Τι συμβαίνει όταν η πολιτική κοινωνιολογία συναντά τη σκηνική πράξη; Όταν οι αληθινές φωνές των ανθρώπων του δρόμου, των ντελιβεράδων, των καλλιτεχνών της επιβίωσης και των μικροαστών της διπλανής πόρτας, γίνονται μια «κραυγή υπενθύμισης» μέσα σε ένα θέατρο;
Ο Θανάσης Κριτσάκης, ένας από τους πιο ανήσυχους και συγκροτημένους δημιουργούς της νέας γενιάς, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη με την παράσταση «Π.Ο.Π.: Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης» στο Θέατρο Αμαλία (Πρεμιέρα 8/1). Μετά από μια θριαμβευτική πορεία στην Αθήνα, ο Σερραίος σκηνοθέτης και ηθοποιός φέρνει μαζί του ένα «μωσαϊκό» της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, χρησιμοποιώντας το θέατρο της τεκμηρίωσης (verbatim theatre) για να ανατέμνει μια χώρα σε μόνιμη κρίση.
Απόφοιτος του Τμήματος Θεάτρου του ΑΠΘ αλλά και μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικών Επιστημών, ο Θανάσης Κριτσάκης δεν αρκείται στην ψυχαγωγία. Αναζητά τον μετασχηματισμό του κοινωνικού τοπίου. Συζητάμε μαζί του για το πώς η καθημερινή μας «ακατέργαστη» ζωή μετατρέπεται σε τέχνη, για τη γενιά της εργασιακής ανασφάλειας, αλλά και για το αν υπάρχει τελικά χώρος για τρυφερότητα μέσα στην «κρεατομηχανή» της ψηφιακής εποχής.
Συναντήσαμε τον Θανάση Κριτσάκη λίγο πριν την πρεμιέρα και σας παρουσιάζουμε μια συζήτηση που –όπως και η παράστασή του– δεν κάνει «εκπτώσεις» στην αλήθεια.
Συνέντευξη στο Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
-Θανάση Κριτσάκη, ο τίτλος «Π.Ο.Π.» παραπέμπει συνήθως στην ποιότητα και την εντοπιότητα των προϊόντων. Στην παράσταση, τι είναι αυτό που ορίζεται ως «ελληνικό προϊόν» και πώς το «Λουτρό Αλήθειας» που υπόσχεστε αποδομεί την εικόνα που έχουμε για την καταγωγή και την ταυτότητά μας;
Ως ελληνικό προϊόν ορίζεται αυτό που είναι εξέχων, ξένο ή βάρβαρο. Αυτό, δηλαδή, το σύστημα λόγων που συγκροτεί αυτό που θα ονομάζαμε ως ελληνική ιδιαιτερότητα, ένα σύστημα ιδεών που μας κάνει να νιώθουμε μέρος ενός συνόλου, μιας ενιαίας ταυτότητας. Η αποδόμηση της ταυτότητας έρχεται μέσα από την αναπαραγωγή των κλισέ. Ιδεών που αναπαραγόμενες στην σκηνή θα δώσουν ένα κάποιο «Λουτρό Αλήθειας». Φυσικά, αυτή δεν είναι μια έκφραση που χρησιμοποίησα ή θα χρησιμοποιούσα ο ίδιος για το έργο, αλλά που μας έκανε την τιμή να γράψει κ. Δημήτρης Μανιάτης στην κριτική του στο in.gr.
