Τι συμβαίνει όταν η ανθρώπινη εμπειρία παύει να θεωρείται βίωμα και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως «σφάλμα» προς διόρθωση; Ο Νίκος Νικητόγλου δεν είναι μια τυπική περίπτωση δημιουργού. Με ένα στιβαρό ακαδημαϊκό υπόβαθρο στις Διεθνείς Σχέσεις και την Ευρωπαϊκή Πολιτική (Πάντειο, Brunel University), θα περίμενε κανείς να τον συναντήσει σε κάποιο think tank ή στα έδρανα ενός πανεπιστημίου. Ωστόσο, η δική του «Οδύσσεια» τον οδήγησε από τη θεωρία των διεθνών σχέσεων στη λογοτεχνία («Τρικυμία εν Κρανίω») και πλέον στον κινηματογράφο και το θέατρο.
Σήμερα, από τη Θεσσαλονίκη και το Τμήμα Κινηματογράφου του ΑΠΘ, ο Νικητόγλου καταθέτει την «Πλατφόρμα» – μια παράσταση που ανεβαίνει στο Θέατρο Αυλαία σε σκηνοθεσία Νικόλα Μαραγκόπουλου.
Με αφορμή αυτό το έργο, ο συγγραφέας μιλά στο Kulturosupa για την «ψηφιακή λήθη», την κόπωση της σύγχρονης ύπαρξης και το κατά πόσο το μαύρο χιούμορ είναι η μόνη μας άμυνα απέναντι σε έναν κόσμο που υπόσχεται ασφάλεια με αντάλλαγμα τη μνήμη μας.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
-Κύριε Νικήτογλου, «Η Πλατφόρμα» πραγματεύεται την ψηφιακή λήθη ως «λύση» στον ανθρώπινο πόνο. Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να γράψετε για μια δυστοπία όπου το τραύμα θεωρείται… δυσλειτουργικό;
Καταρχάς, θα έκανα μια μικρή διόρθωση στο πλαίσιο της ερώτησης. Η Πλατφόρμα δεν γράφτηκε ως έργο για την ψηφιακή λήθη ούτε ως μια κλασική δυστοπία. Το αρχικό κείμενο, με τίτλο Unsubscribe, δεν ξεκίνησε από την τεχνολογία, αλλά από την ανθρώπινη κόπωση — από την αίσθηση ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι δεν αναζητούν πια απαντήσεις, αλλά ανακούφιση.
Η τεχνολογική συνθήκη λειτουργεί ως πλαίσιο, όχι ως θέμα. Αυτό που με απασχόλησε ήταν η στιγμή όπου ο πόνος, η μνήμη και η συναισθηματική ένταση αρχίζουν να αντιμετωπίζονται όχι ως εμπειρίες, αλλά ως δυσλειτουργίες προς διόρθωση. Η επιλογή του ήρωα να εισέλθει εθελοντικά σε ένα σύστημα «αποφόρτισης» είναι κρίσιμη, γιατί μετατοπίζει την ευθύνη από έναν εξωτερικό μηχανισμό στον ίδιο τον άνθρωπο.
Η θεατρική Πλατφόρμα είναι μια σκηνική διασκευή του αρχικού κειμένου από τον Νικόλα Μαραγκόπουλο, η οποία ανέδειξε και μετέφρασε θεατρικά αυτή τη συνθήκη. Το έργο δεν προτείνει λύσεις ούτε χαρακτηρίζει το τραύμα ως πρόβλημα προς εξάλειψη. Θέτει, αντίθετα, το ερώτημα αν μια ζωή χωρίς βάρος μπορεί τελικά να παραμείνει ανθρώπινη.
-Έχετε ένα πολύ ενδιαφέρον υπόβαθρο στις Διεθνείς Σχέσεις και την Ευρωπαϊκή Πολιτική. Πόσο επηρέασε η ακαδημαϊκή σας ματιά τη συγγραφή ενός έργου που μιλά για τον έλεγχο της συνείδησης και την αλγοριθμική διόρθωση της ζωής;
Οι σπουδές μου στις Διεθνείς Σχέσεις και την Ευρωπαϊκή Πολιτική δεν λειτούργησαν ως θεωρητικό πλαίσιο για τη συγγραφή του έργου, ούτε ως φίλτρο ανάλυσης. Αν είχαν άμεση επίδραση, αυτή βρίσκεται περισσότερο στην καχυποψία απέναντι στις «καθαρές» λύσεις και στα συστήματα που υπόσχονται ισορροπία, τάξη και ασφάλεια με αντάλλαγμα την απλοποίηση της ανθρώπινης εμπειρίας.
