Είδε ο Γιώργος Μπαστουνάς και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα
Το «Τα περιστέρια δεν τιτιβίζουν» του Νίκου Ρουμπάκη είναι μια παράσταση που επιλέγει συνειδητά να κινηθεί σε χαμηλές εντάσεις και να επενδύσει στη σιωπή, στην επανάληψη και στην αναμονή. Ο Ρουμπάκης υπογράφει τόσο το κείμενο όσο και τη σκηνοθεσία, γεγονός που δίνει στο έργο ενιαία αισθητική κατεύθυνση και σαφή δραματουργική πρόθεση. Σε έναν περιορισμένο αστικό χώρο, δύο γυναίκες συνυπάρχουν μέσα σε μια καθημερινότητα παγωμένη στον χρόνο. Η εμφάνιση ενός διανομέα με ένα ανεξήγητο δέμα δεν λειτουργεί ως αφηγημακή ανατροπή, αλλά ως αφορμή για να αποκαλυφθεί η αδυναμία των χαρακτήρων να δράσουν και να μετακινηθούν από τη ζώνη της αδράνειας.
Το έργο συνομιλεί ανοιχτά με το θέατρο του παραλόγου και επιχειρεί να μιλήσει για τη σύγχρονη μοναξιά, τη δυσκολία της επικοινωνίας και τον φόβο της αλλαγής, χωρίς να καταφεύγει σε εξωτερικά δράματα ή ψυχολογικές εξάρσεις.
Στα θετικά (+) της παράστασης εντάσσεται το κείμενο, το οποίο παρουσιάζει σαφή δραματουργική συνείδηση και εσωτερική συνοχή. Η γραφή του δεν επιδιώκει την πλοκή με τη συμβατική έννοια, αλλά δομείται πάνω στην επανάληψη, στις παύσεις και στις μικρές λεκτικές μετατοπίσεις. Οι διάλογοι, φαινομενικά απλοί και καθημερινοί, κρύβουν υπόγεια ειρωνεία και μια διαρκή αίσθηση εκκρεμότητας, επιτρέποντας στο παράλογο να αναδυθεί οργανικά μέσα από το οικείο.
Το κείμενο αποφεύγει τις εξηγήσεις και τις ψυχολογικές αναλύσεις, επιλέγοντας αντ’ αυτών τη δραματουργία της αναβολής. Οι λέξεις συχνά επαναλαμβάνονται ή ακυρώνονται, οι προτάσεις μένουν μετέωρες, δημιουργώντας ένα γλωσσικό περιβάλλον που αντικατοπτρίζει με ακρίβεια την αδυναμία των χαρακτήρων να αρθρώσουν ουσιαστικό λόγο. Με αυτόν τον τρόπο, η γλώσσα παύει να είναι εργαλείο επικοινωνίας και μετατρέπεται σε ένδειξη αδιεξόδου.
Ιδιαίτερα λειτουργική είναι και η επιλογή του δέματος ως κεντρικού δραματουργικού μοχλού. Το αντικείμενο αυτό δεν ενεργοποιεί τη δράση, αλλά την αναστέλλει. Αντί να κινεί την πλοκή προς τα εμπρός, παγώνει τον χρόνο και εγκλωβίζει τους χαρακτήρες σε έναν φαύλο κύκλο υποθέσεων και φόβου. Πρόκειται για μια εύστοχη δραματουργική σύλληψη, που επιτρέπει στο έργο να μιλήσει για το άγνωστο, την απώθηση και την άρνηση της αλλαγής χωρίς να καταφύγει σε αφηγηματικές κορυφώσεις.
Τέλος, το κείμενο διακρίνεται για τη συνειδητή του λιτότητα. Δεν επιβαρύνεται με περιττά επεισόδια ή πληροφορίες, αφήνοντας χώρο στη σιωπή και στο σώμα των ηθοποιών να λειτουργήσουν ισότιμα με τον λόγο. Αυτή η οικονομία γραφής ενισχύει τη σκηνική πυκνότητα και επιτρέπει στο έργο να διατηρεί μια σταθερή, υπόγεια ένταση, ακόμη και όταν φαινομενικά «τίποτα δεν συμβαίνει».
Εξίσου εύστοχη είναι η σκηνοθεσία, η οποία δεν προσπαθεί να «εξηγήσει» το έργο ούτε να το γλυκάνει. Αντίθετα, υπηρετεί με συνέπεια έναν κόσμο εγκλωβισμένο, όπου ο χρόνος δεν προχωρά και η αλλαγή παραμένει απειλή. Η σκηνική οικονομία και η απουσία περιττών εφέ ενισχύουν την αίσθηση της απογύμνωσης και της αδράνειας.