-Χρησιμοποιείτε την τεχνική του verbatim theatre (θέατρο της τεκμηρίωσης). Πόσο δύσκολο ήταν να μετατρέψετε τις ακατέργαστες, πραγματικές συνεντεύξεις απλών ανθρώπων σε μια θεατρική χορογραφία χωρίς να χαθεί η αυθεντικότητα της «φωνής» τους;
Το πρόβλημα αυτό παραμένει ζωντανό κατά τη διάρκεια και αναπαραγωγή της παράστασης. Η ηθική στάση απέναντι στην μεταφορά του πραγματικού, στο δικό μας θέατρο περνά μεσα απο την καλλιτεχνική δημιουργία. Σκοπός μου δεν είναι η πιστότητα αλλά ο αναστοχασμός που προκύπτει μέσα απο την σκηνική δημιουργία σύγχρονων καλλιτεχνών με σεβασμό απέναντι στα λεγόμενα άλλων ανθρώπων. Ας διευκρινίσουμε πως δεν πρόκειται για μια πιστή απόδοση των ανθρώπων που μοιράστηκαν την ζωή τους μαζί μας, ούτε για μια αφ’ υψηλού κριτική των λεγομένων τους, παρά για την χρήση κάποιων λεκτικών σχημάτων που και χρησιμοποιούμε για να διακρίνουμε τον τρόπο με τον οποίο είμαστε μεγαλωμένοι και με τον οποίο μάθαμε να δρούμε. Η επεξεργασία των κειμένων και η δημιουργία της παράστασης ήταν, πάνω απ όλα, μια κρητική διαδικασία, μια κριτική απέναντι σε εμάς και τους άλλους. Μέσα σε αυτό το πλέγμα κριτικής, φυσικά, περιμένουμε να κριθούμε κι εμείς, και αυτό θα ορίσουμε ως το βλέμμα που θέλουμε το κοινό να αναπτύξει κατά τη διάρκεια του θεάματος μας, ένα βλέμμα ενεργό, δραστήριο, συγκρουσιακό.
-Στο έργο βλέπουμε χαρακτήρες από τον ντελιβερά μέχρι τον εθνοκεντρικό μικροαστό. Πιστεύετε ότι η Ελλάδα του σήμερα είναι τελικά ένα «μωσαϊκό» που αδυνατεί να βρει έναν κοινό τόπο επικοινωνίας ή η κρίση μας έχει ενώσει με τρόπους που δεν αντιλαμβανόμαστε;
Η Ελλάδα όπως και κάθε σύγχρονο έθνος-κράτος είναι ήδη ενα “μωσαϊκό” διαφορετικών ιδεολογιών, συμφερόντων, μειονοτήτων. Το ζήτημα που προκύπτει είναι το γιατί έχουμε την ανάγκη να σκεφτούμε κάτω απο έναν ενιαίο τρόπο. Γιατί να μην μπορούμε να ξεπεράσουμε το όριο συμπαγών αφηγημάτων και να επιτρέψουμε την διάνοιξη ενός φαντασιακού χώρου, ώστε να γεννηθούν νέες μορφές διακυβέρνησης, νέες μορφές δημοκρατίας, μοντέλα που ακόμα δεν επιτρέπουμε στον συλλογικό μας εαυτό να ανακαλύψει.
Το βαθύ πρόβλημα είναι η έλλειψη δράσης, που στην συγκεκριμένη παράσταση, εμφανίζεται μέσα από την εκτόνωση της σύγκρουσης των πολιτικών υποκειμένων μέσα σε ένα καφενείο ή στο γιορτινό τραπέζι.
-Στην παράσταση υπογράφετε τη σκηνοθεσία, τη δραματουργία αλλά και ερμηνεύετε. Πώς είναι να «κατοικείτε» μέσα σε ένα σύμπαν που ο ίδιος δημιουργήσατε από πραγματικά υλικά και πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην παρατήρηση του σκηνοθέτη και την έκθεση του ηθοποιού;
Καθώς διανύουμε την τρίτη χρονιά που παίζεται η παράσταση, έχω μια κάποια εμπιστοσύνη στην σκηνοθεσία της παράστασης. Είναι η πρώτη χρονιά, φυσικά, που καλούμε να παίξω σε αυτήν και να κατοικήσω τον κόσμο που έχω φτιάξει. Θα ήθελα να διευκρινίσω πως το έκανα κυρίως για λόγους βιοπορισμού. Γενικότερα προτιμώ να βρίσκομαι εκτός σκηνής. Τώρα, σταματώ να είμαι εγώ το απόλυτο βλέμμα και πρέπει να εμπιστευτώ τους συνεργάτες μου. Όχι ότι δεν λειτουργώ συλλογικά, όμως τώρα πια η ευθύνη αποκτά πιο συλλογικό χαρακτήρα. Επίσης, δεν κατοικώ εκ του μηδενός, πολύ αξιόλογοι συνάδελφοι και φίλοι έχουν ήδη ερμηνεύσει τον χαρακτήρα τον οποίο υποδύομαι και μου έχουν δώσει ήδη την βάση πάνω στην οποία πατάω.
