«Η σκηνοθέτις του “Θεάτρου του Άλλοτε” φέρνει τον “Φάουστ” του Γκαίτε στη σκηνή του Αυλαία, μετατρέποντας το λάθος, την παύση και την αγωνία της δημιουργίας σε μια ωμή καλλιτεχνική αλήθεια.
Υπάρχουν έργα που δεν “ανεβαίνουν” απλώς στη σκηνή, αλλά αναμετρώνται με την ίδια την ύπαρξη των δημιουργών τους. Ο “Φάουστ” είναι το απόλυτο αίνιγμα της παγκόσμιας δραματουργίας, ένα κείμενο-λαβύρινθος που απαιτεί θυσίες. Φέτος, η Βαρβάρα Δουμανίδου επιλέγει τον δρόμο της απόλυτης έκθεσης: το έργο απογυμνώνεται από τη θεατρική σύμβαση και παρουσιάζεται ως ένα “work in progress”. Εκεί, η σκηνοθετική οδηγία γίνεται μέρος του κειμένου και η αγωνία της γέννησης της παράστασης εξελίσσεται σε μια τελετουργία στην οποία το κοινό δεν είναι πια θεατής, αλλά συνένοχος.
Από την “αιματηρή” αξία της στιγμής και τον Μεφιστοφελή ως alter ego, μέχρι την αντοχή του ελεύθερου θεάτρου που “επιμένει να αγαπά” σε πείσμα των καιρών, η Βαρβάρα Δουμανίδου εξηγεί γιατί η αλήθεια δεν βρίσκεται ποτέ στον προορισμό, αλλά στις πληγές που αφήνει πάνω μας η διαδρομή.»
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
Επιλέξατε να παρουσιάσετε τον «Φάουστ» ως ένα «έργο υπό κατασκευή». Είναι αυτή η «γύμνια» της πρόβας μια προσπάθεια να ξορκίσετε τον φόβο απέναντι στο μέγεθος του Γκαίτε ή ένας τρόπος να δείξετε ότι η αλήθεια βρίσκεται στη διαδρομή και όχι στον προορισμό;
Όταν αποφάσισα να ανεβάσω το κείμενο του Γκαίτε δεν ήμουν σίγουρη τι ακριβώς ήθελα να πω με αυτή την παράσταση. Θέλω να πω, το έργο ήταν ένα από τα μεγάλα μου απωθημένα, ένα έργο τόσο δυνατό και σκοτεινό με γοήτευε από τότε που το πρωτοδιάβασα. Φέτος θεώρησα πως είμαι αρκετά ώριμη για να καταπιαστώ μαζί του αλλά μου διέφευγε η ουσία. Έχω δει αρκετά ανεβάσματα του έργου και ομολογώ πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να συλλάβει το μέγεθος ενός τέτοιου αριστουργήματος. Φυσικά ούτε κι εμείς ως Θέατρο του Άλλοτε μπορούμε. Ο καθένας μας ως δημιουργός ανακαλύπτει και διαφορετικά ερεθίσματα και αυτά τονίζει. Πρόκειται για ένα χαοτικό έργο (ειδικά το δεύτερο μέρος) που η φιλοσοφική του διάσταση είναι αδιανόητη. Ο Φάουστ παλεύει να αποκτήσει το νόημα της ζωής και είναι ξεκάθαρο πως η διαδρομή είναι η ουσία του έργου του Γκαίτε. Το βλέπουμε στην Οδύσσεια του Ομήρου, στο ταξίδι του Καβάφη, στην Ασκητική του Καζαντζάκη, στον Δρόμο του Κέρουακ. Όλοι οι σπουδαίοι συγγραφείς με αυτό το αίνιγμα καταπιάνονται.
Στη σκηνοθετική μου προσέγγιση είδα μια ευθεία γραμμή. Κι αποφάσισα να τη χαράξω πολλές φορές, να πάρω άλλο δρόμο, να σταματήσω, να ξεκινήσω ξανά, να χαράξω μικρές διακλαδώσεις μονοπατιών, να γυρίσω πίσω και να την ξαναπερπατήσω. Αυτή είναι η αλήθεια αυτού του ανεβάσματος. Η διαδρομή..jpg)
To Θέατρο του Άλλοτε έχει μια σταθερή κλίση προς το σκοτεινό και το απόκοσμο. Αν ο Μεφιστοφελής εμφανιζόταν σε μια πρόβα σας, τι θα του ζητούσατε ως αντάλλαγμα για την «τέλεια» παράσταση;
Ωραία ερώτηση. Για μένα ο Φάουστ και ο Μεφιστοφελής είναι το ίδιο πρόσωπο. Ο Φάουστ στην προσπάθειά του να κατανοήσει το νόημα της ζωής εφευρίσκει ένα σκοτεινό alter ego για να δικαιολογήσει τη σκοτεινή του φύση. Όπως στο Dr Jekyll και Mr Hyde έτσι κι εδώ, η φύση του ανθρώπου προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, να βρει μιαν απάντηση στο «γιατί όλα αυτά» να εξηγήσει το μυστήριο του θανάτου αλλά κυρίως το νόημα της ζωής. Προσωπικά δεν ξέρω αν θέλω την τέλεια παράσταση. Ίσως και για αυτό η συγκεκριμένη είναι τόσο ρευστή, όσο η ίδια η ζωή. Με τα λάθη της, τις αστοχίες της, τους φόβους και τις ανησυχίες της. Τη ζωή την αντιμετωπίζουμε ως ένα πείραμα. Μια πρόβα. Σαν να μην είναι η τελική παράσταση. Δεν κατέχουμε τη γνώση (μέχρι στιγμής) να αντιληφθούμε πως δεν υπάρχει κάτι άλλο παρά η ίδια η στιγμή και να απολαύσουμε. Ερχόμαστε, δοκιμάζουμε, φεύγουμε. Από τον Μεφιστοφελή θα ζητούσα λίγη ακόμη από τη φωτιά του για να ανάψουμε την πυρκαγιά της συνειδητοποίησης πως όλα είναι εδώ και τώρα, μέσα μας.
