Γράφει η Πίτσα Στασινοπούλου για την Κουλτουρόσουπα
Αν κάποιος μου έλεγε ότι εν μέσω τηλεοπτικής βαρεμάρας στη μυθοπλασία, με σήριαλ που κινούνται από τη μετριότητα μέχρι τη σαβούρα, ξαφνικά θα συναντούσα κάποιο που μετά από πολλά χρόνια θα με έκανε να «κολλήσω», θα του απαντούσα ότι διαθέτει αρρωστημένη φαντασία και ίσως πρέπει να το κοιτάξει… Διότι όποιος «έχει καεί στον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι», που σημαίνει ότι μέσα στην υπερπληθώρα σειρών τα τελευταία χρόνια με άπειρες καλλιεργούμενες προσδοκίες, σχεδόν καμία δεν κατάφερε να τις επαληθεύσει κι ενώ στο ξεκίνημα σε ξεγελούν με την αίσθηση της «μεταξωτής κορδέλας», πολύ γρήγορα διαπιστώνεις ότι για πολλοστή φορά έπεσες σε «φύκια» και μοιραία όταν καίγεσαι από απανωτές διαψεύσεις, κοιτάς καχύποπτα ακόμα και το δροσερό γιαούρτι…
Βλέπεις ας πούμε θεαματικά τρέιλερ από σήριαλ με πομπώδεις υποσχέσεις για πανάκριβες παραγωγές, δυνατές μυθοπλασίες «εποχής», καταιγιστικές εξελίξεις που «κόβουν την ανάσα», μεγάλα ονόματα στο καστ, κινηματογραφικά γυρίσματα και λοιπές φανφάρες εντυπωσιασμού, για να καταλήξεις από το πρώτο- άντε δεύτερο επεισόδιο, ότι πρόκειται στην καλύτερη περίπτωση για «μία από τα (βαρετά) ίδια» που έχεις μπουχτίσει, σαν να βλέπεις σε διαρκή επανάληψη παραλλαγές των ίδιων κοινότυπων δραματικών ιστοριών με εμμονή στις δεκαετίες ’50-’60 που εγκαινίασαν οι «Μέλισσες» κι έκτοτε τηλεοπτικά μας στοιχειώνουν, φιλοδοξώντας την τότε επιτυχία με την πιασάρικη συνταγή… Χωρίς να αντιλαμβάνονται οι ανέμπνευστοι ότι γκώσαμε διάολε από τα στερεότυπα της εποχής και ότι αν κάποια στιγμή τα νοσταλγήσουμε, γιατί να επιλέξουμε τα κακέκτυπα των σήριαλ και όχι τα αυθεντικά του ελληνικού κινηματογράφου που αφθονεί στην τιβί;; Και να μη μιλήσουμε για τις ελάχιστες έως ανύπαρκτες κωμικές σειρές, που πιο… για κλάματα δεν γίνονται και φυσικά σε μισό τέρμινο λήγει άδοξα η καριέρα τους λόγω έλλειψης θεατών, καθότι «η ανοχή στην αηδία βλάπτει σοβαρά την ψυχική υγεία»…
Κατόπιν τούτων στο άνυδρο τηλεοπτικό τοπίο του μιμητισμού με τις ίδιες ανούσιες συνταγές, ποιος περίμενε αίφνης να προβάλλει μια παρήγορη όαση με τον τρυφερό τίτλο «Μπαμπά σ’ αγαπώ»…. Με καθόλου διαφημιστικές τυμπανοκρουσίες ώστε να καλλιεργηθεί η ανάλογη προσμονή, αντίθετα η σειρά έκανε την εμφάνισή της σεμνά και ταπεινά, σχεδόν αθόρυβα, σχεδόν ανεπαίσθητα, χωρίς καν την «επιβεβλημένη» προώθηση μέσω των εκπομπών του καναλιού, που ας πούμε για τη μπούρδα με το «Σόι» είχαν λυσσάξει… Εδώ απλά προβλήθηκαν ελάχιστα τρέιλερ χαμηλών τόνων (τα προλάβαμε- δεν τα προλάβαμε) και μάλλον τυχαία ένα βράδυ πέσαμε πάνω στο πρώτο επεισόδιο της νέας σειράς, που με «κεκτημένη» αδιαφορία από τα συνεχή φιάσκα είπαμε «δεν βαριέσαι, ας ρίξουμε μια ματιά, τόσες φόλες φάγαμε κι αποκτήσαμε ανοσία, ακόμα μια θα μας χαλάσει;; Τουλάχιστον όπως φαίνεται δεν θα ψυχοπλακωθούμε»…
Ωστόσο, από το πρώτο τέταρτο, «κάτι» έμοιαζε διαφορετικό… στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ελκυστικό… στο τελείωμα ένιωθες ότι ήταν λίγο κι αδημονούσες για περισσότερο… Επειδή όμως δεν είναι η πρώτη φορά που στην αρχή όλα μοιάζουν ειδυλλιακά και ακολουθεί τάχιστα η… κατραπακιά, είπαμε να συγκρατήσουμε τον ενθουσιασμό και να περιμένουμε τη συνέχεια με την καχυποψία- σχεδόν βεβαιότητα- ότι δεν μπορεί, κάπου κρύβεται η απογοήτευση κι οσονούπω θα αποκαλυφθεί για να επιβεβαιώσει ως συνήθως το πάγιο «άνθρακες ο θησαυρός», που βέβαια ουδόλως θα μας εξέπληττε, καθότι χρόνια μαθημένοι στο σκωτσέζικο ντουζ… Και ήρθε το δεύτερο, τρίτο, τέταρτο επεισόδιο και, ω του απίστευτου θαύματος, το αρχικό ενδιαφέρον όχι μόνο δεν έσκασε σαν φούσκα, αλλά αντίθετα εξελίχθηκε σε συνειδητό κόλλημα περιμένοντας με λαχτάρα τη συνέχεια! Κάτι που προσωπικά έχει να μου συμβεί από τις «Μέλισσες» (του πρώτου κύκλου) και φυσικά υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες εγκλεισμού και στέρησης, αν ενθυμείστε…
Ψάχνοντας τα «γιατί» οι απαντήσεις είναι ξεκάθαρες, αποδεικνύοντας ότι ΔΕΝ είναι η ακριβή παραγωγή, η σύνθετη σαν κουβάρι πλοκή, η θεαματική δράση, οι τραβηγμένοι από τα μαλλιά χαρακτήρες- καρικατούρες, οι εξωπραγματικές συνθήκες κλπ. που ελκύουν με συνέπεια την επιτυχία μιας σειράς, αλλά κάποιες ξεχασμένες αρετές όπως η αυθεντικότητα, η απλότητα του οικείου, οι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες, οι καταστάσεις που μπορείς να ταυτιστείς, οι ανεπιτήδευτες ερμηνείες, οι ειλικρινείς ιστορίες που αγγίζουν με την αλήθεια, το χιούμορ ή τη συγκίνησή τους, χωρίς να καταφεύγουν σε στημένα τερτίπια, γελοία καραγκιοζιλίκια, ανόητους σουρεαλισμούς ή εκβιασμούς συναισθήματος… Εδώ το συναίσθημα, άλλοτε ευφορίας κι άλλοτε συγκίνησης, προκύπτει με έναν υποδειγματικά αβίαστο τρόπο, σαν νερό πηγής που κυλά και νιώθεις τους ήρωες γήινους, ρεαλιστικούς, καθημερινούς, σαν δικούς σου ανθρώπους με κοινά βιώματα…
Ξεκινώντας από το σενάριο του Γιώργου Φειδά, που ίσως πρώτη φορά πρωταγωνιστεί ο πατρικός ρόλος σε αντίθεση με τον χιλιοειπωμένο κλισέ μητρικό, πρόκειται για τις ιστορίες τριών νεαρών πατεράδων και τις ιδιαίτερες σχέσεις με τα παιδιά τους, εντάσσοντας καθέναν σε εντελώς διαφορετικό εργασιακό- οικογενειακό- συναισθηματικό περιβάλλον, με κοινό τόπο συνάντησης και γνωριμίας τον παιδικό σταθμό… Τρεις άριστα δομημένοι, υπαρκτοί χαρακτήρες με καθαρή ταυτότητα, ξεχωριστές ζωές, προσωπικά προβλήματα, ενωμένοι με ευφάνταστη, ρεαλιστική πλοκή και συνδετικό κρίκο τη φροντίδα των παιδιών τους, πασχίζοντας να διαχειριστούν λογής ευτράπελα ή οδυνηρές απώλειες, αναποδιές, απρόβλεπτα μπλεξίματα, άγνοια, ανευθυνότητα ή γενικώς καταστάσεις απόλυτα οικείες της σύγχρονης καθημερινότητας από την οπτική του πατέρα με ενεργό γονεϊκό ρόλο… Γεγονός που, πέραν του ότι ανατρέπει το γνωστό στερεότυπο, φωτίζει πολύ προσεγμένα, συναισθηματικά και συνάμα απολαυστικά αυτή την ιδιαίτερη ανδρική πτυχή με ευρύτερες κοινωνικές προεκτάσεις για τον οικογενειακό πυρήνα…
Πέραν τούτων, δεν γίνεται να μη σε κερδίσουν η σφιχτή, καλοδουλεμένη σκηνοθεσία του Νίκου Κρητικού με τους γρήγορους ρυθμούς, τα άφθονα εξωτερικά γυρίσματα, τις λυρικές αφηγήσεις, καθώς και οι αληθοφανείς γεμάτοι φυσικότητα διάλογοι, οι απρόσμενες ανατροπές με στοιχεία σασπένς, οι ενδιαφέρουσες εναλλαγές των χαρακτήρων σε μια πλοκή ελκυστική και βέβαια οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων ανεξαιρέτως, μικρών και μεγάλων, καθότι ειδικά τα τρία μικρά παιδιά ως συνήθως κλέβουν τις εντυπώσεις, με τον γλύκα «Βικτωράκο» να αναδεικνύεται σε σούπερ αστεράκι! Ενώ τα τρία «μπαμπαδάκια», ήτοι Αναστάσης Ροϊλός, Μιχάλης Βαλάσογλου και Βασίλης Μηλιώνης, «κεντούν» τους ρόλους τους με ψιλοβελονιά σε ερμηνείες υποδειγματικές με διαρκή ισορροπία μεταξύ χιούμορ και συγκίνησης, κατακτώντας τον θεατή με την αυθεντικότητά τους…και ειδικά για τον Ροϊλό, που πρώτη φορά τον συναντούμε τηλεοπτικά σε κωμωδία, πρέπει να πούμε ότι του πάει πολύ και κακώς δεν επένδυσε μέχρι τώρα στο είδος!
Ιδού λοιπόν ένα εξαιρετικό δείγμα μυθοπλασίας, που χωρίς τρελές δαπάνες, ρετρό εμμονές, σκοτεινά δράματα και λοιπές φανφάρες, προσφέρει με τρόπο τρυφερό, φωτεινό, ρεαλιστικό ουσιαστική απόλαυση με πληθώρα συναισθημάτων, αναδεικνύοντας τον θησαυρό της απλότητας, τόσο δύσκολης τελικά… Συνεχίστε έτσι κι ευχαριστούμε για την όαση στην έρημο της τηλεοπτικής ευτέλειας! Που όπως βλέπετε στα νούμερα, ξέρουμε και να την διακρίνουμε και να την επιβραβεύουμε!












