Μεγάλη Εβδομάδα… η πιο κατανυκτική εβδομάδα του έτους… μέρες γεμάτες σκέψεις, αναμνήσεις και εσωστρέφεια.. γιατί αυτό είναι το Πάσχα… μια εξαιρετική αφορμή για μεγαλύτερη σύνδεση με τον εαυτό μας… για μένα, και προφανώς για πολλούς ακόμα, οι εικόνες από το Πάσχα που περνούσαμε στα παιδικά μας χρόνια έχουν μείνει βαθιά χαραγμένες. Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη, και μάλιστα στο κέντρο της πόλης, δεν είχα χωριό για να πάμε οπότε για πολλά χρόνια περνούσαμε το Πάσχα σε κάποιο νησί της χώρας μας ταξιδεύοντας με πρακτορείο.
Από την Κέρκυρα και τη Λευκάδα μέχρι την Ύδρα και τον Πόρο γνωρίζαμε διαφορετικά έθιμα και δίναμε κάθε χρόνο την υπόσχεση ότι θα γυρίζαμε πίσω στο νησί, που είχαμε επισκεφτεί και αγαπήσει. Όλα αυτά, όμως, από το Μεγάλο Σάββατο και πιο σπάνια από τη Μεγάλη Παρασκευή γιατί δεν διανοούμασταν να περάσουμε οπουδήποτε αλλού από την ενορία μας, την Παναγούδα, τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Θυμάμαι μάλιστα να περιμένω με ανυπομονησία την Κυριακή των Βαίων και να πηγαίνουμε κάθε μέρα στην εκκλησία μέχρι και τον Εσπερινό της Αγάπης το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα όταν μέναμε στη Θεσσαλονίκη.
Οι αναμνήσεις αμέτρητες… το Πασχαλινό τσουρέκι, ο σοκολατένιος λαγός ή το σοκολατένιο αυγό (κάποιες φορές και τα δύο), τα κατακόκκινα αυγά και το κόκκινο πανί που κρεμούσε η μαμά μου στο μπαλκόνι, τα Πασχαλινά διακοσμητικά που στόλιζαν κάθε γωνιά του σπιτιού, η λαμπάδα που περίμενα από τη νονά μου, οι πεντανόστιμες ταχινόπιτες και οι λουκουμάδες που ήταν και τα μοναδικά νηστίσιμα γλυκά εκείνης της εποχής… θυμάμαι το ευχέλαιο που έκανε κάθε χρόνο νωρίς το απόγευμα της Μεγάλης Τετάρτης στο σπίτι μας ο πατήρ Νικόλαος… θυμάμαι που μέναμε το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης και στολίζαμε τον Επιτάφιο με τον πατέρα Αριστόβουλο να μας κερνά κουλούρια… θυμάμαι, επίσης, με ιδιαίτερη νοσταλγία να γίνομαι μυροφόρα τη Μεγάλη Παρασκευή και να γεμίζω από περηφάνια που θα συνόδευα τον Επιτάφιο ραίνοντας τον με μύρα…
Δεν είμαι βέβαια μόνο εγώ που ανακαλώ τόσες στιγμές από το Πάσχα των παιδικών μου χρόνων. Για την Βαλασία Ιακωβόγλου, οικοφυσιολόγο – δασοκόμο, το Πάσχα, ειδικά όπως το βιώνουμε στον ελληνικό τόπο, δεν είναι απλώς μια γιορτή. Είναι ένα σύνολο από αισθήματα, εικόνες και στιγμές που πλέκονται σε μια τρυφερή περίοδο η οποία κουβαλά τη βαρύτητα της κατάνυξης αλλά και το φως της αναγέννησης.

