Είδε ο Γιάννης Τσιρόγλου και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα
Οι πρεμιέρες δεν είναι ποτέ η ιδανική στιγμή για να δει κανείς μια παράσταση, πόσο δε μάλλον για να ασκήσει κριτική. Πάντα συντρέχουν λόγοι που καθιστούν την πρώτη επαφή με το κοινό προβληματική: από το τρακ των ηθοποιών που διαπερνά τη σκηνή και τα διάφορα «μυστικά» ευτράπελα που βιώνουν οι συντελεστές, μέχρι τη σύνθεση της πλατείας που συχνά κατακλύζεται από συγγενείς και προσκλήσεις.
Κανόνας για εμάς είναι η αποφυγή τους, όμως κάποιες φορές ο πιεσμένος προγραμματισμός δεν αφήνει περιθώρια. Έτσι, με μεγάλες προσδοκίες βρεθήκαμε στο Βασιλικό Θέατρο για τον πολυαναμενόμενο «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία της πάντα αξιόλογης Αθανασίας Καραγιαννοπούλου, αλλά τρεις ώρες μετά, η απογοήτευση παρέμενε…
Μια αριστοκρατική οικογένεια επιστρέφει στο παρηκμασμένο της κτήμα, αδυνατώντας να αποδεχτεί πως ο πανέμορφος βυσσινόκηπός της πρόκειται να εκπλειστηριαστεί για χρέη, συμβολίζοντας το τέλος της παλιάς τάξης πραγμάτων.
Και εδώ γεννάται το ερώτημα: τι έφταιξε και μια τόσο διεισδυτική σκηνοθέτιδα δεν απέδωσε τα αναμενόμενα; Δύο φαίνεται να είναι τα τινά. Πρώτον, η μετάκληση στο ΚΘΒΕ και το μέγεθος της παραγωγής τής έδωσαν τον «αέρα» να οραματιστεί μια παράσταση που θα αποτελούσε προφανώς σημείο αναφοράς, οδηγώντας στην επιλογή του «να τα βάλουμε όλα και να τα κάνουμε όλα». Δεύτερον, η προσήλωση σε μια —όπως η ίδια πίστευε— πιστή αναπαράσταση των σαλονιών της παγωμένης Ρωσίας. Δυστυχώς, το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε τις προσδοκίες. Ωστόσο, κρίνοντας με την επιείκεια της πρεμιέρας, ευελπιστώ πως οι αδυναμίες θα μπαλωθούν, καθώς πρόκειται για μια παραγωγή με εξαιρετική αισθητική βάση.
Τα «φάουλ» της παράστασης
Ξεκινώντας από τη διάρκεια, οι δυόμισι και πλέον ώρες μαρτυρούν μια φλυαρία, τόσο σκηνοθετική όσο και ερμηνευτική. Ενώ η αρχή με την είσοδο του Κώστα Σαντά δημιουργεί μια τσεχωφική συγκίνηση, το φινάλε με τον ίδιο ηθοποιό κρίνεται ανεπίτρεπτο. Ένα πεντάλεπτο λογύδριο, τη στιγμή που το δράμα έχει ήδη κορυφωθεί και οριστικοποιηθεί, αποτελεί ένα παντελώς άστοχο κλείσιμο.
Η νέα μετάφραση του Δαυίδ Μαλτέζε από τα ρωσικά φάνηκε να στερείται «φρένου», οδηγώντας σε πλατειασμούς και άκαιρες σκηνές δευτερευόντων χαρακτήρων. Τα «σουρταφέρτα» των υπηρετών και οι αισθηματικές ατασθαλίες, μεταξύ άλλων, κούραζαν και αποσυντόνιζαν από την ουσία του έργου. Η προσπάθεια να αποδοθεί το έργο ως τραγικωμωδία δεν έπεισε παρά μόνο σε ελάχιστες στιγμές, καθώς οι ηθοποιοί αφέθηκαν σε έναν σχεδόν εύθυμο τόνο που συχνά υπονόμευε το βάθος του δράματος.
Οι μουσικές επιλογές της σκηνοθέτιδας, αν και αριστουργηματικές ως μεμονωμένα ακούσματα, λειτούργησαν περισσότερο ως «κάλυψη» παρά ως οργανικό στοιχείο της δράσης. Άλλο να ακούς αγαπημένες μελωδίες στην ιδιωτικότητά σου και άλλο να τις τοποθετείς σε ένα περιβάλλον που αναζητά κραυγές λύτρωσης.
Το σκηνικό παρότι φροντισμένο, έμοιαζε να χάνεται στην τεράστια σκηνή. Ένας καναπές, κάποια μικροέπιπλα πέρα δώθε και λίγα χαλιά άφησαν τον χώρο απελπιστικά άδειο — απορίας άξιο, δεδομένου ότι οι αποθήκες του ΚΘΒΕ σφύζουν από υλικό. Αλλά και στο δεύτερο μέρος με τους τάφους παρέμεινε παγερά αδιάφορο….
Στο βάθος, βέβαια, ο φωτισμένος Βυσσινόκηπος δημιουργεί μια εικαστική σύνθεση υψηλού επιπέδου που μαγνητίζει το μάτι, αλλά αδυνατεί να προσδώσει το απαιτούμενο μεγαλείο στον «πόνο» της απώλειας· τα καντηλέρια πλεόναζαν, ενώ θα έπρεπε να κυριαρχεί το εμβληματικό φυτό. Αν η σκηνοθεσία έφερνε τη δράση πιο κοντά στο κοινό, το αποτέλεσμα θα ήταν σαφώς πιο ζεστό και ατμοσφαιρικό.
Ουσιαστικά όμως, ο συμβολισμός του κήπου πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Δεν έγινε σαφές πως πρόκειται για το σύμβολο της ομορφιάς, της αριστοκρατικής παράδοσης και της παιδικής ηλικίας, ούτε αναδείχθηκε επαρκώς το φινάλε με το σβήσιμό τους, όπου η κοπή των δέντρων συμβολίζει το βίαιο τέλος μιας εποχής και την επικράτηση του υλισμού.
Οι Ερμηνείες
-
Λιούμποφ Αντρέγεβνα Ρανέφσκαγια (Γιολάντα Μπαλούρα): Η ιδιοκτήτρια του κτήματος είναι γοητευτική αλλά ανεύθυνη. Η κ. Μπαλούρα την ερμήνευσε παντελώς ρηχά, φέροντας ευθύνη κυρίως για το άνευρο φινάλε που βασίζεται πάνω της.
-
Λεωνίδας Γκάγεφ (Βασίλης Ευταξόπουλος): Ο αδελφός της Ρανέφσκαγια, ένας εκκεντρικός αριστοκράτης που αποφεύγει τα προβλήματα. Η ερμηνεία του κ. Ευταξόπουλου παρέμεινε από την αρχή μέχρι το τέλος επιφανειακή.
-
Πέτρος Τροφίμοφ (Γιώργος Κολοβός): Ο «αιώνιος φοιτητής» και ιδεαλιστής. Η προσέγγιση του κ. Κολοβού ήταν αρκετά πεζή.
-
Άνια (Άνθη Κάσινου): Η κόρη της Ρανέφσκαγια, η μόνη που αποχαιρετά τον κήπο με ελπίδα. Η κ. Κάσινου υπήρξε αρκετά ανεκτή στον ρόλο της.
-
Βάρια (Χρύσα Ζαφειριάδου): Η τραγική φιγούρα της ενδιάμεσης τάξης. Μια συμπαθής νότα από την κ. Ζαφειριάδου.
-
Γιάσα (Γρηγόρης Φρέσκος): Ο κυνικός υπηρέτης. Η ερμηνεία του κ. Φρέσκου υπερβολική.
-
Ντουνιάσα (Τατιάνα Μελίδου): Τίποτα το ιδιαίτερο στον ρόλο της καμαριέρας που ονειρεύεται την κοινωνική αναρρίχηση.
-
Σαρλότα (Άννυ Τσολακίδου): Η «λοξή» ματιά του Τσέχωφ, ερμηνευμένη οριακά καλά.
Τα Θετικά (+)
Στα θετικά της παράστασης συγκαταλέγονται τα κοστούμια της βετεράνας Ελένης Μανωλοπούλου —ειδικά τα γυναικεία ήταν μια απόλαυση και ταίριαζαν εξαιρετικά στη Γιολάντα Μπαλούρα. Ανεκτοί οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, αν και έχουμε δει καλύτερες δουλειές του. Στα «συν» και τα καλαίσθητα «κεντητά» κεφάλαια, όπου μια διάφανη κουρτίνα κρεμόταν από την οροφή, ενώ όλη η παράσταση απέπνεε μια ατμόσφαιρα υψηλής αισθητικής.
Διακρίθηκαν στους ρόλους τους:
-
Νίκος Καπέλιος (Πίσικ): Πολύ καλός ως κωμικό αντίβαρο στη μελαγχολία της Ρανέφσκαγια, συμβολίζοντας την επιβίωση της επαρχιακής αριστοκρατίας.
-
Κώστας Σαντάς (Φιρς): Το «ζωντανό φάντασμα» του παρελθόντος. Τον ερμήνευσε εξαιρετικά —αν και με τον γνώριμο τρόπο του— ο πάντα καλός κ. Σαντάς.
-
Αντίνοος Αλμπάνης (Λοπάχιν): Με πολύ καλές επιδόσεις, απέδωσε τον πρακτικό άνθρωπο της νέας τάξης πραγμάτων που βλέπει τη γη ως αξία εκμετάλλευσης. Μπράβο του.
Στα αξιοσημείωτο είναι ότι η παράσταση πέτυχε τη γλώσσα της «μη επικοινωνίας», όπου οι ήρωες, κλεισμένοι στους μικρόκοσμούς τους, επιδίδονται σε παράλληλους μονολόγους — ένα «θέατρο της σιωπής» που λέει πολλά ενώ ο παλιός κόσμος καταρρέει.
Εν ολίγοις (=)
Μια προσπάθεια που έμεινε στις προθέσεις, με την ευχή όμως να βρει τον δρόμο της διορθώνοντας τα λάθη της στην πορεία των παραστάσεων.
Βαθμολογία: 5,9/10
ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
«Ο Βυσσινόκηπος» του Αντόν Τσέχωφ
– Συνέντευξη: Αθανασία Καραγιαννοπούλου –

Το έργο αποτυπώνει την κατάρρευση της παλιάς αριστοκρατίας και την επέλαση μιας νέας, σκληρής τάξης πραγμάτων. Ο Βυσσινόκηπος που πωλείται γίνεται το σύμβολο μιας εποχής που χάνεται, την ώρα που το «τελευταίο τρένο» αναχωρεί για ένα άγνωστο μέλλον.
Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου. Ερμηνεύουν: Αντίνοος Αλμπάνης, Γιολάντα Μπαλαούρα, Βασίλης Ευταξόπουλος κ.ά
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη: 19:00 Πέμπτη- Παρασκευή: 21:00 Σάββατο: 18:00- 21:00 Κυριακή: 19:00
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ










