Το γέλιο και ο ύπνος, σύμφωνα με μια Ιρλανδική παροιμία, είναι τα καλύτερα φάρμακα του κόσμου. Κι εγώ συμφωνώ απολύτως κρίνοντας από το πώς νιώθω την επόμενη μέρα όταν έχει προηγηθεί ένας ‘καλός’ ύπνος και πόσο διαφορετικά είμαι, αρνητικά διαφορετικά, όταν έχω ταλαιπωρηθεί μέχρι να αποκοιμηθώ. Ακούω, όμως, και στο γραφείο μου διάφορες ιστορίες περί αϋπνίας και όχι μόνο που όλες συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: ο ύπνος είναι άκρως απαραίτητος για τη σωματική και ψυχική μας υγεία.
Ο ύπνος αποτελεί μια ενεργή βιολογική διαδικασία ζωτικής σημασίας για την επιβίωση και την καλή λειτουργία του οργανισμού, υποστηρίζει ο κύριος Βασίλης Μιχαηλίδης, Διευθυντής Πνευμονολογικού Τμήματος και Εργαστηρίου Ύπνου της Κλινικής ‘Άγιος Λουκάς’. Καταλαμβάνει περίπου το 1/3 του 24ωρου του περισσότερου κόσμου και στοχεύει στην αποκατάσταση των ιστών και στην αναζωογόνηση του οργανισμού. Κατά τη διάρκειά του πραγματοποιούνται διεργασίες που επηρεάζουν κάθε σύστημα του σώματος και του εγκεφάλου, καθιστώντας σημαντική τη συμβολή του τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική υγεία των ανθρώπων. Ο επαρκής ύπνος είναι κρίσιμος για την αποκατάσταση του σώματος, βοηθώντας στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού, στην επιδιόρθωση των ιστών, στην αποκατάσταση των μυών και στη ρύθμιση του μεταβολισμού. Η χρόνια έλλειψη ύπνου μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας όπως η παχυσαρκία, ο διαβήτης και οι καρδιοπάθειες. Ο καλός ύπνος, ποιοτικά και ποσοτικά, έχει ως αποτέλεσμα την ημερήσια ευεξία, ενέργεια και καλύτερη συγκέντρωση, βοηθώντας να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Αντίθετα η έλλειψη ύπνου προκαλεί υπνηλία, μειωμένη προσοχή και κούραση.
‘Ωστόσο ο ύπνος δεν αποτελεί μόνο μια βιολογική ανάγκη ανάπαυσης για το σώμα αλλά και μία ψυχική διαδικασία που συμβάλλει στη σταθερότητα του ψυχισμού μας. Η επίδρασή του στην ψυχική υγεία συνδέεται με την επεξεργασία των συναισθημάτων της ημέρας, τη μετατροπή βραχυπρόθεσμων αναμνήσεων σε μακροπρόθεσμες και την ενίσχυση της συγκέντρωσης και της δημιουργικότητας, μειώνοντας το άγχος και την ευερεθιστότητα. Από την άλλη μεριά, η έλλειψη ύπνου ή η κακή ποιότητά του μπορεί να οδηγήσει στην απορρύθμιση σκέψεων, συναισθημάτων και ψυχικής ισορροπίας’, συνεχίζει ο πιστοποιημένος ιατρός ύπνου Βασίλης Μιχαηλίδης. Η σχέση μεταξύ ύπνου και ψυχικής υγείας, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι αμφίδρομη και πολύπλοκη. Οι διαταραχές ύπνου δεν αποτελούν πλέον μόνο σύμπτωμα μιας ψυχικής πάθησης, αλλά αναγνωρίζονται και ως παράγοντας που μπορεί να την προκαλέσει ή να την επιδεινώσει. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι διαταραχές ύπνου σχετίζονται στενά με διάφορες ψυχικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη, το άγχος, η διπολική διαταραχή και η σχιζοφρένεια. Η διαταραχή του ύπνου αποτελεί κοινό σύμπτωμα της κατάθλιψης, ενώ, από την άλλη πλευρά, η έλλειψη ύπνου μπορεί να εντείνει ή να προκαλέσει την εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Η αϋπνία είναι ένα από τα πιο συχνά συμπτώματα της κατάθλιψης. Τα άτομα, που πάσχουν από κατάθλιψη, παρουσιάζουν συνήθως δυσκολία στο να αποκοιμηθούν ή να διατηρήσουν τον ύπνο τους, ξυπνώντας νωρίς το πρωί και αδυνατώντας να κοιμηθούν ξανά. Η αϋπνία και η κατάθλιψη τροφοδοτούν η μία την άλλη σε ένα φαύλο κύκλο. Η έλλειψη ύπνου μπορεί να εντείνει τα συναισθήματα απελπισίας και απώλειας ελέγχου που χαρακτηρίζουν την κατάθλιψη. Αντίστοιχα, τα καταθλιπτικά συναισθήματα μπορεί να καθιστούν δύσκολο για το άτομο να αποκοιμηθεί ή ν ανακτήσει την ενέργεια που χρειάζεται κατά τη διάρκεια του ύπνου. Περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς με κατάθλιψη υποφέρουν από αϋπνία. Μάλιστα άτομα με αϋπνία έχουν 10 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν κατάθλιψη.
Η σχέση μεταξύ ύπνου και αγχωδών διαταραχών είναι επίσης αμφίδρομη και πολύπλοκη. Οι διαταραχές ύπνου, όπως η αϋπνία, επιδεινώνουν τα συμπτώματα του άγχους, ενώ το άγχος μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει προβλήματα ύπνου. Το άγχος συνδέεται με δυσκολία στον ύπνο, ενώ η έλλειψη ύπνου αυξάνει τα επίπεδα άγχους την επόμενη μέρα. Άτομα με αϋπνία είναι 17 φορές πιο πιθανό να εμφανίσουν κλινικό άγχος. Τα άτομα με αγχώδεις διαταραχές αντιμετωπίζουν, συχνά, δυσκολίες στην έλευση του ύπνου ή ξυπνούν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Μελέτες έχουν δείξει ότι η κακή ποιότητα ύπνου μπορεί να επηρεάσει τη δραστηριότητα των νευροδιαβιβαστών, όπως η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη, που έχουν κρίσιμο ρόλο στη ρύθμιση της διάθεσης, γεγονός που μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη ψυχικών διαταραχών, όπως η κατάθλιψη και το άγχος, οδηγώντας σε συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα και μειωμένη ικανότητα διαχείρισης του στρες. Από την άλλη, η καλή ποιότητα ύπνου μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του οργανισμού απέναντι στο άγχος. Όταν κοιμόμαστε καλά, ο εγκέφαλος μπορεί να επεξεργαστεί τα συναισθηματικά μας ερεθίσματα πιο αποτελεσματικά, μειώνοντας την πιθανότητα να αναπτύξουμε άγχος και κατάθλιψη, για το λόγο αυτό οι άνθρωποι που ακολουθούν ένα σταθερό πρόγραμμα ύπνου είναι λιγότερο επιρρεπείς σε ψυχικές διαταραχές, τονίζει ο συνεντευξιαζόμενος.
