Η διαχρονική συζήτηση γύρω από το σούβλισμα του αρνιού το Πάσχα επανέρχεται στο προσκήνιο, θέτοντας σοβαρά ερωτήματα για τη φύση των ελληνικών παραδόσεων.
Το άρθρο υπογραμμίζει την αντίφαση ανάμεσα στο χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης και τη θέα εκατομμυρίων σφαγμένων ζώων, χαρακτηρίζοντας το έθιμο ως ένα κατάλοιπο μιας άλλης εποχής που πλέον αγγίζει τα όρια της βαρβαρότητας και του κιτς φολκλόρ. Η κριτική δεν εστιάζει σε μια «vegan» ιδεολογία, αλλά στους νόμους της αισθητικής και του ανθρωπισμού, διεκδικώντας το δικαίωμα κάθε ύπαρξης σε έναν αξιοπρεπή θάνατο.
Κεντρικό ρόλο στην επιχειρηματολογία παίζει η παρέμβαση του μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει το έθιμο ως «εθνική ντροπή». Ο κορυφαίος δημιουργός συνέδεσε την αθρόα σφαγή των ζώων με τη γενικευμένη κοινωνική σήψη και τα αυξανόμενα περιστατικά κακοποίησης, τονίζοντας ότι η Πολιτεία παραμένει απούσα, στερώντας από τους πολίτες την απαραίτητη παιδεία που θα οδηγούσε στον σεβασμό της ζωής.
Το άρθρο καταγγέλλει τη στάση του «Ελληνάρα» που επιμένει να γιορτάζει «όπως γουστάρει» εις βάρος των ζώων, ενώ στηλιτεύει την αδιαφορία της Πολιτείας που αποφεύγει να ανοίξει ζητήματα πολιτισμού για να μην πάει κόντρα στο ρεύμα. Η παράδοση, σύμφωνα με τον συντάκτη, δεν πρέπει να αποτελεί άλλοθι για τον σκοταδισμό, αλλά να αξιολογείται και να εξελίσσεται σύμφωνα με τις σύγχρονες αξίες.
Η έκκληση του Μίκη Θεοδωράκη παραμένει επίκαιρη: η αλλαγή πρέπει να ξεκινήσει από τον ίδιο τον άνθρωπο και τη στάση του απέναντι στο περιβάλλον και τα ζωντανά πλάσματα. Η κατάργηση του σουβλίσματος προτείνεται ως μια πράξη πολιτισμικής ωριμότητας, ώστε να πάψουμε να ντρεπόμαστε για τη βαρβαρότητα που συχνά ντύνεται με τον μανδύα της γιορτής.
…με δύο λόγια
Μια έντονη κριτική κατά του σουβλίσματος του αρνιού, με τον Μίκη Θεοδωράκη να ζητά τον τερματισμό του βάρβαρου εθίμου.



