Για περισσότερες από δύο δεκαετίες συντονίζω ομάδες γονέων προσπαθώντας να διευκολύνω τους γονείς να ‘δουν μέσα τους’, να αντιληφθούν τι υπάρχει πίσω από μια δυσκολία τους και τι πυροδοτεί μια δυσλειτουργική συμπεριφορά τους απέναντι στο παιδί. Οι γονείς κουβαλάνε πολλά άγχη και έχουν αγωνίες για το αν είναι επαρκείς στο ρόλο τους αλλά και ενοχές για το αν κάνουν το καλύτερο που μπορούν για το παιδί τους. Αρκετοί γονείς χάνουν τον έλεγχο όταν έρχονται αντιμέτωποι με καταστάσεις που αδυνατούν να διαχειριστούν αποτελεσματικά. Είναι τότε που η σπίθα γίνεται φλόγα και η φλόγα πυρκαγιά. Μια πυρκαγιά που για να σβήσει απαιτείται ψυχραιμία, χρόνος και αυτορρύθμιση εκ μέρους του γονέα.
Δεν είναι λίγες οι φορές που ένας γονιός παραδέχεται πως ξέσπασε στο παιδί του και συχνά μάλιστα χωρίς σοβαρή αιτία. Άλλοτε νιώθει άσχημα για το ξέσπασμα που είχε και άλλοτε προσπαθεί να το δικαιολογήσει επικαλούμενος προβλήματα της καθημερινότητας ή χαρακτηριστικά του παιδιού. Τι είναι, όμως, ένα γονεϊκό ξέσπασμα και πώς μπορούμε να το διαχωρίσουμε από μια έντονη αντίδραση του γονιού; Ένα γονεϊκό ξέσπασμα, σύμφωνα με την εκπαιδεύτρια θετικής γονεϊκότητας Ελένη Βασιλειάδη, είναι μια έντονη, αυτόματη και μη ρυθμισμένη αντίδραση σε ένα ερέθισμα. Με άλλα λόγια, η αντίδραση είναι δυσανάλογη σε σχέση με αυτό που συνέβη. Για παράδειγμα, το παιδί αρνείται να κάνει τα μαθήματά του και ο γονιός φωνάζει, απειλεί ή πετά τα τετράδιά του κάτω. Σε ένα ξέσπασμα υπάρχει απώλεια ελέγχου, ο γονιός δεν επιλέγει συνειδητά την αντίδρασή του, αλλά λειτουργεί στο ‘αυτόματο’. Συχνά, όταν η ένταση πέσει, ακολουθεί μετάνοια ή ενοχή.
Πότε καταφεύγει άραγε ένας γονιός σε τέτοιου είδους συμπεριφορά; Ο γονέας ξεσπά λόγω στρες, εξηγεί η κυρία Βασιλειάδη. Η συμπεριφορά του παιδιού είναι, συνήθως, μόνο η κορυφή, το πάνω μέρος ενός παγόβουνου. Κάτω από την επιφάνεια μπορούμε να διακρίνουμε τρεις συχνές κατηγορίες αιτιών:
- Το στρες που οφείλεται στη φυσιολογία – όταν υπάρχει, για παράδειγμα, έλλειψη ύπνου, πείνα ή απότομος αυξομειώσεις γλυκόζης, αφυδάτωση, έλλειψη σωματικής άσκησης. Τότε η ικανότητα ρύθμισης μειώνεται.
- Το στρες που οφείλεται στη συσσωρευμένη ένταση των τελευταίων ωρών/ημερών/μηνών. Εδώ μιλάμε για τη ‘γονεϊκή ζυγαριά του στρες’ που επινοήθηκε από δύο Βελγίδες ερευνήτριες. Όταν δεν υπάρχει πια ισορροπία ανάμεσα σε στρεσογόνους παράγοντες (ευθύνες, επαγγελματική πίεση, οικονομικά, συγκρούσεις, έλλειψη βοήθειας, παιδί με ιδιαίτερες ανάγκες, πένθος, κ.α.) και πόρους (υποστήριξη, συντροφική σχέση, αυτοφροντίδα, καλή γονεϊκή συνεργασία). Όταν η ‘ζυγαριά’ γέρνει διαρκώς προς το στρες, η αντοχή μειώνεται και ο γονιός δυσκολεύεται να ρυθμίσει την ένταση που νιώθει
- Το στρες που οφείλεται στις παιδικές μας εμπειρίες – ορισμένες συμπεριφορές του παιδιού μπορεί να ξυπνούν καταπιεσμένα συναισθήματα, να ενεργοποιούν παλιά βιώματα απόρριψης ή αδικίας, να αγγίζουν ανεκπλήρωτες ανάγκες της παιδικής ηλικίας του ίδιου του γονιού.
