εκεί γεννιέται το πραγματικό δράμα.
Η αντιστροφή των ρόλων. Πότε ένας θύτης μετατρέπεται σε θύμα και πόσο εύκολα μπορεί η ανάγκη για έλεγχο να καταστρέψει μια βαθιά φιλία;
Η αντιστροφή των ρόλων δεν είναι ποτέ στιγμιαία· είναι μια αργή μετατόπιση ισορροπιών. Ένας θύτης αρχίζει να μετατρέπεται σε θύμα τη στιγμή που η εξουσία του παύει να είναι σταθερή – όταν εξαρτάται από κάτι εύθραυστο: τον φόβο του άλλου, τις συνθήκες, ή μια ψευδαίσθηση ελέγχου. Αν αυτό καταρρεύσει, εκτίθεται. Και τότε, ό,τι ασκούσε προς τα έξω, επιστρέφει προς τα μέσα. Στην ουσία, θύτης και θύμα δεν είναι απόλυτες ταυτότητες αλλά θέσεις μέσα σε μια δυναμική σχέση. Μπορούν να εναλλάσσονται, ειδικά όταν: αλλάζουν οι συνθήκες (π.χ. κρίση, εγκλεισμός, απειλή), αποκαλύπτονται μυστικά, ή μετατοπίζεται η εξάρτηση μεταξύ των προσώπων. Η ανάγκη για έλεγχο είναι ο καταλύτης αυτής της μετάβασης. Στην αρχή μοιάζει με μέσο προστασίας: «κρατάω τα πράγματα υπό έλεγχο για να μην καταρρεύσω». Σταδιακά όμως γίνεται εμμονή. Ο άλλος παύει να είναι φίλος και γίνεται μεταβλητή που πρέπει να ρυθμιστεί. Και εκεί αρχίζει η διάβρωση της φιλίας. Γιατί μια βαθιά φιλία βασίζεται σε δύο εύθραυστα στοιχεία: εμπιστοσύνη και ισοτιμία. Η ανάγκη για έλεγχο διαβρώνει και τα δύο: Την εμπιστοσύνη, γιατί εισάγει καχυποψία («αν δεν ελέγχω, θα προδοθώ»). Την ισοτιμία, γιατί δημιουργεί ιεραρχία («εγώ καθορίζω, εσύ ακολουθείς»). Το πιο επικίνδυνο είναι ότι αυτή η μετατόπιση συχνά δεν γίνεται αντιληπτή άμεσα. Κρύβεται πίσω από φαινομενικά «λογικές» πράξεις: προστασία, φροντίδα, ανάγκη για ασφάλεια. Μέχρι που κάποια στιγμή, η σχέση έχει ήδη μετατραπεί σε πεδίο εξουσίας. Και τότε η αντιστροφή είναι σχεδόν αναπόφευκτη: ο ελεγκτικός γίνεται ευάλωτος (γιατί εξαρτάται από τον έλεγχο), και ο ελεγχόμενος είτε καταρρέει είτε αντιδρά. Σε αυτό το σημείο, η φιλία δοκιμάζεται πραγματικά. Δεν καταστρέφεται πάντα – αλλά για να σωθεί, πρέπει να συμβεί κάτι δύσκολο: να εγκαταλειφθεί συνειδητά ο έλεγχος και να επαναδιαπραγματευθεί η σχέση ως ισότιμη. Διαφορετικά, η ανάγκη για έλεγχο δεν απλώς τραυματίζει τη φιλία· τη μεταμορφώνει σε κάτι άλλο, όπου η αγάπη συνυπάρχει με την κυριαρχία – και τελικά ασφυκτιά.
«Χιούμορ που κόβει σαν ξυράφι». Πόσο απαραίτητο είναι το χιούμορ όταν καταπιανόμαστε με ένα υπαρξιακό θρίλερ;
Το χιούμορ σε ένα υπαρξιακό θρίλερ δεν είναι απλώς «καλοδεχούμενο» – είναι σχεδόν αναγκαίο. Όχι για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, αλλά για να την οξύνει. Το λεγόμενο «χιούμορ που κόβει σαν ξυράφι» λειτουργεί σε πολλά επίπεδα: Πρώτα, ως αντίστιξη. Όταν το σκοτάδι είναι συνεχές, ο θεατής μουδιάζει. Το χιούμορ σπάει αυτή τη μονοτονία και, ακριβώς γι’ αυτό, κάνει την επόμενη σκοτεινή στιγμή να χτυπά πιο δυνατά. Είναι σαν ανάσα πριν την κατάδυση. Δεύτερον, ως αποκάλυψη χαρακτήρων. Οι άνθρωποι συχνά λένε τις πιο σκληρές αλήθειες μέσα από αστεία. Ένα κοφτερό σχόλιο μπορεί να αποκαλύψει φόβο, ζήλια, ενοχή ή επιθετικότητα χωρίς άμεση σύγκρουση – ή, καλύτερα, πριν αυτή εκραγεί. Τρίτον, ως μηχανισμός άμυνας. Μέσα σε ένα υπαρξιακό πλαίσιο (θάνατος, απομόνωση, απώλεια νοήματος), το χιούμορ είναι τρόπος επιβίωσης. Οι χαρακτήρες γελούν όχι επειδή είναι ανάλαφροι, αλλά επειδή αλλιώς θα καταρρεύσουν. Αυτό δίνει στο γέλιο μια σχεδόν τραγική διάσταση. Τέταρτον, ως εργαλείο έντασης. Το «ξυράφι» στο χιούμορ σημαίνει ότι μπορεί να πληγώσει. Δεν είναι αθώο. Μπορεί να γίνει παθητική επιθετικότητα, ειρωνεία που διαβρώνει, ή μια μορφή λεκτικής βίας. Εκεί, το γέλιο παγώνει – και το θρίλερ βαθαίνει. Τελικά, το χιούμορ σε ένα τέτοιο έργο δεν αποδυναμώνει το υπαρξιακό βάρος· το κάνει πιο ανθρώπινο και πιο ανυπόφορο ταυτόχρονα. Γιατί μας θυμίζει κάτι πολύ οικείο: ότι ακόμη και μπροστά στο κενό, ο άνθρωπος συνεχίζει να γελά – συχνά την πιο ακατάλληλη στιγμή.
Ο τίτλος «Ξαπλωμένοι στο γρασίδι» ακούγεται ειδυλλιακός, ενώ το περιεχόμενο είναι ένα θρίλερ δωματίου. Πού κρύβεται η ειρωνεία ή η ελπίδα σε αυτόν τον τίτλο;
Ο τίτλος «Ξαπλωμένοι στο γρασίδι» λειτουργεί σχεδόν σαν παγίδα – μια εικόνα γαλήνης που υπόσχεται κάτι που το έργο δεν δίνει. Κι ακριβώς εκεί γεννιέται η δύναμή του. Σε πρώτο επίπεδο, είναι ειρωνικός: παραπέμπει σε ελευθερία, φύση, ανοιχτό ορίζοντα, σώματα χαλαρά κάτω από τον ουρανό. Αντί γι’ αυτό, έχουμε εγκλεισμό, ένταση, φόβο. Η αντίθεση αυτή δεν είναι απλώς αισθητική· είναι νοηματική. Ο τίτλος θυμίζει έναν κόσμο που έχει χαθεί – ή ίσως δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά. Αλλά υπάρχει και κάτι πιο ύπουλο: μπορεί να είναι μια ψευδαίσθηση κανονικότητας. Οι ήρωες ίσως προσπαθούν να πείσουν τους εαυτούς τους ότι «όλα είναι καλά», ότι βρίσκονται ακόμη σε μια κατάσταση αθωότητας ή ηρεμίας. Το «γρασίδι» γίνεται έτσι μια νοητική κατασκευή, ένας τρόπος άμυνας απέναντι στην ασφυκτική πραγματικότητα. Και ταυτόχρονα, εκεί κρύβεται και μια υπόγεια ελπίδα. Γιατί η εικόνα αυτή –δύο άνθρωποι ξαπλωμένοι, εκτεθειμένοι, χωρίς