Η σκηνογραφία της Ευαγγελίας Κερκινέ, με τη συμβολή του συνεργάτη σκηνογράφου Θάνου Καρώνη, ορίζει έναν χώρο λιτό και κλειστοφοβικό. Το διαμέρισμα δεν λειτουργεί απλώς ως τόπος δράσης, αλλά ως συνθήκη ύπαρξης. Η χωρική ακαμψία και η περιορισμένη κινητικότητα ενισχύουν την αίσθηση εγκλωβισμού, ενώ το παράθυρο λειτουργεί ως διαρκής υπενθύμιση ενός έξω κόσμου που παραμένει απρόσιτος.
Τα κοστούμια της Έλλης Ναλμπάντη κινούνται σε ρεαλιστική γραμμή, χωρίς έντονες αισθητικές εξάρσεις, υπογραμμίζοντας την καθημερινότητα των χαρακτήρων και την αίσθηση ότι ο χρόνος έχει παγώσει πάνω τους.
Οι φωτισμοί της Αθηνάς Μπανάβα λειτουργούν διακριτικά αλλά ουσιαστικά, δημιουργώντας μικρές μεταβολές στην ατμόσφαιρα και τονίζοντας τη συναισθηματική απόσταση ανάμεσα στα πρόσωπα. Δεν επιδιώκουν εντυπωσιακές αντιθέσεις, αλλά υπηρετούν την αίσθηση της μόνιμης εκκρεμότητας.
Στο επίπεδο των ερμηνειών, η Δήμητρα Σιάχου και η Μελίνα Τριανταφυλλίδου συγκροτούν ένα εύθραυστο δίπολο. Η πρώτη κινείται με έλεγχο, ακρίβεια και εσωτερική ακινησία, αποδίδοντας μια ηρωίδα που έχει αποδεχτεί τη στασιμότητα ως κανονικότητα. Η δεύτερη λειτουργεί πιο νευρικά και σωματικά, σαν να αναζητά διαρκώς μια διέξοδο που δεν έρχεται ποτέ. Ο ίδιος ο Νίκος Ρουμπάκης, ως διανομέας, ενσαρκώνει το «ξένο» στοιχείο με χαμηλή ένταση και αμηχανία, δημιουργώντας μια παρουσία που διαταράσσει χωρίς να επιτίθεται.
Στα αρνητικά (-) σημεία της παράστασης συγκαταλέγεται πρωτίστως η έντονη θεωρητική της κατασκευή, η οποία σε αρκετές στιγμές υπερισχύει της συναισθηματικής εμπλοκής. Το κείμενο του Ρουμπάκη είναι σαφώς προσανατολισμένο στη συμβολική λειτουργία: το δέμα, η αναμονή, η επανάληψη και η σιωπή λειτουργούν ως έννοιες-φορείς νοήματος, όμως η επιμονή σε αυτές οδηγεί, κατά τόπους, σε μια αίσθηση δραματουργικής στασιμότητας. Ο θεατής κατανοεί γρήγορα το πλαίσιο και τις προθέσεις, χωρίς πάντα να νιώθει ότι αυτές εξελίσσονται ουσιαστικά. Η παράσταση φαίνεται να εμπιστεύεται υπερβολικά τη θεωρητική της αυτάρκεια, χωρίς πάντα να δοκιμάζει τα όρια της σκηνικής της αντοχής.
Συνολικά (=), το «Τα περιστέρια δεν τιτιβίζουν» είναι μια παράσταση με σαφή αισθητική ταυτότητα και ξεκάθαρη καλλιτεχνική πρόθεση. Κερδίζει σε συνέπεια, ατμόσφαιρα και σκηνική πειθαρχία, αλλά παραμένει απαιτητική ως προς την πρόσληψή της. Δεν επιδιώκει τη συγκίνηση μέσω δράσης, αλλά μέσω της αναμονής και της ματαίωσης.
Απευθύνεται κυρίως σε θεατές εξοικειωμένους με το θέατρο του παραλόγου και τις υπαρξιακές αλληγορίες. Δεν προσφέρει απαντήσεις ούτε κορυφώσεις. Παραμένει πεισματικά στο μετέωρο σημείο όπου η αλλαγή είναι πιθανή, αλλά ποτέ δεν πραγματοποιείται.
Βαθμολογία: 6.8/10
ALTE FABLON
«Τα περιστέρια δεν τιτιβίζουν» του Νίκου Ρουμπάκη.

Σε ένα μικρό αστικό διαμέρισμα, δύο γυναίκες και ένας «ξένος» παγιδεύονται σε μια τελετουργική καθημερινότητα. Ένα δέμα που περιμένει σε μια γωνιά, ένα παράθυρο που κοιτάζει την κοινωνία και σιωπές που βαραίνουν περισσότερο από τις λέξεις.
Σκηνοθεσία: Νίκος Ρουμπάκης. Ερμηνεύουν: Νίκος Ρουμπάκης, Δήμητρα Σιάχου, Μελίνα Τριανταφυλλίδου
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Σάββατο: 21:15 Κυριακή: 19:15 (έως 01/02)
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ








