Υπάρχουν καλλιτέχνες που ορίζουν την εποχή τους και υπάρχουν και εκείνοι που την ξεπερνούν, δημιουργώντας ένα δικό τους παράλληλο σύμπαν. Ο Γιώργος Μαρίνος υπήρξε ένας πολυσχιδής δημιουργός, ίσως όμως η πιο γενναία θεατρική του πράξη να γράφτηκε όταν αναμετρήθηκε με το πνεύμα μιας αυταρχικής δασκάλας στην καρδιά της Θεσσαλονίκης.
Η απόφαση του σπουδαίου σκηνοθέτη Γιώργου Μιχαηλίδη να βγει από την ασφάλεια του «Ανοιχτού Θεάτρου» για να τον σκηνοθετήσει στη «Δεσποινίδα Μαργαρίτα» προκάλεσε έκπληξη. Για τον Μιχαηλίδη, όμως, ήταν μια υπόθεση παλιάς, βαθιάς φιλίας από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού. Όπως ο ίδιος ομολογούσε, δεν θα το έκανε για κανέναν άλλον. Ο Μαρίνος προσήλθε στις πρόβες με μια σχεδόν απίστευτη σεμνότητα. «Έγινε μαθητής σε ό,τι έλεγα», θυμόταν ο σκηνοθέτης, τονίζοντας ότι ο σταρ δέχτηκε ακόμη και ελάχιστα χρήματα, μόνο και μόνο για να υπηρετήσει ένα όνειρο που γεννήθηκε από τον απόηχο της ερμηνείας της Έλλης Λαμπέτη.
Η επιλογή του χώρου στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν τυχαία. Το κινηματοθέατρο Ρίο, στην καρδιά της οδού Εγνατίας —που δυστυχώς σήμερα στεγάζει ένα σούπερ μάρκετ— μετατράπηκε από έναν χώρο προβολών σε ένα ηλεκτρισμένο πεδίο θεατρικής αναμέτρησης. Ήταν η σεζόν 2001-2002, και η ουρά των Θεσσαλονικέων μαρτυρούσε πως η πόλη διψούσε να δει τον «δικό της» Γιώργο σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ο Μαρίνος, αφήνοντας πίσω τη λάμψη της πίστας, ανέβηκε στη σκηνή για να ενσαρκώσει το τέρας της εξουσίας. Όχι με περούκες, αλλά με ανδρικό κοστούμι και παπιγιόν.
Η ατμόσφαιρα ήταν υποβλητική. Υπό τη μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη και τη μετάφραση του Κώστα Ταχτσή, ο Μαρίνος δεν έπαιζε απλώς· «μαστίγωνε» το κοινό με τις λέξεις του Ρομπέρτο Ατάιντε.
Η παράσταση δεν ήταν ούτε κωμωδία ούτε δράμα. Ήταν ένα «άγριο» μάθημα για το πώς η παιδεία μπορεί να γίνει εργαλείο καταπίεσης. Ο Μιχαηλίδης ήταν ξεκάθαρος: το φύλο δεν είχε σημασία. Ο Μαρίνος υποδύθηκε έναν εκπρόσωπο του κατεστημένου που το κατεδαφίζει εκ των έσω.
Ο ίδιος παραδέχτηκε πως αρχικά τρομοκρατήθηκε από τις απαιτήσεις του ρόλου. Όμως, η ικανότητά του να επικοινωνεί απευθείας με το κοινό ήταν αυτή που τον έκανε να νικήσει τον φόβο και να επιβάλει μια σπάνια σιωπή και δέος.
Η εικόνα του να βγαίνει στο τέλος να υποκλιθεί, εξαντλημένος από την ένταση αλλά γεμάτος από την αγάπη της πόλης, παραμένει μια από τις πιο δυνατές στιγμές της θεατρικής ιστορίας της συμπρωτεύουσας.
Μια μικρή νοσταλγική αναδρομή σε εκείνη τη συνάντηση όπου το θέατρο συνάντησε τον μύθο, σήμερα που αποχαιρετάμε τον σπουδαίο καλλιτέχνη.




