Γράφει η Πίτσα Στασινοπούλου για την Κουλτουρόσουπα
«Τω καιρώ εκείνω», που λένε και τα ευαγγέλια – πάντα μετά… Χριστόν, έτσι;- ο ερχομός της Μεγαλοβδομάδας σήμαινε συναγερμό στα νοικοκυριά με έναν οργασμό πασχαλινών προετοιμασιών ως απαράβατο εθιμοτυπικό, που στο πατρικό μου ελαφρώς το.. τερματίζαμε, καθότι η άφθαστη νοικοκυροσύνη της αείμνηστης μανούλας… Που σημαίνει ξετίναγμα σπιτιού με γενική καθαριότητα απ’ άκρη σ’ άκρη.. περιποίηση αυλής με ξεχορτάριασμα και πλυσίματα μέχρι να λιώσουν οι πλάκες… ετοιμασία σούβλας για να υποδεχθεί τον οβελία… βάψιμο αυγών με περίτεχνη διακόσμηση που στην περίπτωσή μας περιλάμβανε μάζεμα διαλεγμένων φύλλων, τοποθέτηση πάνω σε κάθε αυγό, δέσιμο ένα- ένα με κομμάτι καλσόν που είχαμε τεμαχίσει, βράσιμο στη μπογιά, μετά αφαίρεση περιτυλίγματος να μείνει η στάμπα και τέλος «λάδωμα» να γυαλίσουν… σχολαστικό πλύσιμο εντέρων περασμένων σε «ξυλάκι» ώστε να γυρίσει το μέσα έξω για να καθαριστούν εσωτερικά… προετοιμασία μυρωδικών και συκωταριάς για τη μαγειρίτσα με ζεμάτισμα και ψιλοκόψιμο… ενδιάμεσα τα νηστίσιμα και βέβαια η κορωνίδα όλων, ήτοι τα περιβόητα τσουρέκια, ικανά από μόνα τους να αποδώσουν ή όχι τα ύψιστα εύσημα νοικοκυροσύνης!
Διότι μη κοιτάτε τώρα που πάει η άλλη στο φούρνο ή το ζαχαροπλαστείο, φορτώνεται τα ετοιματζίδικα και ξεμπερδεύει απ’ τον μπελά… τότε, παρόμοια κίνηση εκτός που σπάνιζε, θεωρούνταν προσβλητική για την ανεπρόκοπη με δηλωμένο επάγγελμα τα «οικιακά», εφόσον δεν κατάφερνε να ανταποκριθεί σε βασικές εργασιακές απαιτήσεις του κλάδου της! «Είναι δυνατόν τόσα χρόνια νοικοκυρά να μη φτιάχνεις σπιτικό τσουρέκι και να αγοράζεις έτοιμο που ούτε ξέρεις τί βάζουν μέσα;;» (ποιος σου εγγυάται πχ. ότι δεν βάζουν ληγμένο ποντικοφάρμακο!) Οπότε κάθε φιλότιμη των «οικιακών», προκειμένου να αποφύγει το βαρύ στίγμα της ακαμάτρας, όφειλε μέσα στον υπόλοιπο χαμό να ανασκουμπωθεί και για το ζύμωμα τσουρεκιών, είτε κατείχε το συγκεκριμένο σπορ είτε όχι όπως η δική μου μανούλα, που παρότι διάσημη μαγείρισσα από τις λίγες, ο τομέας «τσουρέκι» ΔΕΝ την ήθελε ρε παιδί μου, τί να κάνουμε!
Με συνέπεια να ζούμε εκείνες τις μέρες ένα τραγελαφικό σκηνικό κλαυσίγελου και εξηγούμαι: Καταρχάς η προετοιμασία έπαιρνε ένα διήμερο πριν την κυρίως παράσταση του φουρνίσματος, διότι έπρεπε πρωτίστως να ελεγχθούν κάμποσες συνταγές από έγκυρους τσελεμεντέδες ή πεπειραμένες τσουρεκούδες με «εγγυημένη επιτυχία» και «κρυφά μυστικά»… αφού γινόταν το ξεσκαρτάρισμα μέχρι την επιλογή της επικρατέστερης συνταγής που βεβαίωνε για το σουξέ της, άρχιζε η προμήθεια των πολυπληθών υλικών με ιδιαίτερη προσοχή στην ποιότητα και θρησκευτική ευλάβεια στη θερμοκρασία κάποιων… ακολουθούσε η εκτέλεση γράμμα- γράμμα με το χαρτάκι πάνω στον πάγκο και εν συνεχεία το πολύωρο, επίμονο ζύμωμα μέχρι τενοντίτιδας, από μαμά και γιαγιά εναλλάξ…
Μετά την πρώτη φάση, η ζύμη – και μιλάμε για τεράστιες λεκάνες καθότι πολυμελής οικογένεια- έπρεπε να μείνει για να φουσκώσει ως το κρισιμότερο στάδιο… για να φουσκώσει χρειαζόταν ζέστη, οπότε επιστρατευόταν ό,τι μάλλινο κουβερτικό υπήρχε στο σπίτι και για ώρες ολόκληρες είχαμε τις λεκανάρες απλωμένες στους δυο καναπέδες του καθιστικού, σκεπασμένες ευλαβικά γύρω γύρω με στρωσίδιακαι φυσικά την τρομερή προειδοποίηση- απειλή σε μάς τα τέσσερα παιδιά «μη διανοηθείτε να πλησιάσετε ή να πειράξετε τις κουβέρτες, αλίμονό σας, χαθήκατε!» με το μάτι της απόγνωσης να γυαλίζει επικίνδυνα κι άντε να τολμήσεις για πλάκα καμιά αποκοτιά! Μια φορά θυμάμαι δεν άντεξα και πήγα κρυφά από περιέργεια να σηκώσω μόλις μια ακρούλα για να δω πόσο φούσκωσε η «εγκυμονούσα» κι αφού γλίτωσα στο τσακ την παντόφλα, η μαμά έβαλε φρουρά σε βάρδιες για τη φύλαξη του θησαυρού… Όσο για μια χρονιά που τα αδέρφια μου πάνω στο κυνηγητό ο ένας προσγειώθηκε κατά λάθος πάνω στην… ιερή λεκάνη εν μέσω φουσκώματος, κοντέψαμε να τη χάσουμε τη δόλια κι η ταχυκαρδία δεν υποχωρούσε ούτε με υπογλώσσια…
Αφού λοιπόν ολοκληρωνόταν το πρώτο φούσκωμα αλλά όχι ικανοποιητικά σύμφωνα με γνωματεύσεις έγκυρων τσουρεκολόγων από τηλεφώνου, ακολουθούσε δεύτερο ζύμωμα, πλάσιμο σε τσουρέκια, τοποθέτηση σε ταψιά, δεύτερο σκέπασμα πάνω στους καναπέδες, δεύτερη φοβέρα «μη πλησιάσει ούτε πουλί πετούμενο», δεύτερη αναμονή για το τελικά στάδιο πριν το πολυπόθητο φούρνισμα που σήμαινε λήξη του συναγερμού, διότι σημειωτέον σε όλη τούτη την αγχωτική ιεροτελεστία, έπρεπε επιπλέον να προσέχουμε πώς ανοιγοκλείνουμε πόρτες και παράθυρα για να μη δημιουργηθεί κρύο ρεύμα και ταράξει τη ζέστη της «εγκυμονούσας» ζύμης, που πιθανόν το σοκ θα κόστιζε στο φούσκωμα… οπότε η εντολή ήταν σαφής «ή μέσα ή έξω, όχι μπες βγες όσο περιμένω τα τσουρέκια!» που είχαν τον ατέλειωτο κι αναγκαζόμασταν οι μέσα με τους έξω να συνεννοούμαστε με παντομίμα κι όποιος από τους απέξω κατουριόταν, τα έκανε στην αυλή…
Μέχρι που έμπαιναν επιτέλους οι… ψυχοβγάλτες στον φούρνο, η γιαγιά σταύρωνε τη συσκευή μουρμουρίζοντας προσευχές, η μαμά καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα κοιτάζοντας ανά δεκάλεπτο από το πορτάκι (προς θεού, μην ανοίξει ούτε γι αστείο!), το σπίτι είναι αλήθεια μοσχομύριζε και κάποια αποφράδα στιγμή τελείωνε το ψήσιμο κι έβγαιναν τα ταψιά…. Με τα τσουρέκια- σαδιστές σαν τσαλαπατημένες καφετί λαγάνες, λες και δεν μεσολάβησε διήμερο ψυχόδραμα φουσκώματος και χωρίς ίχνος οίκτου για την κατάκοπη γυναίκα που παραληρούσε στην αποκρουστική τους θέα και δεν ήξερε πού να αποδώσει μια αποτυχία- πλήγμα στην καταξιωμένη νοικοκυροσύνη της! Και δώστου να ψάχνει αλλόφρων στη συνταγή τί διάλογο έφταιξε, να ρωτάει τις τσουρεκολόγες τί έκανε λάθος ή μήπως παρέλειψε κάποιο κρίσιμο μυστικό, να οδύρεται για τον χαμένο της μόχθο, καταλήγοντας κατόπιν απανωτών ερευνών ότι «σίγουρα φταίει η ρημάδα η μαγιά κι αν ξαναπάρω απ’ αυτόν τον φούρνο, να με φτύσετε!»
Εμείς περίλυποι για το δράμα της προσπαθούσαμε να την παρηγορήσουμε «μη κάνεις έτσι μαμά, μπορεί να μη φούσκωσαν αλλά έχουν ωραία γεύση κι αν τα κόψεις και τα ξαναψήσεις θα γίνουν νόστιμα μπισκότα…» Και ξανά μανά κλάμα η μαμά και κάπως έτσι καταλήγαμε πασχαλιάτικα σε τσουρεκένια παξιμάδια να βουτάμε στο γάλα, ώσπου μετά τις πρώτες αποτυχίες έκοψε με πόνο ψυχής την προσπάθεια, ομολογώντας συντετριμμένη «να σας φτιάξω ό,τι θέλετε, μόνο τσουρέκια μη ζητάτε, δεν τα καταφέρνω»… Αχ υπέροχη μαμά, τα θυμάσαι εκεί που είσαι;; Και κάπως έτσι κι εγώ, ούτε καν καταπιάστηκα τόσα χρόνια μαζί τους, γιατί παιδικά τραύματα είναι αυτά, όχι αστεία! Μεταξύ μας, μια χαρά βρίσκω τα ετοιματζίδικα και σιγά μη σκάσω για τον τίτλο της ακαμάτρας, που άλλωστε η ταυτότητα δεν γράφει «οικιακά», ακούς εκεί! Σημασία έχει η ευχή από καρδιάς για
ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!