-Σπουδάσατε Θέατρο στη Θεσσαλονίκη και Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα. Πώς αυτές οι δύο διαφορετικές ακαδημαϊκές διαδρομές συναντιούνται στη σκηνή και πόσο «πολιτικό» οφείλει να είναι το θέατρο στις μέρες μας;
Οι δύο αυτές ακαδημαϊκές πορείες δημιουργήθηκαν, ακριβώς, για να μπορέσουν να διασταυρωθούν. Η πρώτη και πιο ξεκάθαρη προσωπική μου τάση ήταν η δημιουργία τέχνης και η δεύτερη η πολιτική θεωρία και δράση. Η ορθή κατανόηση της κοινωνίας και η προσπάθεια βελτίωσης της αποτελούσαν και ακόμα αποτελούν τους σταθερού άξονες της σκέψης μου. Κατανοώ, λοιπόν, την τέχνη ως πολιτική πράξη και για να μπορέσει να έχει μια ορθή χρήση πρέπει να εμφορείται και από τα ορθά κριτήρια και εργαλεία. Εγώ δουλεύω μια δραματουργία της απο-υποκειμενοποιίησης, δηλαδή, ένα θέατρο και μια γραφή, που ως σκοπό έχει την αποκάλυψη των σχέσεων εξουσίας και την μεταφορά τους στο κοινό, μέσα από ένα μεταδραματικό θέατρο που απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Αυτή είναι η έρευνα της διδακτορικής διατριβής που μόλις ξεκίνησα στο Τμήμα Θεάτρου του Α.Π.Θ., και που μπορεί να διακρίνει, σε μια πρώιμη μορφή της, ο θεατής στο Π.Ο.Π.
-Έχετε θητεύσει σε σπουδαία ιδρύματα του εξωτερικού, όπως η Βασιλική Ακαδημία της Στοκχόλμης και το Ινστιτούτο του Γκίσεν. Τι φέρατε πίσω στην Ελλάδα από αυτές τις εμπειρίες και τι θεωρείτε ότι λείπει από την εγχώρια θεατρική εκπαίδευση;
Η εμπειρία που φέρνω πίσω, είναι η ελεύθερη αντιμετώπιση του θεάτρου. Και στα δύο ιδρύματα βλέπουν την τέχνη ως μια εύπλαστη δύναμη, η οποία και μπορεί να πάρει απρόσμενα χαρακτηριστικά, αν την αντιληφθούμε συνδυαστικά. Αν δεν την δούμε, δηλαδή, σαν μία δραστηριότητα η οποία ανήκει αποκλειστικά στη σφαίρα της φαντασίας, αλλά σαν ένα ακόμη εργαλείο που μπορεί να συνδυαστεί με την κοινωνία, την επιστήμη κτλ., και να γεννήσει πραγματικές νέες λύσεις. Στην Ελλάδα η διδασκαλία του θεάτρου, ως επί των πλείστων, επικεντρώνεται στην μεταφορά γνώσεων που αφορούν το ίδιο το Θέατρο, την ιστορίας του, τη θεωρία του, τη μεθοδολογία. Αν και η εξειδικευμένη γνώση είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό, είναι απαραίτητο, πιστεύω, να διασφαλίζεται ότι δεν παράγονται αποκλειστικά εξειδικευμένοι ηθοποιοί, θεατρολόγοι κ.ο.κ., αλλά καλλιτέχνες, σκεπτόμενοι άνθρωποι που θα μπορέσουν να φανταστούν και να δημιουργήσουν νέες δομές, νέα υλικά, νέα αισθητική. Τέλος, να πω με την σειρά μου, ότι η υποχρηματοδότηση και η απαξίωση της δημόσιας παιδείας στην Ελλάδα είναι φανερή και συστηματική εδώ και χρόνια, πράγμα ξεκάθαρο εν’ συγκρίσει και με τα ιδρύματα του εξωτερικού, και εάν δεν την φροντίσουμε σύντομα, η γνώση θα είναι ξανά το προνόμιο των πλουσίων, των αρίστων, των λίγων.