Και κάπως έτσι, η ψυχή όχι μόνο θυμάται, αλλά και ξαναζεί κάθε χρόνο τα ίδια ζεστά συναισθήματα αγάπης, χαράς, ηρεμίας, τρυφερότητας και αισιοδοξίας. Οι αναμνήσεις, που έχει από τα παιδικά της χρόνια, είναι πολλές και όμορφες. Θυμάται τους στολισμένους ναούς, τη μυρωδιά από τα τσουρέκια, το Πασχαλινό τραπέζι. Θυμάται πάρα πολύ έντονα το γεγονός ότι ήταν μέλος της εκκλησιαστικής παιδικής χορωδίας του χωριού της (Νέα Καλλικράτεια Χαλκιδικής) και έψαλαν τα εγκώμια τη Μεγάλη Παρασκευή. Κάθε χρόνο θυμάται αυτές τις υπέροχες αναμνήσεις, τη χαρά που ένιωθε, τα μοναδικά συναισθήματα που γαληνεύουν την ψυχή και κάνουν πολλούς, πέρα από την ίδια, να συμμετάσχουν ενεργά με κατάνυξη στο πάθος του Χριστού μας καρτερώντας την Ανάσταση. Είναι η αίσθηση ότι κάτι μεγάλο πλησιάζει, όχι θορυβώδες, αλλά κάτι ιερό και ουσιαστικό που γεμίζει την ψυχή με φως.
Η καθηγήτρια του Μουσικού Σχολείου Θεσσαλονίκης Όλγα Καλογερομήτρου λέει πως κάτι σημαντικό, που έκαναν στα Τρίκαλα και της έχει μείνει, είναι ότι την εβδομάδα του Λαζάρου και πιο συγκεκριμένα την Πέμπτη τα κορίτσια έλεγαν το Λάζαρο.
Ήταν οι λεγόμενες Λαζαρίνες. Από το βράδυ της Τετάρτης μάζευαν τα λουλούδια για να στολίσουν το καλάθι γιατί την άλλη μέρα έπρεπε να γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι για να τους βάζουν μέσα στο καλάθι ένα αυγό, μια σοκολάτα, χρήματα και ό,τι άλλο τους έδιναν. Η μεγάλη αγωνία που είχαν ήταν να μην έβρεχε και δεν θα μπορούσαν να πάνε. Ήθελε πάντα να έχει το πιο όμορφο καλάθι. Τα τελευταία χρόνια, τονίζει, αυτό το έθιμο έχει αναβιώσει στα Τρίκαλα και την Πέμπτη οι δρόμοι της πόλης γεμίζουν από κοριτσάκια με πανέμορφα καλάθια στα χέρια. Θυμάται, όμως, και κάτι άλλο. Την ίδια εβδομάδα η μαμά της έκανε άπειρα κουλούρια καθώς στα Τρίκαλα όταν πήγαινε κάποιος επίσκεψη την ημέρα του Πάσχα του έδιναν ένα κόκκινο αυγό και ένα κουλουράκι. Ένα έθιμο που ακόμη ισχύει. Η μητέρα της λοιπόν έκανε τόσα πολλά κουλούρια και όχι για να τα φάνε αλλά επειδή της άρεσε να μοιράζει σε όλη τη γειτονιά.
‘Αν και το Πάσχα είναι για πολλούς γεμάτο έντονες παραδόσεις και εικόνες, στη δική μου παιδική ηλικία δεν υπήρχε αυτή η ατμόσφαιρα. Οι γονείς μου δεν ήταν ιδιαίτερα παραδοσιακοί κι έτσι δεν έχω πολλές ζωντανές αναμνήσεις από αυτές τις μέρες. Αυτό που ξεχωρίζει, σαν μια μικρή σταθερά, είναι το αρνί στο φούρνο την Κυριακή του Πάσχα’, εξομολογείται η Λένα Περιβολαροπούλου, ιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου Athenian Bookstores.
Από την άλλη εικόνες, ευωδιές και έντονα συναισθήματα έρχονται στο μυαλό του δημοσιογράφου Φώτη Κουτσαμπάρη στη θύμηση του Πάσχα των παιδικών του χρόνων. Θυμάται τα τσουρέκια που έψηνε η μάνα και τα κόκκινα αυγά να βράζουν στην κατσαρόλα.