Το κείμενο δεν γράφτηκε για τον έλεγχο της συνείδησης ή την αλγοριθμική διόρθωση της ζωής, αλλά για την ανθρώπινη επιθυμία να ανακουφιστεί από το βάρος της συνεχούς επιλογής, της μνήμης και της ευθύνης. Αν υπάρχει μια πολιτική διάσταση, αυτή δεν είναι δομική ή ιδεολογική, αλλά υπαρξιακή: τι συμβαίνει όταν αρχίζουμε να αντιμετωπίζουμε τη δυσφορία όχι ως εμπειρία, αλλά ως σφάλμα;
-Στο έργο, η «Πλατφόρμα» υπόσχεται μια ζωή χωρίς πόνο, αλλά με τίμημα την επανάληψη. Πιστεύετε ότι η σύγχρονη ψηφιακή εποχή μάς ωθεί όντως σε μια τέτοια «ασφαλή» αλλά κενή ύπαρξη;
Δεν θα το απέδιδα αποκλειστικά στην ψηφιακή εποχή, ούτε θα μιλούσα για μια ενιαία κατεύθυνση προς μια «κενή» ύπαρξη. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η κόπωση που παράγει η διαρκής απαίτηση για εγρήγορση, αυτοβελτίωση και συναισθηματική διαχείριση. Η επανάληψη στην Πλατφόρμα δεν λειτουργεί ως τιμωρία, αλλά ως υπόσχεση σταθερότητας — μια μορφή ασφάλειας που ανακουφίζει, ακριβώς επειδή μειώνει την ανάγκη για επιλογή.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η τεχνολογία μάς οδηγεί σε μια «κενή» ζωή, αλλά αν εμείς οι ίδιοι αρχίζουμε να επιθυμούμε αυτή την απλοποίηση. Αν, σε έναν κόσμο γεμάτο ένταση και υπερπληροφόρηση, η απουσία πόνου και τριβής γίνεται πιο ελκυστική από την εμπειρία. Η Πλατφόρμα δεν παίρνει θέση. Παρατηρεί αυτή την επιθυμία και αφήνει ανοιχτό το αν η ασφάλεια μπορεί να υποκαταστήσει τη μνήμη και τη δυνατότητα επιλογής.
-Το κείμενο χαρακτηρίζεται από μαύρο χιούμορ και ειρωνεία. Είναι αυτός ο μοναδικός τρόπος για να αντέξουμε την αλήθεια μιας ψηφιακής δυστοπίας;
Δεν θα έλεγα ότι το μαύρο χιούμορ και η ειρωνεία λειτουργούν ως τρόπος «αντοχής» απέναντι σε μια ψηφιακή δυστοπία, κυρίως γιατί το έργο δεν γράφτηκε ως δυστοπία. Το χιούμορ, για μένα, δεν είναι άμυνα ούτε παρηγοριά. Είναι ένας τρόπος να δημιουργηθεί απόσταση — να κοιτάξουμε κάτι που μας αφορά άμεσα χωρίς να το φορτίσουμε συναισθηματικά από την αρχή.
Η ειρωνεία επιτρέπει στο έργο να μην πάρει θέση, να μην καταγγείλει, αλλά να παρατηρήσει. Να αφήσει τον θεατή να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα σε μια συνθήκη που είναι οικεία, όχι εξωτική ή μελλοντική. Αν υπάρχει μια «αλήθεια» εδώ, δεν είναι αυτή της τεχνολογίας, αλλά της ανθρώπινης κόπωσης και της ανάγκης να απλοποιήσουμε τη ζωή μας. Το χιούμορ λειτουργεί απλώς ως ρωγμή — όχι ως λύση.