-Το έργο σας εστιάζει στις «μεταδραματικές μορφές θεάτρου». Για τον απλό θεατή που ίσως δεν γνωρίζει τον όρο, πώς θα περιγράφατε αυτή την εμπειρία που ξεφεύγει από την κλασική γραμμική αφήγηση μιας ιστορίας;
Ο απλός έλληνας θεατής, όπως ήμουν κι εγώ πριν ασχοληθώ με το θέατρο, είναι ήδη εξοικειωμένος, ως ένα βαθμό, με το μεταδραματικό. Η επιθεώρηση, αυτό το ιδιαίτερο ελληνικό είδος, εμπεριείχε κάποιες από τις τεχνικές συναντάμε σε ένα μεταδραματικό θέαμα. Οι ηθοποιοί που βγαίνουν από το ρόλο τους, το σπάσιμο της θεατρικής σύμβασης, η ευθεία απεύθυνση στο κοινό, είναι κάποια από τα εργαλεία που μπορούμε να βρούμε, για παράδειγμα, στο έργο του Χάρρυ Κλυνν ή σε ένα επιθεωρησιακό σκετς του Κώστα Τσάκωνα.

Το μετά-δραματικό θέατρο, πέρα από τις διάφορες τεχνικές του, δεν προσπαθεί μόνο να μεταφέρει μια ιστορία, αλλά και έναν τρόπο αφήγησης. Θέλει, απλά, ο θεατής να μπορέσει να απελευθερωθεί από τον τρόπο που σκέφτεται την αφήγηση, από τον τρόπο που έχει μάθει να διαβάζει, να βλέπει ή να αφηγείται, να ηρεμήσει και να αποδεχτεί ότι στο θέατρο είμαστε σε ένα μέρος που μπορούμε να πιστέψουμε το, να δούμε και να φτιάξουμε το αδύνατο, το μη γραμμικό, το παράλογο, το νέο.
-Η «Άσκηση Δημοκρατίας» και το «Συμπόσιο Γειτονιάς» είναι πρότζεκτ που αλληλεπιδρούν άμεσα με την κοινωνία. Πιστεύετε ότι το θέατρο πρέπει να βγαίνει από τους τοίχους των κτιρίων για να βρει το νόημά του;
Οπωσδήποτε το θέατρο βρίσκεται στο δρόμο. Για να μπορέσεις να βγεις στον δρόμο όμως, πρέπει να έχεις τα κατάλληλα εργαλεία για να τον αναλύσεις και θάρρος να τον προσεγγίσεις. Ακόμα και αν ένας δημιουργός ασχολείται με τελετουργικά είδη ή με αριστουργήματα του παρελθόντος, είδη ή κείμενα φαινομενικά απομακρυσμένα από την παροντικότητα, και πάλι θα αποτελεί μέρος της κοινωνίας την οποία και θα φέρει στο έργο του. Το θέατρο είναι μόνο έξω από τα τοίχοι του, καθώς οι άνθρωποι που το φτιάχνουν και το βλέπουν ζουν, επίσης, έξω από αυτό. Ξεκινώντας από αυτή την αφετηρία, θεωρώ πολύ σημαντικό, ο κάθε δημιουργός, να ασχολείται βαθιά με τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρει, απεικονίζει και σκέφτεται, αυτό το έξω.
-Έχετε συνεργαστεί ως βοηθός με σημαντικούς σκηνοθέτες (Graužinis, Bernat). Ποιο είναι το πολυτιμότερο μάθημα που κρατήσατε από αυτές τις συνεργασίες πριν αποφασίσετε να χαράξετε τη δική σας σκηνοθετική γραμμή;
Το πρώτο και πιο πολύτιμό μάθημα είναι η σημασία της δουλειάς. Όλα θέλουν προσπάθεια, πόσο μάλλον όταν είσαι δημιουργός και προσπαθείς να φτιάξεις κάτι εξ’ ολοκλήρου δικό σου. Φυσικά, δεν ξεκινάμε όλοι από την ίδια αφετηρία, όμως όλοι πρέπει να δουλέψουμε σκληρά για να καταφέρουμε να αναπτυχθούμε σε έναν χώρο που είναι πολύ ανταγωνιστικός. Το δεύτερο είναι η σχέση μου με το σύνολο της ομάδας. Και οι δύο δημιουργοί που αναφέρετε, είναι εξαιρετικά παραδείγματα ανθρώπων με εργασιακή ηθική, καλλιτεχνικό όραμα και πρόθεση συνεργασίας, χαρακτηριστικά που αποτέλεσαν ένα πολύτιμα μαθήματα για μένα, σχετικά με τον τρόπο συμπεριφοράς και επικοινωνίας με ένα σύνολο συνεργατών, πολιτών, με μία δημιουργική ομάδα.
-Στο βιογραφικό σας αναφέρετε ότι στόχος σας είναι ο «μετασχηματισμός του κοινωνικού τοπίου». Είναι μια ρομαντική ουτοπία ή πιστεύετε ακράδαντα ότι μια παράσταση μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που ένας άνθρωπος βλέπει τη ζωή του την επόμενη μέρα;
Πιστεύω ακράδαντα πως μια παράσταση μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος βλέπει τη ζωή. Φυσικά, δεν θαρρώ πως μπορεί θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο σκέψης, ούτε και ότι μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο μόνο από μια παράσταση. Μπορεί, παρόλα αυτά, να βάλει τον σπόρο ή καλύτερα να ερεθίσει τον μηχανισμό πρόσληψης και αντίληψης αυτών που επιθυμούν να σκεφτούν τα πράγματα και με άλλο τρόπο.
-Πώς βλέπετε τη σύγχρονη γενιά ηθοποιών στην Ελλάδα; Ανάμεσα στην εργασιακή ανασφάλεια και την ψηφιακή απομόνωση που περιγράφετε και στο έργο σας, πού βρίσκει κανείς το σθένος να παραμείνει δημιουργικός;
Το μοναδικό πράγμα που μπορεί να πείσει κάποιον/κάποια καλλιτέχνη να συνεχίσει είναι η πίστη. Από την στιγμή που δεν έχεις κάποια αστική καταγωγή, γνωριμίες ή το ευτυχία του να είσαι ο Mozart, πρέπει να πείθεις τον εαυτό σου και τους άλλους ότι αξίζει να συνεχίζεις. Και αξίζει γιατί η χαρά που παίρνεις από την πρόσληψη και την δημιουργία της τέχνης, από την δημιουργία ενός πρωτότυπου και μοναδικού προϊόντος, ενός αντικειμένου εργασίας πέρα ως πέρα προσωπικού, είναι κάτι το ανεπανάληπτο. Η καλλιτεχνική δημιουργική πράξη είναι, μια η απόλυτη εργασιακή πράξη, μέσα στην οποία το υποκείμενο ταυτίζεται πλήρως τόσο με τον τρόπο εργασίας του, όσο και με το προϊόν που παράγει. Όταν, λοιπόν, ο εργαζόμενος ταυτίζεται με την εργασία και με το προϊόν του, αμείβεται και γίνεται αντικείμενο θαυμασμού, τότε μιλάμε για μια απόλυτη υπαρξιακή πράξη. Το πρόβλημα είναι ότι δεν αμείβεται, συνήθως, σε τέτοιο βαθμό ώστε να ζεις αποκλειστικά από αυτό. Σε αυτό ακριβώς το σημείο θέλει μια διάσταση πίστης, να πιστέψεις ότι μια μέρα θα τα καταφέρεις, ότι στη ζωή σου, κάποια στιγμή, θα αμείβεσαι αποκλειστικά από τα προϊόντα που ο ίδιος θα έχεις παράξει και τα οποία σου ανήκουν.