‘Τα βράδια της Μεγάλης Εβδομάδας στην εκκλησία, την εικόνα με τον Εσταυρωμένο στο κέντρο του ναού και τα κεριά να σβήνουν ένα ένα στα δώδεκα Ευαγγέλια, τον Επιτάφιο της Μεγάλης Παρασκευής, τις ψαλμωδίες ‘Ω! γλυκύ μου Έαρ’, που συμμετείχαμε κι εμείς τα παιδιά στο ψαλτήρι και φυσικά το βράδυ της Ανάστασης με τα πυροτεχνήματα, την επιστροφή στο σπίτι για τη μαγειρίτσα. Τις σούβλες με τα αρνιά στις αυλές των σπιτιών και τις επισκέψεις στους συγγενείς για ανταλλαγή ευχών. Έντονα θυμάμαι τα απόβραδα της κατάνυξης που θαρρείς ότι έδιναν ένα άλλο χρώμα στην ατμόσφαιρα, πορφυρό, κι εμείς τα παιδιά ίσως δεν νιώθαμε τόσο τη θλίψη των Παθών αλλά αισθανόμασταν περίεργα μέσα στην ανεμελιά μας’, καταλήγει.
Η Όλια Βασιλάκη-Καρόζη, Ιατρός Βιοπαθολόγος – Περιφερειακή Σύμβουλος Κεντρικής Μακεδονίας, θυμάται πάλι την κυρία Σαρακοστή που έφτιαχνε με τις δασκάλες της, τη μυρωδιά από το φρέσκο τσουρέκι που ετοίμαζαν με τη μητέρα της, την αγωνία για το αν θα αντέξει η λαμπάδα χωρίς να σβήσει μέχρι να φτάσουν στο σπίτι με το Άγιο Φως και να σταυρώσουν την είσοδο της πόρτας, το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών γύρω από το γιορτινό τραπέζι και το θείο τους που πάντα είχε ένα ξύλινο για να τους κερδίζει.
Το Πάσχα των παιδικών χρόνων του ηθοποιού Κωνσταντίνου Τσώνη υπάρχει, στο μεγαλύτερο βαθμό, και στο Πάσχα των ενήλικών του χρόνων. Πήγαινε πάντα στις ιδιαίτερες πατρίδες των γονιών του. Είτε στο Αίγιο, από την πλευρά του πατέρα του, είτε στα Κοκκινόγεια Δράμας, από την πλευρά της μητέρας του. Το θυμάται με πολύ παιχνίδι, χαρά, ζεστασιά και οικογενειακές όμορφες στιγμές συνδυασμένες βέβαια με πολύ φαγητό και γεμάτα από συναισθήματα και πρόσωπα τραπέζια. Κάτι που ισχύει, όπως λέει, μέχρι και τώρα στη ζωή του.
Εξίσου όμορφο ήταν και το Πάσχα των παιδικών χρόνων της σκηνοθέτιδας Ανδρονίκης Μαλακόζη στο χωριό της μητέρας της, στο Αιγίνιο Πιερίας, με τη λατρεμένη της γιαγιά, τους θείους και τα ξαδέλφιά της, στον κήπο κοντά στην ανθισμένη κερασιά να έχουν το αρνί στη σούβλα, γείτονες να πηγαινοέρχονται για ευχές, παιχνίδια, χαμόγελα και όταν φούντωνε το κέφι έριχναν κι ένα χορό με όποιον βρισκόταν στον κήπο εκείνη τη στιγμή.
Η επιχειρηματίας Στέλλα Ντόκα κάθε Πάσχα, κατά τη διάρκεια των μαθητικών της χρόνων στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, πήγαινε με τους γονείς της στο χωριό, την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα έμεναν εκεί και κάθε βράδυ περνούσαν και από την Εκκλησία. Αυτό που θυμάται, όμως, πιο πολύ ήταν να γυρίζουν όλο το χωριό τη Μεγάλη Παρασκευή κρατώντας η ίδια στα χέρια της ένα φαναράκι με το κερί μέσα και όλοι να το κοιτάζουν παράξενα.

Πριν από λίγα χρόνια η αγαπημένη ξαδέλφη της κυρίας Ντόκα της εξομολογήθηκε: ‘Το φαναράκι σου ήταν υπέροχο και το ζήλευα. Γιατί δεν φέρνατε και για μένα ένα ίδιο;’. Η ίδια παραδέχεται πως ούτε καν το είχαν σκεφτεί. Ένα τόσο μικρό δώρο θα έδινε τόσο μεγάλη χαρά!
Θα μπορούσα να γράφω με τις ώρες αναμνήσεις άλλων και δικές μου… ποια είναι άραγε τα έθιμα που κρατήσαμε μέχρι σήμερα και τα τηρούμε; Για παράδειγμα κάθε χρόνο κρεμάω το κόκκινο πανί στα δύο μπαλκόνια του σπιτιού μας με το που βάψω τα αυγά και φυσικά το πρώτο βαμμένο αυγό το βάζω στην εικόνα όπου και μένει μέχρι το επόμενο Πάσχα. Κάτι ακόμα, που έμαθα από τη μαμά μου και το τηρώ με ευλάβεια, είναι να πηγαίνουμε νηστικοί με τον άντρα μου το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής για να προσκυνήσουμε τους Επιταφίους οι οποίοι μάλιστα είναι σε μονό αριθμό, δηλαδή 3 ή 5 ή 7. Πρώτα προσκυνούμε και μετά τρώμε και πίνουμε.
‘Εκείνο που έχει μείνει στη μνήμη μου και το έχω περάσει φυσικά στα παιδιά μου είναι το σούβλισμα του αρνιού και το κοκορέτσι που το κάναμε μόνοι μας. Η σούβλα γύριζε με το χέρι και οι αρμοδιότητες μοιραζόντουσαν. Ένας ασχολούταν με το αρνί, άλλος με το κοκορέτσι. Πρέπει να σου πω λοιπόν πως και αρνί σουβλίζουμε στο Πανόραμα και κοκορέτσι κάνουμε. Αυτό, όμως, που μου αρέσει πάρα πολύ και έχω επίσης κρατήσει είναι το κόκκινο πανί που βάζω και στα δύο μου μπαλκόνια. Το έκανε η γιαγιά μου και το κάνω κι εγώ μέχρι σήμερα’, μοιράζεται μαζί μας η κυρία Καλογερομήτρου ενώ η κυρία Περιβαλαροπούλου λέει ‘Το Πάσχα άρχισε να αποκτά για μένα άλλο νόημα αργότερα, μέσα από τη δική μου ζωή. Όταν παντρεύτηκα, δημιούργησα το δικό μου μικρό έθιμο: το ζύμωμα του Πασχαλινού τσουρεκιού. Είναι μια διαδικασία που κάθε χρόνο με συνδέει με κάτι πιο βαθύ, πιο δικό μου. Είναι σαν να χτίζω τις δικές μου αναμνήσεις, τη δική μου παράδοση’.
‘Λάζαρο δεν πλάσεις, ψωμί δεν θα χορτάσεις’, μια λαϊκή ρήση που δείχνει πόσο σημαντικό θεωρούταν το έθιμο για την ευλογία του σπιτιού. Το έθιμο για τα Λαζαράκια είναι από τα πιο τρυφερά και συμβολικά της περιόδου, καθώς προαναγγέλλει την Ανάσταση του Χριστού μέσα από την έγερση του φίλου Του, Λάζαρου. Τα Λαζαράκια είναι ανθρωπόμορφα ψωμάκια που αναπαριστούν τον Λάζαρο σπαργανωμένο, ακριβώς όπως εμφανίζεται στις βυζαντινές εικόνες. Κάθε χρόνο φροντίζω να φτιάξω Λαζαράκια με τα παιδιά μου’, μας εκμυστηρεύεται η κυρία Βασιλάκη-Καρόζη.
‘Ένα έθιμο, που κρατώ και σήμερα, είναι να σχηματίζω έναν σταυρό με το Άγιο Φως της λαμπάδας στην εξώπορτα του σπιτιού επιστρέφοντας από την Ανάσταση και στη συνέχεια να βάζω το κερί σε ένα ποτήρι να παραμένει αναμμένο όλη τη νύχτα. Όταν είμαι στο χωριό, ανάβω το καντήλι, που διατηρείται στην κουζίνα. Επίσης, πάντα μετά την Ανάσταση, στρώνουμε τραπέζι με μαγειρίτσα και κόκκινα αυγά. Είναι το πιάτο που δεν λείπει από το τραπέζι και φυσικά την Κυριακή του Πάσχα ψήνουμε αρνί με συγγενείς και φίλους’, εξομολογείται ο κύριος Κουτσαμπάρης.
Το έθιμο, που έχει κρατήσει μέχρι και σήμερα, η κυρία Ντόκα είναι να περνά το Πάσχα στο χωριό με αγαπημένους συγγενείς και το παραδοσιακό αρνί στη σούβλα. Κάποτε, θα πει, ήταν όλοι οι γονείς τους και τα πρώτα εγγόνια από τα μεγαλύτερα ξαδέλφια της. Με τα χρόνια έχαναν έναν έναν τους γονείς τους, αλλά μεγάλωνε η οικογένεια με γάμους από τα ξαδέλφια της και με πολλά εγγόνια. Πλέον έχει μείνει μόνο μια γιαγιά και εύχεται να συνεχίσει για χρόνια. Μια ημέρα το χρόνο λοιπόν όλη η αγαπημένη οικογένεια μαζί. Ένα έθιμο για το οποίο νιώθει ευλογημένη.
‘Ένα έθιμο των ημερών που θυμάμαι έντονα είναι ότι τη Μεγάλη Πέμπτη, κάθε χρόνο, πηγαίναμε με τη γιαγιά μου στην εκκλησία του χωριού και αφού τελείωναν τα Ευαγγέλια, ξενυχτούσαμε για να στολίσουμε τον Επιτάφιο και μας μοίραζαν ψωμί με ‘μυρωδιά’ από διάφορα μπαχαρικά για να αντέξουμε τις ώρες του στολισμού. Τη μέρα του Επιταφίου ψέλναμε τα εγκώμια, κάτι που το κάνω ακόμα όταν βρίσκομαι στο χωριό. Βάφαμε, επίσης, πολύχρωμα αυγά από διάφορα πτηνά (κότες, νανάκια, γαλοπούλες, φραγκόκοτες) και την Κυριακή του Πάσχα διαγωνιζόμασταν ποιος θα σπάσει τα περισσότερα κρατώντας το πιο γερό αυγό. Πάντα κέρδιζε της φραγκόκοτας’, καταλήγει η κυρία Μαλακόζη.
‘Το βάψιμο των αυγών την Κόκκινη Πέμπτη είναι ένα έθιμο το οποίο αγαπώ και προσπαθούσα να το τηρώ κάθε χρόνο ακόμα κι όταν βρισκόμουν μακριά από την Ελλάδα μας όταν έμενα στην Αμερική. Η διαδικασία του βαψίματος αποτελούσε πάντα μια οικογενειακή ιεροτελεστία, μια παράδοση, όπου προετοιμάζαμε τα αυγά, τα στολίζαμε με ιδιαίτερη προσοχή και τα γυαλίζαμε με λάδι. Το αποκορύφωμα του εθίμου ερχόταν την Ανάσταση και την Κυριακή του Πάσχα, όταν τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά ανταλλάσσοντας το ‘Χριστός Ανέστη’ και προσπαθώντας να είμαστε οι ‘νικητές’ στο ‘παιχνίδι’ του τσουγκρίσματος. Έτσι, τα κόκκινα αυγά είναι μια ζωντανή παράδοση που αγαπώ, κυρίως γιατί μας ενώνει, δίνει χαρά και χρώμα στη ζωή μας’, λέει η κυρία Ιακωβόγλου. Για τον κύριο Τσώνη το έθιμο της σούβλας, αν και δεν του αρέσει πλέον, είναι ένα έθιμο που επικρατεί στην οικογένειά του. Τρώνε πολύ! Ο ίδιος απολαμβάνει περισσότερο την οικογενειακή μάζωξη και το γενικότερο κλίμα αγαπημένων ανθρώπων γύρω από το κοινό τραπέζι. Γενικότερα η έννοια του τραπεζιού και του φαγητού καλώς ή κακώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη συνεύρεση της Ελληνικής οικογένειας. Ξεχωρίζει, επίσης, το έθιμο της λαμπάδας και της Ανάστασης, της Ανάτασης όπως λέει. Η συνάντηση στην Εκκλησία, το Άγιο Φως και τα πυροτεχνήματα είναι πάντα στη μνήμη του και στη ζωή του αυτές τις μέρες.
Και ασφαλώς το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί τις ημέρες του Πάσχα είναι αυτό του νονού και της νονάς. Για κάποιους αποτελεί πονεμένη ιστορία ενώ για άλλους μια υπέροχη ανάμνηση. Ζήτησα από τους συνεντευξιαζόμενους να μοιραστούν τι ανακαλούν από αυτήν τη σχέση. Η κυρία Βασιλάκη-Καρόζη αναπολεί τη λαμπάδα της, τα κόκκινα παπούτσια και φυσικά το ρόλο της πνευματικότητας και καθοδήγησης από τη νονά της όλα αυτά τα χρόνια σε όλα της τα βήματα. Και για την κυρία Καλογερομήτρου ο ρόλος του νονού και της νονάς είναι πάρα πολύ σπουδαίος. Η νονά της δεν ήταν εντάξει σε αυτές τις υποχρεώσεις και ήταν κάτι που της έλειπε πολύ. Η ίδια έχει 5 βαφτιστήρια, που είναι πλέον μεγάλα, και από τότε που ήταν μικρά ήταν κοντά τους με τα δώρα της, τις βόλτες και τις επαφές τους.
‘Είμαι νονά σε ένα κορίτσι κι ένα αγόρι. Χαρά και ετοιμασία για τα δώρα τους κάθε χρόνο, αυτό θυμάμαι! Όμως και τα δύο έμεναν σε άλλους νομούς με αποτέλεσμα να βλεπόμαστε σπάνια. Τώρα πια είναι μεγάλα και με δικές τους οικογένειες’, δηλώνει η κυρία Ντόκα ενώ για την κυρία Περιβολαροπούλου, ως νονά, η σχέση αυτή είχε μια γλυκόπικρη πλευρά. Το βαφτιστήρι της ήταν μακριά κι έτσι δεν είχε την ευκαιρία να ζήσει κοντά του αυτές τις στιγμές, να μοιραστεί την καθημερινότητα και τα έθιμα όπως θα ήθελε. Ήταν κι εκείνη μόλις 13 χρόνια μεγαλύτερη. Σχεδόν σαν δυο παιδιά που μεγάλωναν παράλληλα. Κι όμως αυτό που μένει πιο δυνατό από όλα είναι η αγάπη. Μια αγάπη που υπάρχει και αντέχει ακόμα και από απόσταση!
Πολύ τυχερή ήταν με τη νονά της η κυρία Ιακωβόγλου. Μια νονά την οποία αγαπούσε πάρα πολύ. Ήταν μια αρχόντισσα της Πόλης (προάστια Κωνσταντινούπολης), πάντα με το χαμόγελο, τον καλό λόγο, τον ευγενικό και δοτικό χαρακτήρα της, τηρούσε επάξια το ρόλο της ‘νονάς’ καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Συγκεκριμένα για τις ημέρες του Αγίου Πάσχα κάθε χρόνο της έφερνε τη λαμπάδα και το Πασχαλινό μου δωράκι. Μια λαμπάδα που δεν ήταν απλώς ένα κερί… ήταν η δική της λαμπάδα που την είχε διαλέξει η νονά της με αγάπη. Ένα ‘πακετάκι αγάπης’ που για ένα μικρό παιδί συμβόλιζε την προσοχή και το ενδιαφέρον, ενώ σε αυτές τις άγιες μέρες, πρόσθετε αισθήματα χαράς, φροντίδας, τρυφερότητας και αγάπης. Τι μένει τελικά; Δεν είναι η λαμπάδα, ούτε τα δώρα. Είναι το συναίσθημα. Η αίσθηση ότι υπάρχει ένας άνθρωπος που σε διάλεξε, σε θυμάται, σε τιμά και σε αγαπά.
‘Ο νονός και η νονά! Ο πνευματικός πατέρας και η πνευματική μητέρα αντίστοιχα. Και ο/η πνευματικός/ή αδελφός/ή αν έχουν παιδί. Μου αρέσουν πολύ αυτές οι έννοιες. Είτε πιστεύεις, είτε όχι, έχουν κάτι γοητευτικό. Είμαι πολύ δεμένος με τη νονά και το νονό μου κι έχω στη φαρέτρα μου πολύ όμορφες αναμνήσεις και ταξίδια μαζί τους. Και κάτι χιουμοριστικό για το τέλος σχετικά με το νονό μου. Οι δυο μας έχουμε κοινά γούστα στη μουσική – στην παλιά ροκ ξένη και ελληνική μουσική – καθώς και σε επιλογές φαγητού. Πάντα θυμάμαι την οικογένειά μου να μου λέει: ‘Αχ, αυτό το λάδι τι έκανε!’, εξομολογείται ο κύριος Τσώνης. Όσο για τον κύριο Κουτσαμπάρη ο νονός του ήταν φωτογράφος με δικό του κατάστημα με είδη γάμου και βαπτίσεων. Η νονά ήταν σε δευτερεύοντα ρόλο. Δεν παρέλειπε να του φέρνει λαμπάδα και παπούτσια κάθε Πάσχα στα παιδικά του χρόνια. Όταν μετακόμισαν στην πόλη, πήγαιναν ανά διαστήματα επίσκεψη στο νονό. Ο νονός δεν ήταν άνθρωπος της καθημερινότητας όπως άλλοι συγγενείς. Η εμφάνισή του σηματοδοτούσε γιορτή για τον συνεντευξιαζόμενο. Ίσως επειδή πάντα συνοδευόταν με δώρα. Ίσως γιατί δεν τον έβλεπε τακτικά. Δεν μπορεί να προσδιορίσει ακριβώς τη σύνδεση που είχε μαζί του. Στα δικά του, αλλά και στα δικά μας, παιδικά χρόνια ακόμα και οι συγγενικές σχέσεις διατηρούσαν πρωτόκολλα κανόνων και συμπεριφοράς που ορισμένες φορές δημιουργούσαν συναισθηματικές αποστάσεις λόγω μιας εσφαλμένης τυπικότητας ή αντίληψης της διακριτικότητας και της ευγένειας. Έτσι ο νονός, όσο ξεχωριστό ρόλο κι αν είχε στα παιδικά του χρόνια, δεν άφησε ανεξίτηλα ίχνη στο νου και την καρδιά του και χάθηκε στο χρόνο σαν διάττοντας αστέρας.
Τέλος η κυρία Μαλακόζη προτείνει σε οποιονδήποτε θέλει να γίνει νονός, να το σκεφτεί καλά προτού το αποφασίσει, καθώς σωστό είναι, σύμφωνα με την ίδια, να φροντίζει να κρατά επαφή με το βαφτιστήρι του. Η ίδια, ως νονά, έχει άριστες σχέσεις και φροντίζει να κρατάει επαφές. Δεν μπορεί, όμως, να πει το ίδιο για τη σχέση με τη δική της νονά. Κάθε φορά που τη σκέφτεται, νιώθει μια πικρία μια που ποτέ εκείνη δεν ενδιαφέρθηκε να τη γνωρίσει. Η νονά της ήταν 14 ετών όταν τη βάφτισε, ήταν από την Αθήνα και αργότερα έφυγε στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να παραμελεί τις ‘υποχρεώσεις της νονάς’ και έτσι δεν γνωρίστηκαν οι δυο τους ποτέ. Δεν είναι και η μόνη που έχει να αφηγηθεί μια τέτοια ιστορία, σκέφτομαι.
Και με αυτήν τη σκέψη ολοκληρώνω το άρθρο που μας ταξίδεψε πίσω στις αναμνήσεις των παιδικών και εφηβικών μας χρόνων τις ημέρες του Πάσχα! Θα βρεθούμε ξανά σύντομα μέσα από ένα επόμενο άρθρο!










.jpg)