Τι ορίζουμε, όμως, ως διαταραχή ύπνου; Ποιες είναι οι διαταραχές ύπνου; ‘Οι διαταραχές ύπνου είναι μια ομάδα παθήσεων που επηρεάζουν την ποιότητα, τη διάρκεια ή το χρόνο του ύπνου εμποδίζοντας το άτομο να λειτουργήσει κανονικά κατά τη διάρκεια της ημέρας. Πρόκειται για καταστάσεις που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος ελέγχει τους κύκλους ύπνου-αφύπνισης. Με πιο απλά λόγια θα λέγαμε ότι οι διαταραχές ύπνου αφορούν σε περιπτώσεις ανθρώπων που δεν μπορούν εύκολα να κοιμηθούν, που ξυπνάνε πολλές φορές μέσα στη νύχτα ή παρουσιάζουν ασυνήθιστες συμπεριφορές κατά τη διάρκεια του ύπνου, καθιστώντας τον μη αναζωογονητικό για τον οργανισμό τους.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Ταξινόμηση των Διαταραχών του ΄Υπνου οι κυριότερες κατηγορίες είναι η αϋπνία (δυσκολία έναρξης ή διατήρησης ύπνου), η αποφρακτική υπνική άπνοια (προσωρινή διακοπή της αναπνοής), η υπερυπνία (έντονη ημερήσια υπνηλία την ημέρα παρά τον επαρκή ύπνο), οι διαταραχές του Κιρκάδιου Ρυθμού (προβλήματα ωραρίου ύπνου λόγω jetlag ή εργασίας σε βάρδιες), οι παραϋπνίες (υπνοβασία, εφιάλτες ή τρόμοι) και οι κινητικές διαταραχές όπως το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών (έντονη ανάγκη κίνησης των μελών)’, απαντά ο ειδικός.
Θέλω να μάθω αν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ διαταραχών ύπνου και φύλου, ηλικίας ή/και κληρονομικότητας. Ο κύριος Μιχαηλίδης εξηγεί πως σε παγκόσμιο επίπεδο υπολογίζεται ότι οι διαταραχές ύπνου κυμαίνονται από 15% έως 42% ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και τον τρόπο μέτρησης. Οι διαταραχές ύπνου είναι εξαιρετικά συχνές, με περίπου 1 στους 3 ενήλικες (30%) στο γενικό πληθυσμό να αντιμετωπίζει κάποιας μορφής πρόβλημα. Οι διαταραχές ύπνου επηρεάζονται άμεσα από το φύλο, την ηλικία και την κληρονομικότητα, με κάθε παράγοντα να διαμορφώνει διαφορετικά τα συμπτώματα και την επικινδυνότητα εμφάνισης. Οι ανάγκες για ύπνο μεταβάλλονται σημαντικά με την ηλικία, μειώνοντας τις απαιτούμενες ώρες από 16-18 στα νεογέννητα σε 7-9 ώρες στους ενήλικες, καθώς ο εγκέφαλος ωριμάζει. Στην παιδική ηλικία οι συχνότερες διαταραχές περιλαμβάνουν κυρίως την υπνοβασία και τους νυχτερινούς τρόμους, στην ενήλικη ζωή επικρατεί η αϋπνία και η υπνική άπνοια, ενώ στην τρίτη ηλικία παρατηρείται συχνά δυσκολία στην έλευση του ύπνου, αφύπνιση σε ακατάλληλες ώρες και κατακερματισμός του ύπνου με πάνω από το 50% των ηλικιωμένων να αναφέρουν συμπτώματα.
Εστιάζοντας στις δύο πιο συχνές διαταραχές ύπνου, στην αϋπνία και την υπνική άπνοια, παρατηρούνται διαφορές ως προς τη συχνότητά τους σε σχέση με το φύλο. Οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα αϋπνία, ειδικά κατά τη διάρκεια ορμονικών αλλαγών (έμμηνος κύκλος, εγκυμοσύνη, εμμηνόπαυση) ενώ οι άνδρες παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά αποφρακτικής άπνοιας ύπνου, αν και ο κίνδυνος για τις γυναίκες αυξάνεται μετά την εμμηνόπαυση, με το σύνδρομο απνοιών να επηρεάζει το 8,5% έως 24% των ανδρών ηλικίας 30-60 ετών. Πέρα από το φύλο και την ηλικία, η κληρονομικότητα φαίνεται να διαδραματίζει το δικό της ρόλο στις διαταραχές ύπνου. Συγκεκριμένα, μελέτες δείχνουν ότι η αϋπνία έχει γενετική βάση και αν υπάρχουν πάσχοντες συγγενείς, η πιθανότητα εμφάνισης είναι αυξημένη καθώς εμπλέκονται εκατοντάδες γονίδια, ενώ και η υπνοβασία θεωρείται πλέον επίσημα κληρονομική διαταραχή.
Πότε άραγε θα πρέπει να απευθυνθούμε σε έναν ειδικό; Ποιος είναι εν τέλει ο πλέον κατάλληλος ειδικός για να μας βοηθήσει; Για άλλη μια φορά οι γνώσεις και η κλινική εμπειρία του συνεντευξιαζόμενου αποδεικνύονται εξαιρετικά βοηθητικές. Λέει λοιπόν ότι πρέπει να απευθυνθούμε σε έναν ειδικό ιατρό ύπνου όταν τα προβλήματα στον ύπνο επιμένουν για περισσότερο από τρεις μήνες ή όταν επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινότητά μας. Στην περίπτωση αυτή είναι έκδηλα τα συμπτώματα που δείχνουν ότι κάποιος δεν κοιμάται καλά και τα οποία δεν περιορίζονται μόνο στη νύχτα αλλά και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Συμπτώματα κατά τη διάρκεια του ύπνου είναι το δυνατό ροχαλητό και οι διακοπές της αναπνοής, οι συχνές αφυπνίσεις, η αϋπνία (δηλαδή η συστηματική δυσκολία να κοιμηθούμε), τα ανήσυχα άκρα και ασυνήθιστες συμπεριφορές όπως η υπνοβασία, εφιάλτες ή έντονες κινήσεις κατά τον ύπνο. Όσον αφορά στα ημερήσια συμπτώματα αυτά περιλαμβάνουν έντονη ημερήσια υπνηλία, πρωινούς πονοκεφάλους, προβλήματα συγκέντρωσης και μνήμης, μειωμένη απόδοση, συναισθηματικές μεταβολές όπως ευερεθιστότητα, κακή διάθεση ή δυσκολία ελέγχου των συναισθημάτων. Ακόμα πιο απλά θα λέγαμε ότι θα πρέπει να επισκεφτούμε ειδικό αν ροχαλίζουμε έντονα ή κάποιος παρατήρησε ότι σταματάμε να αναπνέουμε στον ύπνο μας, αν νιώθουμε υπερβολική υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας που επηρεάζει τις δραστηριότητές μας, ή αν χρειαζόμαστε πάνω από 30 λεπτά για να κοιμηθούμε σχεδόν κάθε βράδυ. Ο κατάλληλος ειδικός, στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι ο ειδικός ιατρός του ύπνου (πιστοποιημένος υπνολόγος) ο οποίος έχει γνώση όλου του φάσματος των διαταραχών του ύπνου. Με βάση τη γνώση και την εμπειρία του θα μπορέσει να αντιμετωπίσει κάθε πρόβλημα ή θα κατευθύνει και σε άλλες ειδικότητες (νευρολόγο, ΩΡΛ, ψυχίατρο).
Σκέφτομαι ότι πολλοί καταφεύγουν σε φυσικούς τρόπους αντιμετώπισης ενώ άλλοι κάνουν χρήση φαρμάκων χωρίς να έχουν επισκεφτεί έναν ειδικό. Ζητώ από τον κύριο Μιχαηλίδη να μοιραστεί τις σκέψεις του γύρω από αυτό.Η χρήση φαρμακευτικής αγωγής για τις διαταραχές ύπνου αποτελεί, συχνά, αναγκαία λύση, δηλώνει. Ωστόσο η επιλογή του κατάλληλου σκευάσματος εξαρτάται από τον τύπο της διαταραχής και πρέπει πάντα να γίνεται υπό ιατρική επίβλεψη και για περιορισμένο χρόνο. Τα φάρμακα, που χρησιμοποιεί ο κόσμος, είναι συνήθως υπνωτικά για να αντιμετωπίσει την έλλειψη ύπνου. Ωστόσο τα φάρμακα αυτά δεν θεραπεύουν την αιτία αλλά το σύμπτωμα και επιπλέον έχουν και άλλες παρενέργειες όπως η εξάρτηση και ανοχή/εθισμός, η ημερήσια υπνηλία και επιδείνωση απνοϊκών επεισοδίων και η αλλοίωση της ποιοτικής σύστασης του ύπνου. Με τα φάρμακα αυτά ο κόσμος κοιμάται περισσότερο αλλά δεν ξεκουράζεται. Κάποιοι άλλοι χρησιμοποιούν τους φυσικούς τρόπους αντιμετώπισης που επικεντρώνονται στη χρήση φυσικών βοηθημάτων (συμπληρώματα) τα οποία αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας για ήπιες περιπτώσεις, όπως είναι για παράδειγμα η βαλεριάνα, γνωστή για τις χαλαρωτικές της ιδιότητες, και η μελατονίνη, μια φυσική ορμόνη που ρυθμίζει το βιολογικό ρολόι.
Κατά τη γνώμη του, στη σύγχρονη ιατρική πρακτική, η προσέγγιση των διαταραχών ύπνου θα πρέπει να γίνεται μέσω του ειδικού ιατρού για τον ύπνο, ο οποίος θα εκτιμήσει και θα λάβει υπόψιν του όλες τις παραμέτρους του προβλήματος προκειμένου να στοχεύσει στην κατάλληλη θεραπεία. Η θεραπεία μπορεί να αφορά σε γνωσιακήσυμπεριφορική θεραπεία (για την αϋπνία), σε εφαρμογή συσκευών CPAP για την υπνική άπνοια, παράλληλα με προγράμματα για την υγιεινή του ύπνου και την προσθήκη συντηρητικών μέτρων που αφορούν στον τρόπο ζωής και σε φυσικές μεθόδους που θα βελτιώσουν στην τελική τις προϋποθέσεις για έναν ποιοτικό και επαρκή ύπνο.
Εδώ και χρόνια ακούμε να γίνεται λόγος για Εργαστήρια Ύπνου. Τι είναι αυτό; ‘Εργαστήριο ΄Υπνου ονομάζεται ο ειδικά εξοπλισμένος χώρος για την εξέταση ατόμων κατά τη διάρκεια του ύπνου. Η υποδομή του χώρου πρέπει να εξασφαλίζει συνθήκες φυσιολογικού ύπνου, σε περιβάλλον που να μοιάζει με αυτό του σπιτιού, να έχει ηχοπροστασία και σταθερή θερμοκρασία. Οι συνθήκες αυτές είναι απαραίτητο να υπάρχουν ώστε να μειωθεί στο ελάχιστο κάθε ανησυχία ικανή να διαταράξει τον ύπνο στο άτομο που πρόκειται να εξεταστεί. Σε ένα τέτοιο εργαστήριο εξετάζουμε ασθενείς που έχουν προβλήματα ύπνου, όπως αδυναμία έλευσης ύπνου, προβλήματα αναπνοής ή κινητικές διαταραχές κατά τον ύπνο’, διευκρινίζει ο κύριος Μιχαηλίδης.Αναρωτιέμαι για το ποιοι θα πρέπει να εξεταστούν οπωσδήποτε και αν, στο πλαίσιο ενός προληπτικού ελέγχου, είναι μια καλή πρόταση για όλους μας. Ο συνεντευξιαζόμενος λέει πως πέρα από όσους εμφανίζουν ημερήσια ή νυχτερινά συμπτώματα, ενδεικτικά διαταραχής της αναπνοής στον ύπνο, υπάρχουν συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού που θεωρούνται υψηλού κινδύνου και θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο. Αυτοί είναι οι ασθενείς με χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις (ΧΑΠ, άσθμα ή πνευμονική ίνωση), οι ασθενείς χωρίς πνευμονολογικό νόσημα αλλά με προσβολή του αναπνευστικού συστήματος – με νευρολογικές παθήσεις, όπως νόσο Πάρκινσον, σκλήρυνση κατά πλάκας ή επιληψία, άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία που εμφανίζουν αναπνευστικά συμπτώματα ή πρόκειται να υποβληθούν σε χειρουργική αντιμετώπιση, οι ασθενείς με χρόνια καρδιολογικά νοσήματα ή με πρωτοεμφανιζόμενη κολπική μαρμαρυγή αγνώστου αιτιολογίας ή αρρύθμιστη αρτηριακή πίεση και άτομα με οικογενειακό ιστορικό, με αυξημένο σωματικό βάρος, με μεγάλη περιφέρεια λαιμού, με συγκεκριμένα ανατομικά χαρακτηριστικά όπως στενός λαιμός, μεγάλες αμυγδαλές, μακριά σταφυλή ή μικρή κάτω γνάθος που υποχωρεί προς τα πίσω. Τέλος αξίζει να σημειώσουμε ότι η μελέτη ύπνου θα πρέπει να είναι απαραίτητη και σε κάποιες ομάδες επαγγελματιών όπως είναι οι επαγγελματίες οδηγοί και οι χειριστές μηχανημάτων λόγω του υψηλού κινδύνου ατυχήματος από ημερήσια υπνηλία και οι εργαζόμενοι σε βάρδιες, που αλλάζουν συχνά ωράρια εργασίας καθώς διαταράσσεται ο κιρκάδιος ρυθμός τους.
Φτάνοντας στην ολοκλήρωση αυτής της τόσο ενδιαφέρουσας και άκρως ωφέλιμης συζήτησης, του ζητώ να μοιραστεί μαζί μας ένα περιστατικό από το Εργαστήρι ΄Υπνου που θα του μείνει αξέχαστο κι εκείνος μοιράζεται δύο. Στην πρώτη περίπτωση, λέει, ένας άνδρας μέσης ηλικίας οδηγήθηκε στο Εργαστήριο Ύπνου για μελέτη, έχοντας έντονο ροχαλητό και αναφερόμενες, από τη σύζυγο, άπνοιες στον ύπνο. Ωστόσο ο ασθενής δεν προσήλθε για τα παραπάνω συμπτώματα, τα οποία είχε αρκετά χρόνια χωρίς να τον ‘ανησυχούν’, αλλά με προτροπή του καρδιολόγου του λόγω της αρρύθμιστης υπέρτασης που είχε παρά τη μέγιστη δυνατή λήψη αγωγής. Μετά τη διάγνωση σοβαρού βαθμού συνδρόμου απνοιών, ξεκίνησε θεραπεία με συσκευή CPAP για την υπνική άπνοια, με άμεση υποχώρηση της υψηλής πίεσης και περαιτέρω μείωση της αντιυπερτασικής αγωγής που λάμβανε. Στην περίπτωση αυτή ο κακός αναπνευστικά ύπνος επηρέαζε άμεσα το καρδιαγγειακό σύστημα του ασθενούς προκαλώντας υψηλές τιμές αρτηριακής πίεσης.
Στο άλλο περιστατικό επαγγελματίας οδηγός, περίπου 40 ετών, καπνιστής και υπέρβαρος, ανέφερε ότι ξυπνούσε το βράδυ 2-3 φορές για τουαλέτα και είχε μειωμένη λίμπιντο. Προσπαθούσε, συχνά, μέσα στην ημέρα να κρατηθεί ξύπνιος ενώ 2-3 φορές ‘κοιμήθηκε στο τιμόνι’ καθώς οδηγούσε σε ώρα εργασίας και παραλίγο να προκαλέσει ατύχημα. Η μελέτη ύπνου ανέδειξε σοβαρό πρόβλημα απνοιών, για το οποίο ξεκίνησε θεραπεία CPAP και ταυτόχρονα πρόγραμμα απώλειας βάρους και διακοπής καπνίσματος. Ο ασθενής έγινε δραστήριος και ενεργητικός καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας με αναζωογονητικό ύπνο, με εξάλειψη των ενοχλητικών συμπτωμάτων και χωρίς κίνδυνο να προκαλέσει κάποιο τροχαίο ατύχημα.
Πολύτιμος ο ύπνος, πολύτιμη η υγεία μας. Με αυτήν τη διαπίστωση κλείνω αυτό το άρθρο, ένα άρθρο που γράφτηκε σήμερα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ύπνου. Όσο για εμάς θα βρεθούμε σύντομα ξανά μέσα από ένα επόμενο άρθρο!