– Πώς ήταν η συνεργασία με τον σκηνοθέτη Νικόλα Μαραγκόπουλο; Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για έναν συγγραφέα να εμπιστεύεται το κείμενό του στη δραματουργική ματιά ενός άλλου δημιουργού;
Η συνεργασία πάνω σε ένα κείμενο δεν μου ήταν άγνωστη εμπειρία· στο σινεμά μαθαίνεις σχετικά νωρίς ότι, αν «ερωτευτείς» το σενάριό σου, δύσκολα θα αντέξεις τη διαδικασία. Οι αλλαγές, οι προσθήκες και οι προσαρμογές δεν είναι εξαίρεση, αλλά μέρος της ίδιας της δημιουργίας.
Παρ’ όλα αυτά, για μένα η Πλατφόρμα ήταν μια ιδιαίτερη εμπειρία, γιατί ήταν η πρώτη φορά που έγραψα για το θέατρο. Το αρχικό draft είχε έντονα ατμοσφαιρικά και κινηματογραφικά στοιχεία — προφανώς, κουβαλούσα ακόμη την ψευδαίσθηση ότι κάπου θα υπάρξει μοντάζ. Πολύ γρήγορα, όμως, χρειάστηκε να «προσγειωθώ» στη θεατρική πραγματικότητα, όπου ο ρυθμός, ο χρόνος και η παρουσία του σώματος λειτουργούν διαφορετικά.
Ο Νικόλας, με την ηθοποιοκεντρική του ματιά, δούλεψε σε βάθος με τους ηθοποιούς της παράστασης — τη Στέλλα, τον Χρήστο, τον Μιχάλη και τον Βασίλη — μέσα από μια απαιτητική προπαρασκευαστική διαδικασία. Δεν ήταν εύκολη, αλλά ήταν καθοριστική. Για μένα, ήταν ένα πολύτιμο μάθημα για το πώς ένα κείμενο μπορεί να μετασχηματιστεί ώστε να σταθεί ζωντανό πάνω στη σκηνή.
-Ως δημιουργός και ένας εκ των παραγωγών της παράστασης, ποιο ήταν το μεγαλύτερο στοίχημα που θέσατε για το ανέβασμα της «Πλατφόρμας»;
Το ζήτημα για μένα τέθηκε λιγότερο σε όρους παραγωγικού ρίσκου και περισσότερο σε όρους συλλογικής δημιουργικής ευθύνης. Το μεγαλύτερο στοίχημα για το ανέβασμα της Πλατφόρμας ήταν να μπορέσει το έργο να σταθεί στη σκηνή χωρίς να «εξηγείται» ή να καθοδηγεί τον θεατή ως προς το πώς πρέπει να διαβαστεί. Να διατηρήσει την αμφισημία και τον ρυθμό του, χωρίς να φορτωθεί με ερμηνευτικές ετικέτες.
Σε αυτό συνέβαλαν καθοριστικά όλοι οι συντελεστές της παράστασης, και ιδιαίτερα η δραματουργική και σκηνοθετική προσαρμογή του Νικόλα. Η μετάφραση του αρχικού κειμένου σε σκηνική πράξη ήταν μια σύνθετη διαδικασία, που απαιτούσε συνεχείς επιλογές, αφαιρέσεις και μετατοπίσεις. Το στοίχημα ήταν να παραμείνει το υλικό ζωντανό και ανοιχτό, εμπιστευόμενο τους ηθοποιούς και τη σκηνική παρουσία, χωρίς να χάνει τον πυρήνα του.
-Από την «Οδύσσεια του μικρού Sayid» το 2016 μέχρι σήμερα, βλέπουμε μια θεματολογία που ακουμπά σε έντονα κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματα. Ποια είναι η προσωπική σας «εμμονή» ως συγγραφέας;
Δεν θα το έλεγα «εμμονή», με την έννοια μιας σταθερής θεματικής. Με ενδιαφέρει περισσότερο η μετατόπιση — η δοκιμή διαφορετικών φορμών, μέσων και τρόπων αφήγησης. Δεν με απασχολεί ιδιαίτερα η καθαρότητα ενός είδους ή η συνέπεια σε ένα συγκεκριμένο ύφος.
