Γράφει ο μαέστρος Μιχαήλ Χατζηαναστασίου για την Κουλτουρόσουπα.
Στα πενήντα τρία μου χρόνια δεν «ξαναβρήκα» τα Χριστούγεννα· τα ανέσυρα από τα συντρίμμια. Από τα ερείπια μιας έννοιας που ο σύγχρονος άνθρωπος κακοποίησε με επιμέλεια, μέχρι να την καταστήσει ακίνδυνη, άδεια και πλήρως εμπορεύσιμη. Γιατί τα Χριστούγεννα, όπως τα βιώνουμε σήμερα, δεν είναι γιορτή· είναι τελετουργικό συλλογικής αυταπάτης.
Η κοινωνία μας δεν γιορτάζει. Καταναλώνει. Δεν προσδοκά.
Διακοσμεί. Δεν συγκινείται. Υποδύεται. Τα λαμπιόνια δεν φωτίζουν — συγκαλύπτουν. Οι γιρλάντες δεν στολίζουν — αποσπούν. Και τα χαμόγελα, αυτά τα πλαστικά προσωπεία κοινωνικής ευπρέπειας, δεν δηλώνουν χαρά αλλά φόβο: φόβο μήπως εκτεθούμε χωρίς το άλλοθι της «εορταστικής διάθεσης».
Ο άνθρωπος των Χριστουγέννων δεν αντέχει τη σιωπή. Δεν αντέχει την αυτοπαρατήρηση. Δεν αντέχει να σταθεί απέναντι στο υπαρξιακό κενό που ο ίδιος δημιούργησε. Έτσι επινοεί θορύβους, ευχές, ρητορικές αγάπης και έναν Χριστό ακίνδυνο, απονευρωμένο, αποκομμένο από κάθε ηθική απαίτηση.
Η γέννηση του Θείου βρέφους — είτε ως θεολογικό γεγονός είτε ως ιστορικό αφήγημα — μετατράπηκε σε σκηνικό. Ένα καλοστημένο tableau vivant που δεν καλεί σε μεταστροφή, αλλά σε συναισθηματική κατανάλωση. Ο Χριστός δεν ήρθε πια για να ανατρέψει, αλλά για να διακοσμήσει. Να μην ενοχλεί. Να συγχωρεί εκ των προτέρων, χωρίς μετάνοια, χωρίς ευθύνη, χωρίς αλλαγή.
Και όμως, ο Χριστός — αν υπάρχει ακόμη ως έννοια — δεν γεννιέται σε ημερολόγια. Ο δικός μου Χριστός ήρθε στον κόσμο την 8η Δεκεμβρίου
του 2025, όχι για να σώσει την ανθρωπότητα, αλλά για να με κατηγορήσει. Να μου υπενθυμίσει ότι η γνώση χωρίς αγάπη είναι αλαζονεία. Ότι η συνείδηση χωρίς πράξη είναι συνενοχή. Και ότι η αγάπη, όταν αποσυνδέεται από τη θυσία, μετατρέπεται σε ψυχολογικό ναρκωτικό.
Η αγάπη που ξεχάσαμε δεν είναι συναίσθημα. Είναι στάση ύπαρξης. Δεν έλκει· απαιτεί. Δεν καθησυχάζει· εκθέτει. Δεν επιβεβαιώνει τον εαυτό· τον υπερβαίνει. Είναι αγάπη απογυμνωμένη από σάρκα, ιδιοκτησία και αυτοεπιβεβαίωση.
Αγάπη που συγκρούεται με το «εγώ» και το διαλύει. Αγάπη ανιδιοτελής, φιλαλληλική, ασύμφορη — άρα αληθινή.
Σε αυτό το σημείο ο σύγχρονος πολιτισμός καταρρέει. Γιατί δεν αντέχει την ανιδιοτέλεια. Δεν αντέχει την αυταπάρνηση. Δεν αντέχει να αγαπά χωρίς όφελος. Έτσι κατασκευάζει αφηγήσεις, θεολογίες light και χριστουγεννιάτικες εκπτώσεις ηθικής, ώστε να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς να αλλάζει.
Τα παιδιά μας, μέσα σε αυτό το τοπίο παρακμής, δεν είναι «ελπίδα». Είναι κατηγορητήριο. Είναι η ζωντανή απόδειξη ότι αποτύχαμε. Είναι οι μόνοι αληθινοί Χριστοί, γιατί ενσαρκώνουν αυτό που δεν αντέχουμε να δούμε: την ευθύνη για το μέλλον. Δεν χρειάζονται προφητείες· χρειάζονται έναν κόσμο που να μην τα συνθλίβει πριν προλάβουν να μιλήσουν.
Και η Γυναίκα. Όχι ως ρόλος, όχι ως σύμβολο, όχι ως ιδέα. Η Γυναίκα ως αρχή του όντος. Ως Πανγαία που γεννά χωρίς θόρυβο και θυσιάζεται χωρίς αναγνώριση. Η έκπτωτη ανθρωπότητα την υποβάθμισε, τη χρησιμοποίησε, τη βίασε — και μετά μίλησε για «ιερότητα της ζωής».
Αν υπάρχει κάτι ιερό, είναι αυτό που γεννά Ζωή.
Και την Ζωή τη λεν Γυναίκα.
Ίσως, τελικά, τα Χριστούγεννα να μην είναι γιορτή. Ίσως να είναι μια Ιερά εξέταση. Και η ερώτηση αδίστακτα απλή: μπορούμε ακόμη να αγαπήσουμε χωρίς να ωφεληθούμε;
Χρόνια πολλά σε όλους.
Και — αν τολμάμε ακόμη να το εννοούμε — Χριστούγεννα καλά.









