Στο πλαίσιο του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης παρουσιάστηκε το Σάββατο 7 Μαρτίου, στην αίθουσα Τάκης Κανελλόπουλος, η κινηματογραφική εκδοχή του πρότζεκτ Τρίτο (πληθυντικό) πρόσωπο της εικαστικού Αικατερίνης Γεγησιάν, που στηρίζεται σε αρχειακό υλικό.
Το Φεστιβάλ συμμετέχει με αυτή την εγκατάσταση στην έκθεση του προγράμματος με τον γενικό τίτλο «Wait…How Did We Get Here?», το οποίο παρουσιάζεται στο MOMUS-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών έως τις 14 Ιουνίου 2026 και περιλαμβάνει έκθεση εικαστικών, club nights, καλλιτεχνικά εργαστήρια, πρόγραμμα καλλιτεχνικής φιλοξενίας (residency), εκπαιδευτικά προγράμματα και ξεναγήσεις.
Το έργο Τρίτο (πληθυντικό) πρόσωπο είναι ένα πολυεπίπεδο πρότζεκτ που διαρθρώνεται ως μια εγκατάσταση με πολλαπλές οθόνες, μια μεγάλου μήκους δοκιμιακή ταινία-κολάζ και ένα καλλιτεχνικό βιβλίο. Το έργο βασίζεται σε μια εκτεταμένη αρχειακή συλλογή που αποτελείται από περισσότερες από 200 μεταπολεμικές ενημερωτικές ταινίες και επίκαιρα που εντοπίστηκαν στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και στα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ. Η εγκατάσταση είναι η πρώτη εκδοχή του έργου, με οκτώ επεισόδια που προβάλλονται σε ξεχωριστές οθόνες τηλεόρασης. Η ταινία ακολουθεί τη δομή της εγκατάστασης σε επεισόδια και εισάγει μια ρήξη μέσω της διασκευής ενημερωτικών ταινιών που παρήχθησαν από τα πρώτα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιτρέποντας την τυχαιότητα και υιοθετώντας τη διευρυμένη συνειρμική σκέψη, η ταινία αμφισβητεί τη λειτουργία του αρχείου (των εικόνων που επιβιώνουν), αφήνοντας ετερογενή υλικά να εισέλθουν στο κλειστό του σύστημα.
Πριν την έναρξη της προβολής, η δημιουργός απηύθυνε σύντομο χαιρετισμό στους θεατές, εισάγοντας το κοινό στις θεματικές και στην αφετηρία της ταινίας: «Την εποχή που ξεκίνησα το έργο δεν θεώρησα ότι θα ήταν τόσο επίκαιρο. Ωστόσο, όπως θα διαπιστώσετε και εσείς, προκύπτουν συνδέσεις με την επικαιρότητα του σήμερα. Η ταινία είναι πολιτική καθώς αναφέρεται στην πολιτική ιστορία, ενσωματώνοντας στον σκελετό της αρχειακά υλικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, συγκεκριμένα από τα informational films της ΕΕ. Το βιβλίο, το οποίο μόλις έχει εκδοθεί και θα παρουσιαστεί στο Λονδίνο, αποτελεί μια τρίτη ανάγνωση του έργου. Η ταινία είναι χωρίς υπότιτλους, μια απόφαση που πήρα συνειδητά γιατί την αντιμετωπίζω ως εικαστικό έργο». Μετά την ολοκλήρωση της προβολής ακολούθησε συζήτηση με το κοινό.
Σε ερώτηση για το κατά πόσο το έργο λειτουργεί ως ένα τρίπτυχο και το αν τα τρία σκέλη του διαχειρίζονται το ίδιο υλικό, η Αικατερίνη Γεγησιάν απάντησε: «Ναι, διαχειρίζονται το ίδιο υλικό, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Η αφετηρία του έργου ήταν η εγκατάσταση. Εκεί διαμορφώθηκε για πρώτη φορά η βασική δομή του σε οκτώ επεισόδια, τα οποία προέκυψαν μέσα από την περίοδο έρευνας στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Από την αρχή το έργο είχε σχεδιαστεί να παρουσιαστεί σε οκτώ τετράγωνες, παλαιού τύπου τηλεοράσεις, παραπέμποντας αισθητικά στα newsreels. Η επιλογή αυτή στόχευε στο να δημιουργήσει την αίσθηση της επικαιρότητας, σαν να πρόκειται για ειδησεογραφικό υλικό. Τα επεισόδια της εγκατάστασης έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από την ταινία και λειτουργούν αυτόνομα: ο θεατής μπορεί να κινηθεί ελεύθερα στον χώρο, να επιλέξει τι θα δει και με ποια σειρά, χωρίς να είναι απαραίτητο να παρακολουθήσει το σύνολο» δήλωσε αρχικά η δημιουργός.
«Η ταινία αποτελεί μια διαφορετική σύνθεση του ίδιου υλικού. Εδώ προέκυψε η ανάγκη να αναδομηθούν τα επεισόδια σε μια ενιαία αφήγηση με αρχή, μέση και τέλος, όπως επιβάλλει η ιδιαιτερότητα του κινηματογραφικού μέσου. Στο πλαίσιο αυτό ενσωματώθηκαν και στοιχεία από τα newsreels της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία δεν υπήρχαν στην εγκατάσταση. Παράλληλα, η ταινία περιλαμβάνει περισσότερες αναφορές στην ποπ κουλτούρα, διευρύνοντας το πεδίο των πολιτισμικών συσχετισμών. Στο βιβλίο, η κινούμενη εικόνα μεταφράζεται σε έντυπη μορφή. Αποτελείται από οκτώ τεύχη περιοδικού, τα οποία συγκεντρώνονται σε έναν ενιαίο τόμο. Για την έκδοση αυτή ζητήθηκε από συνεργάτες να γράψουν επιστολές-κείμενα, προσθέτοντας νέες φωνές γύρω από το αρχείο. Μέσα από αυτές τις συμβολές το υλικό αποκτά νέες αναγνώσεις. Άλλοι σχολιάζουν το ίδιο το έργο, άλλοι το αρχειακό υλικό, ενώ ορισμένοι γράφουν με αφορμή τους προσωπικούς συνειρμούς που εκείνο τους προκάλεσε. Με αυτόν τον τρόπο, το αρχείο ανοίγει σε περισσότερες οπτικές και διευρύνεται η ερμηνευτική του δυνατότητα».
Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΜΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑΤΙΚΗ. ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΚΑΤΙ, Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΑΖΕΙ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ. ΤΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ, ΕΠΟΜΕΝΩΣ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΣΤΑΘΕΡΗ ΣΗΜΑΣΙΑ, ΑΛΛΑ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΑΛΛΕΤΑΙ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΤΟ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΖΟΥΜΕ, ΚΑΘΕ ΘΕΑΣΗ ΣΥΓΧΡΩΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ Ο,ΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΗΔΗ ΔΕΙ, ΑΝΟΙΓΟΝΤΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ. – ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΓΕΓΗΣΙΑΝ
Στη συνέχεια, σε ερώτηση για τη διαδικασία της συνάντησης με ένα αρχείο αλλά και το πώς είναι να περιηγείται κανείς μέσα σε έναν τόσο μεγάλο όγκο εικόνων, η δημιουργός απάντησε πως η εμπειρία αυτή ξεκίνησε κατά την περίοδο της έρευνας που διεξήγαγε στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, η οποία διήρκησε περίπου έναν χρόνο. Παράλληλα, το 90% του οπτικοακουστικού αρχείου που εξετάστηκε δεν υπήρχε σε ψηφιακή μορφή, γεγονός που απαιτούσε από τους ερευνητές να εργαστούν απευθείας με τα πρωτότυπα υλικά. «Η πρόθεση ήταν αρχικά να διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε η ευρωπαϊκή ενοποίηση μέσα από τις αμερικανικές ειδήσεις. Ωστόσο, η διαδικασία σύντομα ξεπέρασε αυτό το πλαίσιο» εξήγησε η Αικατερίνη Γεγησιάν.
Κατά τους πρώτους έξι μήνες, η ίδια παρακολούθησε ένα προς ένα όλα τα newsreels, ενώ εξετάστηκαν οι αρχειακές κάρτες από το 1945 έως το 1957 για πέντε διαφορετικά στούντιο παραγωγής, αποκαλύπτοντας ένα τεράστιο θεματικό εύρος. Μέσα από αυτή τη διαδικασία αναδείχθηκαν οι θεματικές και οι αφηγηματικές δομές που αργότερα διαμόρφωσαν το έργο. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, ήταν η πρώτη που είδε το υλικό μετά από δεκαετίες. Η εμπειρία αυτή, συνδυαστικά με την αίσθηση της μοναξιάς και της ανακάλυψης, αποτέλεσε καθοριστικό στοιχείο στην ερευνητική της πορεία.
«Επειδή στη δουλειά μου με ενδιαφέρει το πώς κατασκευάζεται η ταυτότητα –είτε εθνική, είτε πολιτισμική, είτε έμφυλη– μέσα από την κινούμενη και φωτογραφική εικόνα, και επειδή εκείνη την περίοδο βρισκόμουν στον βορρά της Αγγλίας κατά την εποχή του Brexit, όπου βίωνα μια εχθρική συμπεριφορά, ήθελα να ερευνήσω και να καταλάβω αν υπάρχει τρόπος να σκεφτούμε από την αρχή την ιδέα της Ευρώπης, αν υπάρχει περιθώριο για μια νέα ευρωπαϊκή ταυτότητα. Όταν άρχισα να δουλεύω την ταινία ήμουν σίγουρη ότι ήθελα να δημιουργήσω κάτι που αποδομεί τη νέα τάξη πραγμάτων και τον τρόπο με τον οποίο η αμερικάνικη βιομηχανία κινηματογράφου έχει διαμορφώσει την εικόνα του κόσμου» σημείωσε σε ερώτηση για τους στόχους της ταινίας όπως αυτοί διαμορφώθηκαν στην πορεία.
Αμέσως μετά, η Αικατερίνη Γεγησιάν, μιλώντας για το έργο της, διευκρίνισε πως είναι κατά βάση αρχειακό, αλλά ταυτόχρονα ενσωματώνει και άλλες γλώσσες, όπως για παράδειγμα ο σουρεαλισμός, ενώ συγχρόνως τη συναρπάζει η επανάληψη. «Υπάρχουν πολλά στοιχεία στην ταινία που επαναλαμβάνονται συνεχώς –συγκεκριμένες εικόνες εμφανίζονται ξανά και ξανά– και αυτό σχετίζεται με τον τρόπο που κατανοούμε κάθε νέα εικόνα ή φωτογραφία. Η αντίληψή μας δεν είναι στατική. Κάθε φορά που βλέπουμε κάτι, η έννοιά του αλλάζει ανάλογα με το πλαίσιο αναφοράς. Το ντοκουμέντο, επομένως, δεν έχει μία σταθερή σημασία, αλλά η έννοιά του μεταβάλλεται κάθε φορά που το επανεξετάζουμε, κάθε θέαση συγχρωτίζεται με ό,τι έχουμε ήδη δει, ανοίγοντας διαφορετικές αναγνώσεις».
Τέλος, σε ερώτηση για τη διαχείριση του κινηματογραφικού χρόνου, η δημιουργός απάντησε ότι ξεκινά από τη δομή μιας ιδέας ή μιας ταυτότητας που είναι πολύμορφη, την οποία σταδιακά αποδομεί. «Σκεφτόμουν τα διαφορετικά επεισόδια –η Ευρωπαϊκή Ένωση, η ενέργεια, τα όπλα, οι γυναίκες και μετά όλοι οι άλλοι– ως μια σύνδεση όπου το ένα επεισόδιο οδηγεί στο άλλο. Η αφήγηση υπάρχει εκεί ως συγκολλητική ουσία, για να οργανώσει τα υλικά, να τα συνδέσει και να δημιουργήσει μια ροή που μετατρέπει τα επίκαιρα σε κάτι πέρα από το στιγμιαίο, σε μια ενιαία ιστορία» κατέληξε σχετικά.