άμυνες– εμπεριέχει και μια μορφή εμπιστοσύνης. Είναι μια στιγμή όπου ο έλεγχος εγκαταλείπεται. Σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η καχυποψία και η ανάγκη επιβολής, το να «ξαπλώσεις στο γρασίδι» μπορεί να σημαίνει: να αφεθείς, να μοιραστείς την ευαλωτότητα, να υπάρξεις δίπλα στον άλλον χωρίς άμυνα. Έτσι, ο τίτλος αιωρείται ανάμεσα σε τρία επίπεδα: ειρωνεία (η πραγματικότητα τον διαψεύδει), νοσταλγία (για έναν χαμένο ή φαντασιακό κόσμο), δυνατότητα (μια στιγμή ανθρώπινης επαφής που ίσως ακόμη είναι εφικτή). Τελικά, η πιο ενδιαφέρουσα ανάγνωση είναι ότι το «γρασίδι» δεν είναι τόπος – είναι κατάσταση. Και το ερώτημα που αφήνει ο τίτλος είναι: μπορούν αυτοί οι άνθρωποι, έστω για μια στιγμή, να φτάσουν εκεί;
Το θεατρικό βιβλίο στην Ελλάδα συχνά θεωρείται «συμπλήρωμα» μιας παράστασης. Πιστεύετε ότι μπορεί να σταθεί ως αυτόνομο λογοτεχνικό ανάγνωσμα;
Ναι – και όχι απλώς μπορεί, αλλά οφείλει να μπορεί. Η ιδέα ότι το θεατρικό κείμενο είναι «συμπλήρωμα» της παράστασης είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια περιοριστική σύμβαση. Σίγουρα, το θέατρο ολοκληρώνεται στη σκηνή: το σώμα, η φωνή, ο χώρος δίνουν στο κείμενο μια διάσταση που δεν μεταφέρεται πλήρως στο χαρτί. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι το ίδιο το κείμενο δεν έχει αυτάρκεια. Ένα θεατρικό έργο μπορεί να σταθεί ως λογοτεχνία όταν: η γλώσσα του έχει ρυθμό, ένταση, υπονοούμενο, οι διάλογοι λειτουργούν όχι μόνο ως ανταλλαγή πληροφοριών αλλά ως σύγκρουση ιδεών και συναισθημάτων, και οι σιωπές του (ακόμη και τυπογραφικά) είναι «ορατές» στον αναγνώστη. Άλλωστε, πολλά εμβληματικά έργα έχουν διαβαστεί –και συνεχίζουν να διαβάζονται– ως καθαρά λογοτεχνικά κείμενα, χωρίς να απαιτείται η σκηνική τους πραγμάτωση. Σκεφτείτε τον Samuel Beckett ή τον Harold Pinter: η δύναμη των κειμένων τους υπάρχει ήδη στη σελίδα, στη δομή, στις παύσεις, στην οικονομία του λόγου. Στην ελληνική πραγματικότητα, ίσως αυτό που λείπει δεν είναι η δυνατότητα, αλλά η αναγνωστική συνήθεια. Έχουμε μάθει να «βλέπουμε» θέατρο περισσότερο απ’ ό,τι να το «διαβάζουμε». Κι όμως, η ανάγνωση ενός θεατρικού έργου ενεργοποιεί μια διαφορετική φαντασία: ο αναγνώστης γίνεται σκηνοθέτης, ηθοποιός και θεατής ταυτόχρονα. Υπάρχει βέβαια και μια ενδιαφέρουσα ένταση: ένα καλό θεατρικό κείμενο δεν είναι μυθιστόρημα· αφήνει κενά, δεν περιγράφει τα πάντα, ζητά συνεργασία. Αλλά ακριβώς αυτό το «ανοιχτό» στοιχείο είναι που το κάνει ζωντανό και ως ανάγνωσμα. Οπότε το ερώτημα ίσως δεν είναι αν μπορεί να σταθεί μόνο του – αλλά αν είμαστε διατεθειμένοι να το συναντήσουμε ως τέτοιο. Γιατί όταν το κάνουμε, ανακαλύπτουμε ότι η σκηνή δεν είναι απαραίτητη για να υπάρξει θέατρο· μπορεί να στηθεί και μέσα στο μυαλό μας.
Πώς φαντάζεστε τον Τομ και τον Τζέρι πάνω στη σκηνή; Έχετε συγκεκριμένες σκηνοθετικές οδηγίες στο μυαλό σας ή αφήνετε χώρο στον μελλοντικό σκηνοθέτη να αυτοσχεδιάσει;
Τους φαντάζομαι λιγότερο ως «συγκεκριμένα σώματα» και περισσότερο ως δύο εντάσεις που συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο. Ο Τομ και ο Τζέρι δεν είναι απλώς χαρακτήρες· είναι δύο διαφορετικοί τρόποι να επιβιώνεις: ο ένας πιο ελεγκτικός, πιο δομημένος, ο άλλος πιο ρευστός, πιο απρόβλεπτος. Στη σκηνή αυτό μεταφράζεται σε ρυθμό, σε απόσταση, σε σιωπές. Δεν με ενδιαφέρει τόσο η εξωτερική τους μορφή, όσο η δυναμική τους: ποιος πλησιάζει, ποιος απομακρύνεται, ποιος «κρατά» τον χώρο κάθε στιγμή. Αν είχα να δώσω μια βασική κατεύθυνση, θα ήταν αυτή: να αντιμετωπιστούν σαν δύο άνθρωποι που μοιράζονται ένα κλουβί – και που διαρκώς αλλάζουν θέση μέσα σε αυτό. Δεν θα ήθελα αυστηρές, δεσμευτικές σκηνοθετικές οδηγίες, γιατί πιστεύω ότι το θέατρο ζει ακριβώς μέσα από τη μεταγραφή του κειμένου σε κάτι νέο. Κάθε σκηνοθέτης, κάθε ηθοποιός φέρνει τη δική του ανάγνωση, και αυτό είναι πλούτος, όχι απειλή. Ωστόσο, υπάρχουν κάποια «όρια» που για μένα είναι ουσιώδη: η σχέση τους πρέπει να παραμένει αμφίσημη (φιλία, εξάρτηση, ανταγωνισμός μαζί), η ένταση να χτίζεται υπόγεια, όχι μόνο εκρηκτικά, και οι σιωπές να έχουν βάρος ίσο με τις λέξεις. Θα έλεγα ότι δεν με ενδιαφέρει να ελέγξω τη σκηνική μορφή – κάτι που θα ήταν ειρωνικό, δεδομένου του θέματος του έργου. Με ενδιαφέρει περισσότερο να διατηρηθεί ο πυρήνας: η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που δεν μπορούν ούτε να συνυπάρξουν, ούτε να αποχωριστούν. Άρα ναι, αφήνω χώρο στον σκηνοθέτη να αυτοσχεδιάσει – αλλά μέσα σε ένα πεδίο έντασης που το ίδιο το έργο ορίζει. Εκεί, κάθε διαφορετική σκηνική εκδοχή μπορεί να αποκαλύψει κάτι νέο, χωρίς να προδώσει τον βασικό του παλμό.
Η σύγχρονη ελληνική δραματουργία ανθεί τα τελευταία χρόνια. Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν νέο θεατρικό συγγραφέα σήμερα;
Η άνθηση της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας είναι πραγματική – αλλά δεν σημαίνει ότι το πεδίο είναι εύκολο. Αντίθετα, ίσως κάνει τις προκλήσεις πιο σύνθετες. Η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν νέο θεατρικό συγγραφέα σήμερα είναι, θα έλεγα, μια τριπλή ισορροπία: Να βρει φωνή χωρίς να χαθεί στον θόρυβο. Ζούμε σε μια εποχή υπερπαραγωγής λόγου: κείμενα, εικόνες, παραστάσεις παντού. Το δύσκολο δεν είναι να γράψεις — είναι να γράψεις κάτι που να έχει αναγνωρίσιμη ταυτότητα χωρίς να μιμείται τάσεις ή «επιτυχημένες φόρμες». Η πίεση να είσαι επίκαιρος μπορεί εύκολα να σε κάνει επιφανειακό. Να υπάρξει μέσα σε ένα εύθραυστο θεατρικό οικοσύστημα. Οι ευκαιρίες υπάρχουν, αλλά είναι συχνά περιορισμένες και επισφαλείς. Παραγωγές με μικρά μέσα, σύντομες ζωές παραστάσεων, ανάγκη για συνεχή παρουσία. Ο συγγραφέας καλείται όχι μόνο να γράψει, αλλά και να είναι δικτυωμένος, παρών, ανθεκτικός. Να γράψει με βάθος χωρίς να χάνει την επικοινωνία με το κοινό. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «δύσκολο» και το «αποκομμένο». Το ζητούμενο δεν είναι να απλοποιήσεις, αλλά να βρεις τρόπους ώστε το έργο να παραμένει ανοιχτό – να προκαλεί χωρίς να αποκλείει. Και ίσως η πιο υπόγεια πρόκληση: Να αντέξει τον χρόνο. Όχι μόνο τον χρόνο της καριέρας, αλλά και τον χρόνο μέσα στο ίδιο το έργο. Να γράψει κάτι που δεν εξαντλείται στην επικαιρότητα, που μπορεί να διαβαστεί και να παιχτεί ξανά, αλλιώς, σε άλλη στιγμή. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, ο νέος δραματουργός καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντίθετες δυνάμεις: την ανάγκη να μιλήσει για το «τώρα» και την ανάγκη να ξεφύγει από αυτό. Και ίσως εκεί βρίσκεται το στοίχημα: να γράψει κάτι τόσο ειλικρινές και συγκεκριμένο, που τελικά να γίνεται διαχρονικό.
Ελευθερία, βεβαιότητες, παρελθόν. Από αυτά τα τρία που χάνουν οι ήρωές σας, ποιο θεωρείτε το πιο πολύτιμο για τον άνθρωπο του 2026;
Αν έπρεπε να διαλέξω ένα, θα έλεγα: οι βεβαιότητες – και αυτό ίσως ακούγεται παράδοξο. Η ελευθερία είναι θεμελιώδης, αλλά χωρίς κάποιο πλαίσιο γίνεται συχνά βάρος. Το παρελθόν μας συγκροτεί, αλλά μπορούμε –μέχρι έναν βαθμό– να το επαναδιαπραγματευθούμε. Οι βεβαιότητες όμως είναι αυτό που κρατά τον άνθρωπο όρθιο μέσα στο χάος. Είναι οι αόρατοι άξονες: ότι ο κόσμος έχει μια στοιχειώδη συνοχή, ότι οι σχέσεις έχουν κάποιο νόημα, ότι οι επιλογές μας δεν είναι εντελώς τυχαίες. Ο άνθρωπος του 2026 ζει σε μια διαρκή ρευστότητα: πληροφορία που αλλάζει συνεχώς, αλήθειες που αμφισβητούνται, ταυτότητες που μετακινούνται. Σε αυτό το περιβάλλον, η απώλεια των βεβαιοτήτων δεν είναι απλώς φιλοσοφικό ζήτημα – είναι υπαρξιακή αποσταθεροποίηση. Και τότε συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον: όταν χάνονται οι βεβαιότητες, η ελευθερία γίνεται τρομακτική. Γιατί δεν έχεις πια πού να σταθείς για να επιλέξεις. Και το παρελθόν γίνεται αμφίβολο, γιατί δεν ξέρεις πώς να το ερμηνεύσεις. Γι’ αυτό θα έλεγα ότι οι βεβαιότητες είναι το πιο «πολύτιμο» – όχι επειδή είναι ανώτερες, αλλά επειδή είναι η βάση πάνω στην οποία τα άλλα δύο αποκτούν νόημα. Ταυτόχρονα, υπάρχει και μια παγίδα: οι βεβαιότητες μπορούν να γίνουν φυλακή. Να μετατραπούν σε δογματισμό, σε άρνηση του άλλου, σε ανάγκη ελέγχου – κάτι που συνδέεται άμεσα και με τους ήρωές σας. Οπότε ίσως η πιο ειλικρινής απάντηση είναι διπλή: οι βεβαιότητες είναι αυτό που χρειαζόμαστε περισσότερο – και αυτό που πρέπει να μάθουμε να χάνουμε χωρίς να καταρρέουμε. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην ανάγκη και στην απώλεια, βρίσκεται ο σύγχρονος άνθρωπος.
Τι θα θέλατε να ψιθυρίσει ο αναγνώστης κλείνοντας την τελευταία σελίδα του έργου «Ξαπλωμένοι στο γρασίδι»;
Θα ήθελα να ψιθυρίσει κάτι απλό – αλλά όχι εύκολο: «Θα μπορούσα να είμαι εγώ.» Όχι ως ταύτιση επιφανειακή, αλλά ως μια ήσυχη αναγνώριση ότι οι γραμμές ανάμεσα στον έλεγχο και την απώλεια, στη φιλία και την εξουσία, στον φόβο και τη βία, δεν είναι τόσο καθαρές όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε. Αν έκλεινε το βιβλίο και έμενε για λίγο σιωπηλός –αν ένιωθε μια μικρή δυσφορία, μια ρωγμή– τότε το έργο θα είχε πετύχει κάτι ουσιαστικό. Όχι να δώσει απαντήσεις, αλλά να μετατοπίσει το βλέμμα. Ίσως, πιο συγκεκριμένα, να ψιθυρίσει: «Πόσο απέχω από αυτό;» Γιατί εκεί βρίσκεται, για μένα, η δύναμη μιας τέτοιας ιστορίας: όχι στο να δείξει κάτι ξένο ή ακραίο, αλλά στο να φωτίσει κάτι οικείο που προτιμούμε να μη δούμε. Και αν μέσα σε αυτό το ψιθύρισμα υπάρχει και μια δεύτερη σκέψη –πιο χαμηλή, σχεδόν ανεπαίσθητη– τότε ακόμη καλύτερα: «Ίσως υπάρχει κι άλλος τρόπος.» Αυτός ο διπλός ψίθυρος –αναγνώριση και δυνατότητα– είναι, τελικά, ό,τι θα ήθελα να μείνει όταν όλα τα υπόλοιπα σβήσουν.