-Επιστρέφετε στη Θεσσαλονίκη, την πόλη των σπουδών σας, με μια παράσταση που «σάρωσε» στην Αθήνα. Τι σημαίνει για εσάς η αποδοχή της πόλης σας και πόσο σημαντικό είναι το Θέατρο Αμαλία ως χώρος φιλοξενίας τέτοιων ανήσυχων παραγωγών;
Αρχικά, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Νίκο, τον Γρηγόρη, την Σταυρούλα και τον Πέτρο για την πρόσκληση και την βοήθειά τους, καθώς και όποιον/α άλλον/η έχει συμβάλλει, ως προς την υλοποίηση αυτής της παράστασης. Είναι μεγάλη η συγκίνηση για μένα να επιστρέφω, όχι μόνο στην πόλη που σπούδασα, αλλά και στην περιοχή που γεννήθηκα και μεγάλωσα εν΄ μέρει. Η παράσταση δημιουργήθηκε από συνεντεύξεις που πάρθηκαν από ανθρώπους που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης και των Σερρών. Πρόκειται για την σκηνική μεταφορά λόγων και εμπειριών που ο ίδιος έχω ως βίωμα και που επιστρέφουν πίσω στους ανθρώπους που ανήκουν. Πιστεύω πως το Αμαλία είναι ένας «φυσικός προορισμός» της παράστασης, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω μια τέτοια έκφραση, και είμαι πολύ χαρούμενος που το θέατρο αυτό αποφασίζει να φτιάξει ένα τολμηρό πρόγραμμα, το οποίο βάζει στο κέντρο τον κοινωνικό και αισθητικό προβληματισμό, τις νέες ιδέες και την πρωτότυπη καλλιτεχνική δημιουργία.
-Πώς επιλέγετε τα θέματα των παραστάσεών σας; Είναι μια ανάγκη να απαντήσετε σε προσωπικά ερωτήματα ή μια αντίδραση σε όσα διαβάζετε στις ειδήσεις και βλέπετε στον δρόμο;
Είναι ο συνδυασμός και των δύο. Το προσωπικό μου πρόβλημα προκύπτει μέσα στην σύγχρονη εποχή και την επαφή μου μαζί της. Την ίδια στιγμή, τα προβλήματα της σύγχρονης εποχής με συναντούν και, όντας και ο ίδιος μέρος μιας κοινωνίας, γίνονται, μοιραία και προσωπικά. Τα έργα μου και η έρευνά μου προκύπτει μέσα από την ανάγκη μου να δώσω απαντήσεις για τα κοινωνικά προβλήματα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα προσεγγίζω, τα εργαλεία και η αισθητική είναι αναπόφευκτα προσωπική ή, στην καλύτερη περίπτωση, ομαδική.
-Μετά το «Π.Ο.Π.» και την περιοδεία του, ποιο είναι το επόμενο «κοινωνικό πείραμα» που θα θέλατε να στήσετε στη σκηνή;
Το επόμενο project για το οποίο δουλεύω ήδη, ονομάζεται «Έκκριση» . Αποτελεί μέρος του προγράμματος υποτροφιών του «Onassis Air», πάνω στην δραματουργία και θα παρουσιαστεί, ένα πρώτο σκίτσο της, στην Στέγη στα τέλη Ιούλιο. Πρόκειται για την ανάπτυξη και έρευνα του σύγχρονου προβλήματος της σεξουαλικότητας και των ταυτοτήτων, μέσα από τα κεντρικά ερωτήματα: Ποιος κερδίζει τελικά από την παραγωγή τόσου λόγου για το σεξ; Γιατί το σεξ, στα μυαλά των σεξουαλικών υποκειμένων, εμφανίζεται πάντα ως μία καταπιεσμένη πράξη που η απελευθέρωσή της υπόσχεται μια καλύτερη ζωή;
ΑΜΑΛΙΑ
«Π.Ο.Π.»: Ένα σκληρό «Λουτρό Αλήθειας» του Θανάση Κριτσάκη.
Πρεμιέρα: Πέμπτη 08/01

Στον ντελιβερά της διπλανής πόρτας. Στην ηθοποιό που εργάζεται σε μπαρ για να επιβιώσει. Στον εθνοκεντρικό καιτον μικροαστό. Στα ζευγάρια που αναζητούν τη σύνδεση σε μια εποχή «συνουσίας των δέκα λεπτών»
Σκηνοθεσία: Θανάσης Κριτσάκης. Ερμηνεύουν: Κωνσταντίνος Δαλαμάγκας, Πένυ Ελευθεριάδου, Δημήτρης Καστανιάς, Θανάσης Κριτσάκης, Ειρήνη Κυριακού, Θεανώ Μεταξά.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Πέμπτη έως Σάββατο: 21:00 Κυριακή: 20:00 (έως 01/02)
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ