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή των τελευταίων δέκα χρόνων υπήρξαν πολλές απογοητεύσεις, αστοχίες και αποτυχίες. Κείμενα που δεν προχώρησαν, ιδέες που δεν βρήκαν χώρο, επιλογές που δεν δικαιώθηκαν. Παρ’ όλα αυτά, δεν σταμάτησα να προσπαθώ ή να πειραματίζομαι. Η αποτυχία δεν λειτούργησε ως φρένο, αλλά ως μέρος της διαδικασίας. Αν κάτι επιστρέφει σταθερά στη δουλειά μου, είναι η ανάγκη να ρισκάρω — ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να μη βολευτώ ποτέ σε μια ασφαλή φόρμα ή σε μια «ταυτότητα» που λειτουργεί.
-Η παράσταση θέτει το ερώτημα: «Τι είναι αυτό που μας κάνει τελικά ανθρώπους;». Μετά τη συγγραφή αυτού του έργου, καταλήξατε σε μια δική σας απάντηση;
Αν κατέληγα σε μια καθαρή απάντηση, το έργο θα είχε αποτύχει για μένα. Η συγγραφή της Πλατφόρμας δεν λειτούργησε ως πορεία προς ένα συμπέρασμα, αλλά ως άνοιγμα ενός ερωτήματος που παραμένει ενεργό.
Αυτό που έγινε πιο σαφές στη διάρκεια της διαδικασίας δεν ήταν το τι μας κάνει ανθρώπους, αλλά το πόσο εύκολα είμαστε διατεθειμένοι να απλοποιήσουμε αυτή την έννοια όταν κουραζόμαστε. Να ανταλλάξουμε τη μνήμη, την ευθύνη ή την ένταση με την υπόσχεση της ηρεμίας. Αν υπάρχει κάτι που κρατώ, είναι ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν ορίζεται από την απουσία πόνου ή σύγκρουσης, αλλά από την ικανότητα να παραμένουμε μέσα σε αυτά χωρίς να τα διαγράφουμε. Το έργο δεν απαντά — και δεν θα ήθελα να απαντήσει. Αφήνει τον θεατή με το ίδιο ερώτημα.
-Ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Αλεξάνδρειας και με σπουδές στον Κινηματογράφο, πόσο «κινηματογραφικά» προσεγγίζετε τη συγγραφή ενός θεατρικού έργου;
Δεν ξέρω αν είναι κινηματογραφική η γραφή μου· πάντως σίγουρα, στο πρώτο draft, δεν ήταν θεατρική. Στο αρχικό κείμενο υπήρχαν πολλές σκηνικές οδηγίες για αλλαγές στις φωτιστικές συνθήκες, ηχητικά εφέ, αντικείμενα και κινησιολογίες — ίσως περισσότερες απ’ όσες αντέχει ένα θεατρικό κείμενο. Σε κάποιο βαθμό, γράφω πάντα και για μια «παράσταση» που παίζεται πρώτα στο μυαλό μου.
Παράλληλα, κουβαλάω και λογοτεχνικά «βαρίδια» από το παρελθόν μου — ρυθμούς, εικόνες και τρόπους αφήγησης που έρχονται από τη γραφή στη σελίδα. Όλα αυτά, όμως, αφορούν το αρχικό υλικό. Η Πλατφόρμα που θα δει ο θεατής δεν είναι κάτι που «έγραψα» όπως παρουσιάζεται, αλλά η συνέχεια και η μεταμόρφωση εκείνου του πρώτου κειμένου μέσα από μια συλλογική διαδικασία. Το θέατρο είναι κατεξοχήν συλλογική τέχνη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, κάθε συντελεστής έφερε τη δική του ματιά και τις δικές του λύσεις, και νομίζω ότι αυτό λειτούργησε σε πολύ καλό βαθμό.
-Το έργο ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Αυλαία, στη Θεσσαλονίκη. Ποια είναι η σχέση σας με το θεατρικό κοινό της πόλης και τι περιμένετε να «εισπράξει» ο θεατής φεύγοντας από την αίθουσα;
Η σχέση μου με το θεατρόφιλο κοινό της Θεσσαλονίκης δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί με την κλασική έννοια. Τα πρώτα μου χρόνια στην πόλη, η επαφή μου με τη ζωντανή σκηνική έκφραση πέρασε περισσότερο μέσα από την κοινότητα του stand-up και των open mic, χώρους που μπορεί να μην ονομάζονται «θέατρο», αλλά λειτουργούν τελείως θεατρικά. Πρόκειται για μια κοινότητα που δουλεύει με συνέπεια και επιμονή, όπου το υλικό δοκιμάζεται μπροστά σε κοινό χωρίς καμία διαμεσολάβηση. Εκεί, η αποτυχία δεν κρύβεται, αλλά ενσωματώνεται στη διαδικασία.
Σε ό,τι αφορά την Πλατφόρμα και τη συνάντησή της με το κοινό, αν καταφέρει να αφήσει τον θεατή με κάτι που δεν τακτοποιείται αμέσως — μια σκέψη, μια ενόχληση, μια μικρή καθυστέρηση πριν επιστρέψει στην καθημερινότητα — τότε θα έχει πετύχει τον σκοπό της.
-Η «Πλατφόρμα» προσφέρει τη λήθη. Εσείς προσωπικά, θα θυσιάζατε ποτέ τις επώδυνες αναμνήσεις σας για μια ανέφελη καθημερινότητα;
Το ερώτημα αυτό, για μένα, δεν αφορά μια προσωπική επιλογή ή ένα υποθετικό δίλημμα. Η Πλατφόρμα δεν «προσφέρει» τη λήθη ως λύση, ούτε με ενδιαφέρει να απαντήσω αν θα θυσίαζα ή όχι τις αναμνήσεις μου. Αυτό που με απασχολεί είναι το πότε και το γιατί ένα τέτοιο ενδεχόμενο αρχίζει να μοιάζει ελκυστικό. Το έργο δεν μιλά για την επιθυμία να ξεχάσουμε τον πόνο, αλλά για την κόπωση που μας οδηγεί να φανταζόμαστε τη λήθη ως ανακούφιση. Σε αυτή τη μετατόπιση, οι επώδυνες μνήμες παύουν να είναι απλώς βάρος και γίνονται κάτι που διαπραγματευόμαστε. Η Πλατφόρμα δεν ζητά από τον θεατή να διαλέξει. Τον φέρνει αντιμέτωπο με το γεγονός ότι, σε ορισμένες συνθήκες, η ίδια η ερώτηση αρχίζει να ακούγεται λογική.
-Η εταιρεία θεάτρου «αντίqρηση» φαίνεται να επιλέγει έργα με ισχυρό κοινωνικό προβληματισμό. Ποιο είναι το όραμά σας για τη συνέχεια αυτής της ομάδας;
Δεν θα ήθελα να μιλήσω εκ μέρους της εταιρείας ή να περιγράψω το όραμά της — αυτό ανήκει στη Δόμνα και τον Νικόλα. Από τη δική μου θέση, όμως, είχα την τύχη να τους ζήσω πολύ κοντά αυτή την περίοδο και να συνεργαστούμε σε βάθος. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι έχουν δημιουργήσει έναν εξαιρετικά ζεστό και ανοιχτό χώρο δουλειάς, με βαθιά πίστη στη Θεσσαλονίκη και στο δυναμικό της. Είναι άνθρωποι που αγαπούν πραγματικά το θέατρο — και αυτό φαίνεται τόσο στις επιλογές τους όσο και στον τρόπο που δουλεύουν με τους ανθρώπους γύρω τους. Το ότι είναι και οι δύο παιδαγωγοί δεν είναι τυχαίο· η σχέση τους με το θέατρο έχει διάρκεια, φροντίδα και ευθύνη.
-Στο έργο δεν υπάρχει επιστροφή από την ψηφιακή δυστοπία. Είστε απαισιόδοξος για το μέλλον της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης στην εποχή του απόλυτου ψηφιακού αποτυπώματος;
Πιστεύω ότι το ζήτημα δεν τίθεται σε όρους αισιοδοξίας ή απαισιόδοξίας για το μέλλον, αλλά στο πως το έργο παρατηρεί μια συνθήκη ήδη παρούσα. Η Πλατφόρμα δεν μιλά για ένα αύριο χωρίς επιστροφή, αλλά για μια εμπειρία που ήδη αναγνωρίζουμε στο παρόν: την κόπωση που γεννά η διαρκής έκθεση, η καταγραφή και η ανάγκη να είμαστε συνεχώς διαθέσιμοι.
Αυτό που με απασχολεί δεν είναι αν «χάνεται» η ανθρώπινη αλληλεπίδραση, αλλά πώς αλλάζει ο τρόπος που σχετιζόμαστε όταν η μνήμη, η εμπειρία και η παρουσία αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως δεδομένα προς διαχείριση. Το έργο δεν προτείνει έξοδο ούτε καταλήγει σε συμπέρασμα. Παρατηρεί αυτή τη συνθήκη και αφήνει τον θεατή να σταθεί απέναντί της, χωρίς να του υποδείξει αν πρέπει να είναι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος.
-Πώς συνδέεται το πρώτο σας βιβλίο «Τρικυμία εν Κρανίω» με την ατμόσφαιρα της «Πλατφόρμας»; Υπάρχει μια κοινή αισθητική γραμμή ανάμεσά τους;
Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει μια ενιαία αισθητική γραμμή ανάμεσα στο Τρικυμία εν Κρανίω και την Πλατφόρμα. Το βιβλίο γράφτηκε ως ένα πορτρέτο ανθρώπων που μένουν πίσω στην Αθήνα το καλοκαίρι — άφραγκοι, εγκλωβισμένοι σε μια πόλη που αδειάζει, την ίδια στιγμή που γύρω τους εκτυλίσσεται μια σχεδόν εμμονική απόβαση προς τις Κυκλάδες. Η ατμόσφαιρά του είναι έντονα αστική και χρονικά προσδιορισμένη.
Το μόνο σημείο ουσιαστικής συγγένειας βρίσκεται στον τρόπο κατασκευής. Το Τρικυμία εν Κρανίω αναπτύσσεται μέσα από παραληρηματικούς μονολόγους, έναν ανά κεφάλαιο, και κάτι από αυτή τη λογική επιμένει και στην Πλατφόρμα. Υπάρχουν μονολογικά μέρη που δουλεύτηκαν με παρόμοια «υλικά»: ρυθμό, επανάληψη, εσωτερική πίεση. Περισσότερο από αισθητική συνέχεια, πρόκειται για μια συγγραφική συνήθεια που μεταφέρεται από το ένα έργο στο άλλο, προσαρμοσμένη όμως σε τελείως διαφορετικό περιβάλλον και συνθήκη.
– Μετά την πρεμιέρα στις 16 Φεβρουαρίου, ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας; Υπάρχει κάποιο νέο κείμενο ή κινηματογραφικό project στα σκαριά;
Μετά την πρεμιέρα, το ενδιαφέρον μου στρέφεται κυρίως στη συνεργασία με νέους δημιουργούς. Έχω αναλάβει την παραγωγή δύο πτυχιακών εργασιών του Τμήματος Κινηματογράφου: Το Κάστρο της Στέλλας Καραγιάννη, που προγραμματίζεται να γυριστεί τον Απρίλιο, και το So Far, So Good του Αλέξανδρου Ευρυπίδου, με γυρίσματα τον Δεκέμβριο του 2026.
Παράλληλα, το Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Αλεξάνδρειας, από τις 13 έως τις 20 Σεπτεμβρίου, απαιτεί αρκετή δουλειά, με νέα διαγωνιστικά τμήματα και έναν σχεδιασμό που επεκτείνεται με προβολές σε όλο τον Νομό Ημαθίας. Είναι μια διαδικασία που κρατά σε εγρήγορση και δεν αφήνει πολλά περιθώρια αδράνειας. Κατά τα λοιπά, υπάρχουν και κάποια πιο πεζά σχέδια: να περάσω τα εργαστήρια του τμήματος Κινηματογράφου στα οποία κόπηκα όσο έγραφα την Πλατφόρμα. Κι αυτά, μέρος της συνέχειας είναι.
ΑΥΛΑΙΑ
«Η πλατφόρμα» του Νίκου Νικήτογλου.
Πρεμιέρα: Δευτέρα 16/02

Μια μητέρα που μετανάστευσε από την πρώην Σοβιετική Ένωση και οι δύο γιοι της προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε δύο πατρίδες που μοιάζουν εξίσου ξένες.
Σκηνοθεσία: Νικόλας Μαραγκόπουλος. Ερμηνεύουν: Νίκος Νικήτογλου, Νικόλας Μαραγκόπουλος, Βασίλης Βασιλείου, Στέλλα Νικολαΐδου κ.ά.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:30 (έως 17/03)
)Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ








