«30 χρόνια στη σκηνή: Αναζητώντας την “παρθενικότητα” σε κάθε νέο υλικό»
Υπάρχουν δημιουργοί που το όνομά τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αισθητική ταυτότητα μιας ολόκληρης πόλης. Ο Απόστολος Αποστολίδη ανήκει σε αυτή τη σπάνια κατηγορία. Με μια πορεία που μετρά δεκαετίες και «κουβαλά» το βάρος των μεγάλων κλασικών —από τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή μέχρι τον Μπρεχτ και τον Μπέκετ— ο έμπειρος σκηνογράφος και σκηνοθέτης παραμένει ένας ακάματος εργάτης της σκηνής.
Μόνιμος συνοδοιπόρος του Παύλου Δανελάτου και ψυχή εμβληματικών σχημάτων όπως το «Angelus Novus» και η «Λύκη Βυθού», έχει καταφέρει να μετατρέψει τη σκηνογραφία από μια απλή πλαισίωση σε έναν ζωντανό, αναπνέοντα οργανισμό. Από τα μεγάλα ΔΗΠΕΘΕ και τις βραβευμένες παραστάσεις αρχαίου δράματος, μέχρι τις πειραματικές σκηνές της Θεσσαλονίκης, η ματιά του παραμένει πάντα διεισδυτική: ένας συνδυασμός χειροποίητης αυθεντικότητας και σύγχρονης αφαίρεσης.
Σήμερα, με αφορμή την παράσταση «Ο Νανουριστής», μας ανοίγει τα χαρτιά του. Μιλά για τη «μάχη» με την ύλη, την εξέλιξη της τέχνης του από το χθες στο σήμερα, τη σχέση του με τους νέους ηθοποιούς και το πώς ένας χώρος μπορεί να ψιθυρίσει μια ιστορία πριν καν ακουστεί η πρώτη ατάκα. Μια συζήτηση με έναν άνθρωπο που ξέρει καλύτερα από τον καθένα ότι στο θέατρο, όπως και στη ζωή, ο χώρος που επιλέγουμε να υπάρχουμε, ορίζει τελικά και το ποιοι είμαστε.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα

Έχετε «ντύσει» σκηνογραφικά τα σπουδαιότερα έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Τι κουβαλάει η σκηνογραφία ενός σύγχρονου έργου από την αφαίρεση και το μέγεθος της αρχαίας τραγωδίας;
Πιστεύω ότι είναι το μέτρο. Αυτό δηλαδή που σημασιοδοτεί το ελάχιστο και αποτρέπει τη φλυαρία του περιττού.
Ζείτε και δημιουργείτε στη Θεσσαλονίκη. Πόσο επηρεάζει την αισθητική σας η «σκουριά», το μπετόν και η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα αυτής της πόλης;
Αν και συνήθως δεν είναι άμεσα ορατή, είναι βέβαιο ότι η γενέθλια πόλη (πόσο μάλλον μια πόλη με ρίζες βαθιά στο χρόνο, άλλοτε κέντρο ώσμωσης πολιτισμών με εμφανή τα αποτυπωματά τους όπως η Θεσσαλονίκη), ασκεί επιρροή στη σκηνογραφία μου. Άλλωστε σειρά έργων στα οποία συμμετείχα παραστάθηκαν σε χώρους της πόλης που απείχαν πολύ από αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως κλασσική θεατρική σκηνή, χώροι που η δική τους ατμόσφαιρα και ιστορία συνέβαλαν αποφασιστικά στην όψη και ατμόσφαιρα της κάθε παράστασης περιορίζοντας τη σκηνογραφική παρέμβαση στα απολύτως αναγκαία ώστε ο χώρος να αποτελεί αδιάσπαστη ενότητα με το όλον αλλά και προϋπόθεση των δρώμενων.
Ξεκινήσατε σε μια εποχή που η σκηνογραφία βασιζόταν περισσότερο στη χειροποίητη κατασκευή και τη ζωγραφική εκτέλεση. Σήμερα, με την κυριαρχία του βίντεο-mapping και των ψηφιακών μέσων, νιώθετε ότι ο «φυσικός» χώρος έχει χάσει τη δύναμή του ή παραμένει η αδιαπραγμάτευτη βάση του θεάτρου;
Ο χρόνος ρέει, οι εποχές αλλάζουν αλλά αυτό δεν συμβαίνει κατά την άποψη μου ερήμην του παρελθόντος. Ο,τι νέο προβάλλει έχει τη ρίζα του σε ένα κάποιο παρελθόν ή συνδιαλέγεται με αυτό. Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας ήταν μοιραίο να συναντηθεί με την πανάρχαια τέχνη του θεατρου και να εμπλουτίσει με νέες τεχνικές δυνατότητες τη σκηνική πράξη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αυτή μπορεί να λειτουργεί αυτάρεσκα ή και ως πανάκεια για ποικίλους λόγους (οικονομικούς, αισθητικούς, συρμού κ.λ.π.) κάτι που το συναντάμε πολύ συχνά πια στις θεατρικές παραστάσεις που από το φόβο μήπως γίνουν ανιαρές υπακούουν στην αδιάκοπη εναλλαγή εικόνων που με ευκολία αυτή τους προσφέρει. Είμαι υπέρ των νέων δυνατοτήτων και της εφαρμογής τους στο θέατρο, εφόσον αυτές συνδέονται οργανικά με το σύνολο στο μέτρο που το εξυπηρετούν και το προάγουν.
Παλαιότερα το σκηνικό συχνά λειτουργούσε ως μια εντυπωσιακή «εικονογράφηση» του έργου. Στις σύγχρονες δουλειές σας πόσο έχει μετατοπιστεί το κέντρο βάρους σας από το να «δείξετε» έναν χώρο, στο να δημιουργήσετε μια «εμπειρία» ή ένα συναίσθημα μέσα από την αφαίρεση;
Ήμουν πάντα της άποψης ότι ο σκηνικός χώρος θα πρέπει να αναπνέει και να αποπνέει την δύναμη του λόγου και της ανάσας των ηθοποιών γιατί αυτά κατ´εμέ δημιουργούν τη συναισθηματική εμπλοκή του θεατή, τη συγ-κίνηση και εν τέλει την όποια εμπειρία. Μόνον τα αναγκαία και απολύτως λειτουργικά για την κάθε παράσταση σκηνογραφικά και ενδυματολογικά στοιχεία είναι αρκετά αρκεί να υπηρετούν τη σκηνοθετική σύλληψη και να νοηματοδοτούν το έργο και κατά συνέπεια την υπαρξή τους.
Έχοντας σκηνογραφήσει από κλασικούς τραγικούς μέχρι σύγχρονους ανατρεπτικούς συγγραφείς, ποια υλικά ή σκηνογραφικές φόρμες που χρησιμοποιούσατε παλιά θεωρείτε πλέον «ξεπερασμένες» και ποια στοιχεία παραμένουν για εσάς αναλλοίωτα και διαχρονικά σε κάθε σας πρότζεκτ;
Θα έλεγα ότι δεν υπάρχουν ξεπερασμένες φόρμες και υλικά αλλά ξεπερασμένες χρήσεις. Δεν αποκλείω κανένα σκηνογραφικό στοιχείο, υλικό ή φόρμα που θα νοηματοδοτούσε το περιεχόμενο που καλείται να οπτικοποιήσει αρκεί να αποτελεί αναγκαίο συστατικό και αναπόσπαστο στοιχείο της εκάστοτε παράστασης.
Έχετε περάσει και από την καρέκλα του σκηνοθέτη (π.χ. στον Ρίτσο και τον Ευριπίδη). Όταν σχεδιάζετε ένα σκηνικό, «βλέπετε» τον χώρο ως εικαστικός ή ως σκηνοθέτης που στήνει τη δράση;
Προϋπόθεση για την σχεδίαση ενός σκηνικού είναι η εικαστική ματιά όχι όμως ερήμην και ανεξάρτητα από τη σκηνική δράση. Είτε από τη θέση του σκηνοθέτη είτε από αυτή του σκηνογράφου το έργο και ο χώρος είναι καταλυτικά στοιχεία. Σκηνοθετικά αγαπώ τον άδειο χώρο με την προσθήκη και προσαρμογή σε αυτόν ενός κυρίαρχου στοιχείου που θα μπορούσε και να προϋπάρχει της παράστασης ως αναπόσπαστο κομμάτι του. Σκηνογραφικά προσπαθώ, αφού κατανοήσω σε βάθος τη σκηνοθετική προσέγγιση του κάθε έργου, να συμβάλλω στην υλοποίηση του οράματος του σκηνοθέτη και να το υπογραμμίσω εμφατικά.
Ως εμψυχωτής μαθητικών ομάδων, έχετε δει το θέατρο στην πιο αγνή του μορφή. Τι σας διδάσκει η φρεσκάδα των μαθητών που δεν μπορεί να σας δώσει ένας επαγγελματικός θίασος;
Ανακαλέσατε την γλυκύτερη ανάμνηση μου από την δεκαετή και πλέον ενασχολησή μου με το θέατρο με μαθητές της μέσης εκπαίδευσης και την εν γένει εκπαιδευτική μου σταδιοδρομία. Αυτά που διδάχθηκα και εκτιμώ ότι δεν με εγκατέλειψαν προσωπικά από την εμπειρία μου αυτή, παρά την σχεδόν τριακονταετή μου ενασχόληση στον επαγγελματικό χώρο, είναι η ζέση, το απρουπόθετο της προσέγγισης για το ανέβασμα μιας θεατρικής παράστασης, η έκπληξη του ταξιδιού, μια παρθενικότητα θα έλεγα που σπάνια πια συναντά κανείς σε έναν επαγγελματικό θίασο. Βέβαια θα πρέπει να υπογραμμίσω για να μην είμαι άδικος έναντι του επαγγελματικού χώρου ότι μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικές συνθήκες και με άλλα ζητούμενα που δεν είναι της παρούσης να αναλυθούν.
Έχετε βραβευτεί τόσο για τα κοστούμια σας όσο και για τα σκηνικά σας (π.χ. στην «Όπερα της Πεντάρας»). Τι σημαίνει για έναν σκηνογράφο να αναγνωρίζεται η δουλειά του σε μια παράσταση όπου το βλέμμα του θεατή συνήθως «μαγνητίζεται» από τον ηθοποιό;
Θα ήταν ψέμα να αρνηθεί κανείς ότι μια “έξωθεν μαρτυρία ” όπως είναι η βράβευση ως αναγνώριση για τη δουλειά κάποιου δεν προκαλεί ένα είδος ικανοποίησης στον αποδέκτη της. Προσωπικά όμως θεωρώ σημαντικότερη τη βράβευση της σύνολης παράστασης, επειδή θα ήταν αδύνατον σε κάποιον να διαχωρίσει και να απομονώσει τα στοιχεία εξ ων αυτή συνετέθη. Αν επιθυμεί κάποιος αυτονομία έργου, τότε κατά την άποψη μου δεν θα πρέπει να σκηνογραφεί.
Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που κάνετε όταν πιάνετε ένα κείμενο στα χέρια σας; Αναζητάτε την εποχή, την ψυχολογία των ηρώων ή τα υλικά που θα χρησιμοποιήσετε;
Να συνομιλώ με τον σκηνοθέτη, για τα ερεθίσματα που δέχομαι από αυτό, τους κραδασμούς και την ανάγκη που τον οδηγούν στο να ασχοληθεί με αυτό, τις γέφυρες που ενώνουν τη δική μου ματιά με τη δική του, κοντολογίς την εμπειρία της κοινής συγκίνησης που αυτό προκαλεί. Όλα τα άλλα ακολουθούν ως απόρροια μια τέτοιας ευτυχούς συγκυρίας.
Συχνά οι ανεξάρτητες παραγωγές έχουν περιορισμένα μέσα. Πιστεύετε ότι η έλλειψη μεγάλων budget γεννάει τελικά πιο ευρηματικές σκηνογραφικές λύσεις;
Μπορεί πράγματι να γεννήσει ευρηματικές σκηνογραφικές λύσεις αλλά με μεγαλύτερη ευκολία μπορεί να εκπέσει σε μιζέρια και αθλιότητα. Η διαχείρηση της ένδειας είναι δύσκολη υπόθεση.
-Αν έπρεπε να περιγράψετε την καλλιτεχνική σας ταυτότητα μέσα από ένα υλικό (ξύλο, μέταλλο, φως, ύφασμα), ποιο θα ήταν αυτό και γιατί;
Αναμφισβήτητα το φως, γιατί είναι αυτό που φέρνει προ ομμάτων όλα τα άλλα υλικά και όχι μόνον.
-Ποιες παραστάσεις ξεχωρίζετε, αυτός που κρατάτε στη καρδιά σας;
Θα σας απαντήσω στερεότυπα. Είναι όλες τους παιδιά μου αλλά η αλήθεια είναι ότι συγκινούμαι ιδιαίτερα από την ανάμνηση παραστάσεων που δόθηκαν στο υπόγειο της Αποστόλου Παύλου και στους άδειους κοιτώνες του πρώην στρ. Κόδρα.
-Είστε ο μόνιμος συνεργάτης του Παύλου Δανελάτου. Πώς χτίζεται μια τέτοια καλλιτεχνική εμπιστοσύνη και πόσο εύκολα «μεταφράζετε» το όραμα του σκηνοθέτη σε τρισδιάστατο χώρο;
Με πάτε πίσω στο μακρινό 1997 όταν έφτιαξα τα κοστούμια για την παράσταση Ηλέκτρας Παραχάραξη που έκανε πρεμιέρα στη Merida της Ισπανίας σε σκηνοθεσία του Παύλου. Αυτό ήταν και το βάπτισμα μου στον επαγγελματικο στίβο και η αρχή μιας κοινής πορείας μαζί του.Το μήκος του χρόνου που διανύσαμε μαζί προσέδωσε κατανόηση, βάθος και ουσία στη σχέση μας και ώσμωσε τις καλλιτεχνικές μας αναζητήσεις. Αυτό είναι εξαιρετικά βοηθητικό στη δημιουργία ενός καλλιτεχνικού αποτελέσματος που δεν προδίδει το σκηνοθετικό όραμα.
-Πώς προσεγγίσατε σκηνογραφικά τον «Νανουριστή»; Τι είδους κόσμο θελήσατε να δημιουργήσετε για να «φιλοξενήσει» αυτή την ιστορία;
Ο Νανουριστής είναι η δεύτερη συνάντηση μου με τον Δανελάτο σε έργο του Θ. Τριαρίδη μετά το Μέγκελε του ίδιου συγγραφέα. Παρά τις όποιες ομοιότητες μπορεί να διακρίνει κανείς μεταξύ τους ως έργα του ίδιου συγγραφέα, ο Νανουριστής δεν έχει το έρεβος του Μέγκελε αλλά δεν παύει να είναι τυλιγμένος στο σκοτεινό δίχτυ ταραγμένων εσωτερικών κόσμων και πάθους. Μικρές ιστορίες εγκιβωτισμένες στη μία και μοναδική – αυτή δηλαδή της αναπότρεπτης πορείας προς το αμετάκλητο τέλος που σαρώνει τα πάντα με μοναδική ελπίδα να διασωθεί ως άσπιλη μνήμη η πνοή της αγάπης από το φανταστικό ταξίδι σε μια ουτοπική Βενετία. Ένα σκηνικό σύμπαν ρομαντικό και γκόθικ με τη φθορά των βενετσιάνικων παλάτσο να κρατούν ερμητικά κλειστό το μυστικό ενός φανταστικού ή πραγματικού φόνου.
-Ο τίτλος παραπέμπει σε κάτι τρυφερό αλλά ίσως και σκοτεινό. Πώς λειτουργεί το σκηνικό σας ενισχύοντας αυτό το συναίσθημα; Υπάρχουν συμβολισμοί που κρύβονται στον χώρο;
Υπάρχουν. Κόκκινο του πάθους, βαθύ γκρίζο λίγο μετά το σούρουπο ή πριν την αυγή, παράθυρα για ένα δροσερό αεράκι που δεν θα φυσήξει. Καθρέφτης που αντανακλά τα πρόσωπα ή τα προσωπεία των ηρώων και άδεια κάδρα απομεινάρια σβησμένης μνήμης και ακόμη άφθονο κρασί ως φόρος αίματος για ένα ανομολόγητα βεβαρημένο φανταστικό ή πραγματικό βίωμα.
-Πώς αλληλεπιδρούν οι ηθοποιοί με τα αντικείμενα και τον χώρο που στήσατε; Είναι το σκηνικό ένας «βουβός» χαρακτήρας στην παράσταση;
Δεν υπάρχει σκηνικό αντικείμενο που να μην συνδέεται οργανικά με τη δράση και την εξέλιξη της πλοκής του έργου. Κυρίως όμως το κεντρικό σχήμα του σκηνικού που παραπέμπει σε πυραμίδα που της έχουν αφαιρέσει κομμάτι της οροφής ώστε να αποκαλυφθεί το εσώτερο και μυστικότερο σημείο της, ο νεκρικός θάλαμος όπου συντελείται και ολοκληρώνεται το δράμα.
-Κάθε θέατρο έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες. Ποιες δυσκολίες ή ευκολίες αντιμετωπίσατε στήνοντας τον «Νανουριστή» στον συγκεκριμένο χώρο;
Όντως κάθε θεατρική σκηνή έχει τις ιδιαιτερότητες της και είναι ένα άθροισμα ευκολιών και δυσκολιών για τον κάθε σκηνογράφο. Ευτύχημα είναι να υπερτερούν οι ευκολίες από τις δυσκολίες αλλά όταν αυτό δεν συμβαίνει μια ευέλικτη αντιμετώπιση μπορεί να λύσει πολλά προβλήματα. Στην περίπτωσή μας οι όποιες δυσκολίες, ξεπεράστηκαν με ευελιξία και με την βοήθεια των πρόθυμων, έμπειρων και ακάματων τεχνικών του θεάτρου, της διαχείρισης του χώρου και του παραγωγού.
-Μετά από μια τόσο μεγάλη πορεία, τι είναι αυτό που σας κρατάει ακόμα σε εγρήγορση; Τι ονειρεύεστε να σκηνογραφήσετε που δεν έχετε προλάβει ακόμα;
Οι συναντήσεις με άλλους ανθρώπους ιδίως όταν αυτές αποδεικνύονται και εκλεκτικές πνευματικές συγγένειες και τα ίδια τα έργα που κάθε φορά που τα επισκεπτόμαστε μας δωρίζουν μια παραπάνω στάλα κατανόησης του εαυτού και του άλλου, του μέσα και του έξω κόσμου μας.
Ειλικρινά δεν ξέρω. Μπορεί πολλά ίσως και κανένα. Εκείνο όμως που με βεβαιότητα μπορώ να πω είναι ότι αυτό που θάρθει θα είναι ένα ακόμη δώρο για μένα.
Οι παραστάσεις του Νανουριστή συνεχίζονται από 2 Φεβρουαρίου κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο Φαργκάνη, on line εισιτήρια εδώ
Δείτε και αυτά:
«Ο Νανουριστής» ως απρόβλεπτο εγκεφαλικό παιχνίδι, θαυμάσια στημένο… | Είδαμε και σχολιάζουμε
Παύλος Δανελάτος: Στα άδυτα του «Νανουριστή» και του Θανάση Τριαρίδη | Interview
Θανάσης Τριαρίδης: Ο αιρετικός ανατομόρφος της ανθρώπινης ψυχής που κατακτά τις σκηνές
Δείτε όλες τις συνεντεύξεις της Κουλτουρόσουπα με μια ματιά, εδώ







.jpg)