Μόνο όταν δούμε τι κρύβεται κάτω από την επιφάνεια, σταματάμε να κατηγορούμε το παιδί για το ξέσπασμα.
Ποιες είναι αλήθεια οι επιπτώσεις ενός ‘γονεϊκού ξεσπάσματος’ στο παιδί; Πώς επηρεάζεται ο ψυχισμός του; Τι μαθαίνει; Τι εσωτερικεύει; Τι πιστεύει για τον εαυτό του και την αξία του; Το παιδί εξαρτάται από τη σχέση με το γονιό του για να νιώθει ασφάλεια. Όταν ο γονιός ξεσπά, το παιδί μπαίνει αυτόματα σε κατάσταση στρες (μάχη, φυγή, πάγωμα, υποταγή). Προσπαθεί απλώς να προστατευτεί. Το παιδί μπορεί να βιώσει φόβο, ντροπή, σύγχυση ή αίσθηση απόρριψης. Δεν σκέφτεται ‘ο γονιός μου είναι κουρασμένος’. Σκέφτεται συνήθως ‘Κάτι δεν πάει καλά με εμένα’, εξηγεί η συνεντευξιαζόμενη. Αν τα ξεσπάσματα επαναλαμβάνονται χωρίς επανόρθωση, το παιδί μαθαίνει ότι ‘για να με αγαπούν, πρέπει να μην ενοχλώ’ ή ότι ‘δεν με αγαπούν όταν δυσκολεύομαι και εκφράζομαι’, συνεχίζει. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι δεν είναι το μεμονωμένο ξέσπασμα που τραυματίζει αλλά η απουσία επανόρθωσης. Είναι κρίσιμο ο γονιός να αναγνωρίζει το λάθος του, να ζητά αυθεντικά συγνώμη, να ακούει το βίωμα του παιδιού και να ρωτά πώς μπορεί να επανορθώσει.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένα παιδί γονιού, που έχει συχνά ‘γονεϊκά ξεσπάσματα’, είναι ο ενήλικας του αύριο που κι αυτός, με τη σειρά του, θα συμπεριφέρεται με παρόμοιο τρόπο; ‘Δεν υπάρχει μια αυτόματη και μοιραία εξέλιξη. Όμως η αλήθεια είναι ότι οι παιδικές εμπειρίες διαμορφώνουν, σε μεγάλο βαθμό, τον τρόπο με τον οποίο το άτομο θα ρυθμίζει τα συναισθήματά του ως ενήλικας’, ξεκαθαρίζει η κυρία Βασιλειάδη για να συνεχίσει ‘Όταν ένα παιδί μεγαλώνει με συχνά ‘γονεϊκά ξεσπάσματα’, το νευρικό του σύστημα εκπαιδεύεται να ζει σε κατάσταση συναγερμού. Στην ενήλικη ζωή μπορεί να ακολουθήσει δύο βασικές κατευθύνσεις. Από τη μια μπορεί να αναπαράγει αυτό που έμαθε, να δυσκολεύεται να ρυθμίσει το θυμό και το στρες του και να αντιδρά παρορμητικά. Όταν πυροδοτείται, ενεργοποιείται το ίδιο σύστημα στρες που γνώρισε ως παιδί. Από την άλλη μπορεί να αποφεύγει τη σύγκρουση, να φοβάται να εκφραστεί, να υποχωρεί υπερβολικά ή να καταπιέζει τα συναισθήματά του για να μη διαταράξει τη σχέση. Το σώμα του έχει μάθει να ‘παγώνει’ για να επιβιώνει. Κοινός παρονομαστής και στις δύο περιπτώσεις είναι η δυσκολία ρύθμισης των συναισθημάτων και του στρες. Ωστόσο, τίποτα δεν είναι οριστικό. Ο εγκέφαλος και τα μοτίβα σχέσεων μπορούν να αλλάξουν όταν υπάρχει επίγνωση, ασφαλείς σχέσεις και εσωτερική εργασία’.
Προσπαθώ να φανταστώ πώς μπορεί να εξελίσσεται μια αλληλεπίδραση γονιού – παιδιού που εμπεριέχει ‘γονεϊκό ξέσπασμα’ και έντονη αντίδραση. Σύμφωνα με την κυρία Βασιλειάδη το ξέσπασμα ξεκινά μέσα στο σώμα μας και δεν συμβαίνει ξαφνικά. Ακολουθεί τρία στάδια. Στο πρώτο στάδιο εμφανίζονται τα πρώτα, ήπια σημάδια. Το σώμα στέλνει προειδοποιητικά σήματα όπως ένταση στην οδοντοστοιχία, ταχυκαρδία, σφίξιμο στο στομάχι. Υπάρχει εσωτερική ανησυχία ή εκνευρισμός. Ο γονιός αρχίζει να νιώθει πίεση, αλλά δεν έχει ακόμη ξεσπάσει. Σε αυτό το στάδιο υπάρχει η μεγαλύτερη δυνατότητα παρέμβασης. Αν υπάρξει παύση και αυτορρύθμιση, η κλιμάκωση μπορεί να αποφευχθεί. Στο δεύτερο στάδιο περνάμε στην απειλή. Η ένταση αυξάνεται και αρχίζει να εκφράζεται προς το παιδί με απειλές, με ένα αυστηρό βλέμμα, με φωνές. Στην ουσία ο γονιός δείχνει στο παιδί ότι αν δεν αλλάξει τη συμπεριφορά του, θα ξεσπάσει. Ενεργοποιείται στο παιδί ο μηχανισμός ‘μάχη/φυγή/πάγωμα/υποταγή’. Η σχέση επιβαρύνεται. Και εδώ υπάρχει ακόμη δυνατότητα παύσης αλλά απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια. Στο τρίτο στάδιο έχουμε το ξέσπασμα. Εδώ υπάρχει απώλεια ελέγχου. Το άτομο βιώνει και εκδηλώνει τη δυσφορία του με έντονο και δυσανάλογο σωματικό / λεκτικό τρόπο. Η δυσφορία έχει παρασύρει το άτομο, δεν υπάρχει επιλογή, υπάρχει αυτόματη αντίδραση. Σε αυτό το στάδιο χρειάζεται επανόρθωση της σχέσης γιατί προσβάλλεται το ‘Εγώ’ του παιδιού. Ένα άτομο που δεν είναι ρυθμισμένο πάει κατευθείαν στο τρίτο στάδιο. Συνοπτικά η αλληλουχία είναι: ερέθισμα (πυροδότηση) – δυσφορία (σωματικά σήματα) – απειλή (κλιμάκωση) – ξέσπασμα (απώλεια ελέγχου). Όσο πιο νωρίς αναγνωριστούν τα σημάδια δυσφορίας, τόσο μικρότερη είναι η απαιτούμενη προσπάθεια για ρύθμιση. Όσο αγνοούνται, τόσο η ένταση αυξάνεται.
Αντιλαμβάνεται, έστω εκ των υστέρων, ο γονιός ότι ξέφυγε; Καταλαβαίνει ότι έχασε τον έλεγχο; Μετανιώνει; Νιώθει ενοχές; Ζητά συγνώμη; Η δική μου εμπειρία από την επαφή μου με γονείς λέει πως οι περισσότεροι γονείς το αντιλαμβάνονται και δεν είναι καλά με αυτό που προηγήθηκε. Πράγματι η κυρία Βασιλειάδη συμφωνεί μαζί μου επιβεβαιώνοντας πως στις περισσότερες περιπτώσεις ο γονιός το αντιλαμβάνεται εκ των υστέρων. Τη στιγμή του ξεσπάσματος η αντίδραση είναι αυτόματη. Όταν, όμως, η ένταση πέσει, ο γονιός συνειδητοποιεί τι συνέβη και μπορεί να νιώθει ενοχές. Η ενοχή, που νιώθει ο γονιός, τον κινητοποιεί να επανορθώσει και αυτό είναι και το ζητούμενο. Δεν είναι να μείνει στην αυτοκατηγορία, αλλά να περάσει στην επανόρθωση. Η συγνώμη είναι το πρώτο βήμα της επανόρθωσης. Πώς γίνεται όλο αυτό πρακτικά; Πλησιάζουμε το παιδί με τρυφερότητα. Αναγνωρίζουμε τι συνέβη (‘Σου φώναξα και σε πλήγωσα’). Ζητάμε αυθεντικά συγνώμη χωρίς δικαιολογίες. Ακούμε πώς ένιωσε το παιδί. Ρωτάμε το παιδί πώς μπορούμε να επανορθώσουμε. Το κλειδί είναι η εστίαση στο βίωμα του παιδιού, όχι στην ανακούφιση της δικής μας ενοχής.
Σκέφτομαι πως δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεμάθει ο γονιός μια συμπεριφορά, που είναι παγιωμένη, για να βάλει στη θέση της μια καινούργια. Και για να γίνει αυτό, που έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολο από μόνο του, θα πρέπει να δουλέψει με τον εαυτό του και να εντοπίσει τις ρίζες αυτών των αντιδράσεων. ‘Η πρόληψη του ξεσπάσματος δεν ξεκινά από τη διόρθωση του παιδιού αλλά από την εσωτερική εργασία του γονιού και κυρίως στη σύνδεση με το σώμα του. Το κεντρικό ζητούμενο είναι να μπορεί ο γονιός να κάνει μια παύση την ώρα που μία συμπεριφορά του παιδιού τον πυροδοτεί ώστε να μπορεί να επιλέξει πώς θα ανταποκριθεί. Για να γίνει αυτό, το πρώτο βήμα είναι να καλλιεργήσει την αυτοπαρατήρηση. Να μάθει να αναγνωρίζει έγκαιρα τα σωματικά σημάδια έντασης, τις σκέψεις που κλιμακώνουν την κατάσταση, τους προσωπικούς του ‘πυροδότες’. Όσο πιο νωρίς αντιλαμβάνεται τη δυσφορία, τόσο πιο εύκολα μπορεί να κάνει παύση. Χρειάζεται, επίσης, να μάθει να φροντίσει τη ‘γονεϊκή ζυγαριά’ του γιατί ένα απορυθμισμένος οργανισμός αντιδρά πιο εύκολα αυτόματα. Η επίγνωση των παιδικών και εφηβικών μας εμπειριών είναι, επίσης, σημαντική. Ο γονιός μπορεί, για παράδειγμα, να διερευνήσει τι του θυμίζει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά του παιδιού που το δυσκολεύει. Όταν καταλαβαίνουμε από πού προέρχεται μια αυτόματη αντίδραση, αρχίζει να αποδυναμώνεται. Η αλλαγή δεν γίνεται μέσα από αυτοκατηγορία. Γίνεται όταν ο γονιός μπορεί να πει ‘Δυσκολεύομαι αλλά μπορώ να μάθω να ανταποκρίνομαι διαφορετικά’. Και όταν αλλάζει ο ίδιος, αλλάζει και η δυναμική με το παιδί’, δηλώνει η κυρία Βασιλειάδη.
Γνωρίζοντας ότι η συνεντευξιαζόμενη είναι και συγγραφέας, της ζητώ να μιλήσει για τη συγγραφική της δουλειά και τις προτάσεις που απευθύνει στους γονείς. Η συγγραφική της δουλειά ακολουθεί την πορεία της ως μαμά δυο κοριτσιών, σήμερα 10 και 12 ετών, και την ανάγκη της να είναι δίπλα τους με αποδοχή. Το πρώτο βιβλίο, που έγραψε, είναι για γονείς και φροντιστές παιδιών. ‘Μαμά, μπαμπά, μ’ ακούτε;’, ο τίτλος του. Το έγραψε για να μπούμε στον κόσμο του μικρού παιδιού και για να επανασυνδεθούμε περισσότερο με το παιδί που ήμασταν οι ίδιοι. Τι μας έλειψε; Τι μας άρεσε ως παιδί; Το βιβλίο έχει δύο πλευρές: στο πρώτο μέρος ο γονιός απευθύνεται στο παιδί και στο δεύτερο μέρος το παιδί απευθύνεται στο γονιό του. Είναι ένα βιβλίο που μιλάει στην καρδιά και στα συναισθήματά μας ως γονείς και όχι μόνο στο μυαλό.
Έχει γράψει 3 βιβλία με ηρωίδα την Σοφία και τους γονείς της. Το πρώτο βιβλίο της σειράς ‘Όταν η καρδιά μου γεμίζει’ μας μαθαίνει το πολύ σημαντικό εργαλείο του δοχείου της αγάπης και το πόσο σημαντική είναι η ανάγκη σύνδεσης για τα παιδιά για να μπορούν να λειτουργούν και να είναι ευτυχισμένα και δυνατά. Είναι κάτι που την έχει βοηθήσει αφάνταστα με την κόρη της Σοφία στη δική τους καθημερινότητα. ‘Η δική μου στιγμή’ είναι το δεύτερο βιβλίο και μας δείχνει το παγόβουνο των συναισθημάτων του παιδιού. Μας προσκαλεί να δούμε τη συμπεριφορά του παιδιού ως ένα μήνυμα και όχι ως ένα πρόβλημα. Το παγόβουνο είναι η εικόνα που την έχει βοηθήσει ως μαμά να μην παίρνει προσωπικά τις κατάλληλες συμπεριφορές των παιδιών της. Το τρίτο παιδικό βιβλίο της σειράς έρχεται τον Μάιο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της για ενήλικες ‘Εχω πολλά να σου πω’ που μας προσκαλεί να συναντήσουμε και να συνομιλήσουμε με το παιδί που ήμασταν στην εφηβεία. Είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο που μας παροτρύνει να κάνουμε μια παύση και να συνδεθούμε με τον αυθεντικό μας εαυτό χωρίς μάσκες.
Ολοκληρώνουμε αυτήν την ενδιαφέρουσα συνομιλία προτρέποντας την να μοιραστεί μαζί μας ένα περιστατικό που θα της μείνει αξέχαστο. Εκείνη λέει: ‘Ήταν μια μαμά που διάβαζε το παιδί της και βγήκε εκτός εαυτού επειδή το παιδί δεν ήθελε να ολοκληρώσει τις ασκήσεις του. Ξεκίνησε να φωνάζει, να απειλεί ότι το παιδί δεν θα καταφέρει ποτέ και τίποτα στη ζωή του αν δεν καταφέρει να διαβάσει τα μαθήματά του. Το ακούω συχνά και παλιότερα μου είχε συμβεί κι εμένα να αντιδρώ έντονα κατά τη διάρκεια του διαβάσματος. Πρόκειται προφανώς για μια δυσανάλογη αντίδραση. Αυτό ενεργοποιεί, συχνά, κάτι από τη δική μας σχέση με το διάβασμα όταν ήμασταν κι εμείς παιδιά. Θέλει κι αυτό επίγνωση. Να καθησυχάσουμε το παιδί μέσα μας ώστε να μπορούμε να σταθούμε αληθινά δίπλα στο δικό μας παιδί με αποδοχή και εμπιστοσύνη!’.
Η σχέση με τους γονείς μας είναι κομβικής σημασίας, σκέφτομαι. Θέλουμε να βλέπουμε και κυρίως να νιώθουμε τους γονείς μας σαν την ασφαλή μας βάση. Κι αυτή η βάση, η ασφαλής βάση, δεν μπορεί να έχει ξεσπάσματα. Δεν το χωρά το μυαλό μας να βλέπουμε τους γονείς μας να χάνουν τον έλεγχο και να γίνονται απειλητικοί, τιμωρητικοί και βίαιοι απέναντι μας. Τα γονεϊκά ξεσπάσματα τα παρομοιάζω με εφιάλτες. Εφιάλτες που κάποια στιγμή τελειώνουν. Εφιάλτες που αφήνουμε στην άκρη ξυπνώντας. Εφιάλτες που δεν ξεχνάμε. Εφιάλτες που μας κάνουν να φοβόμαστε. Εφιάλτες που για να κοιμηθούμε ζητάμε να έχουμε αναμμένο φως στο δωμάτιό μας. Έτσι, μήπως και ξορκίσουμε αυτό που φοβόμαστε. Να τους προσέχετε τους εφιάλτες. Κι όσοι είστε γονείς, φροντίστε να μη αφήσετε στα παιδιά σας αναμνήσεις που θα τα τρομάζουν και θα τα δυσκολεύουν στη ζωή τους.
Όσο για εμάς θα βρεθούμε σύντομα ξανά μέσα από ένα επόμενο άρθρο!