Στην παράστασή σας, το κοινό παρακολουθεί τη διαδικασία της δημιουργίας, μαζί με τις διακοπές και τις αμηχανίες της. Πώς νιώθετε που εκθέτετε την «εύθραυστη» στιγμή της σκηνοθετικής γέννας στα μάτια των «ξένων»;
Είναι λίγο αμήχανο για μας τους ηθοποιούς, το παραδέχομαι. Από τη δημιουργία αυτής της σκέψης κατάλαβα πως δεν ήθελα να είναι κάτι πολύ έντονο για να μη χάνεται η αίσθηση του θεατή στα πολλά «κοψίματα». Οπότε για το κοινό όλα γίνονται μαλακά, ανεπαίσθητα και μέσα στη ροή μιας πρόβας που μερικές φορές είναι στην αρχή της και μερικές άλλες όταν το έργο είναι ήδη ολοκληρωμένο και απλά προσθέτεις πινελιές που θα το κάνουν πιο ενδιαφέρον. Πάντως και για μας ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία.
Σημειώνετε πως ο δικός σας Φάουστ «αρνείται την ολοκλήρωση». Πιστεύετε ότι στην εποχή μας, που όλα πρέπει να είναι «πακεταρισμένα» και τέλεια, το να αφήνεις κάτι ημιτελές είναι η απόλυτη πράξη καλλιτεχνικής επανάστασης;
Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο μιας και αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που επέλεξα να δημιουργήσουμε κάτι ημιτελές. Ο ίδιος ο Γκαίτε έγραφε το έργο σε όλη του τη ζωή. Το ξεκίνησε νέος και το τελείωσε λίγο πριν το θάνατό του. Φαίνεται από τα γραπτά του και ο ενθουσιασμός του και η έξαψη και η κούραση. Όλοι στο τέλος της ζωής μας θα θέλαμε να έχουμε μια ολοκλήρωση. Πότε όμως επιτυγχάνεται; Ποτέ. Κανείς μας δεν φεύγει πλήρης ημερών ακόμη και στα εκατό του. Γιατί η άσβεστη επιθυμία του ανθρώπου για ζωή είναι αυτή που πάντα υπερτερεί απέναντι σε κάθε τέλος. Ναι δεν πιστεύω στην ολοκλήρωση και δεν το πιστεύει ούτε ο Γκαίτε. Ο Φάουστ λέει χαρακτηριστικά επικαλούμενος τον Θεό, πως συνειδητοποιεί πως «ο άνθρωπος το τέλειο δεν το φτάνει ποτέ». Κι αυτή είναι μια γνώση που μας χαρίζεται με τα χρόνια. Δεν θέλουμε να τελειοποιηθούμε. Θέλουμε τις πληγές μας, τις απορρίψεις μας, το πέσιμο και το σήκωμα, το ανολοκλήρωτο, που θα μας κινητοποιήσει να κάνουμε άλλη μια προσπάθεια. Δεν ξέρω αν είναι η απόλυτη πράξη καλλιτεχνικής επανάστασης αλλά το ανολοκλήρωτο, είναι η ζωοποιός δύναμή μας.
Υπάρχουν στιγμές που η «πρόβα μέσα στην παράσταση» ξεφεύγει από τον έλεγχο και γίνεται πραγματικότητα; Πού σταματά ο ρόλος του ηθοποιού και πού αρχίζει η πραγματική αγωνία του ανθρώπου που παλεύει με το κείμενο;
Ναι αυτό συμβαίνει και σε πιο συμβατικά ανεβάσματα. Πολλές φορές στη σύγκρουση μας με τον ρόλο ή το κείμενο, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα. Και πολλές φορές η πτώση είναι σφοδρή. Φυσικά αυτό συμβαίνει κυρίως στην αρχή. Η τριβή με όλα τα πράγματα καταργεί τον Φόβο. Οπότε όσο περισσότερο φθειρόμαστε πάνω στο κείμενο ή στις σκηνές, τόσο πιο γρήγορα, βαθιά και διεισδυτικά αγγίζουμε την ουσία του έργου.
Χρησιμοποιείτε τη μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη. Ποια λέξη ή ποιος στίχος του Γκαίτε στάθηκε η μεγαλύτερη «πληγή» ή η μεγαλύτερη έμπνευση κατά τη διάρκεια των δοκιμών σας;
Η επιλογή για την μετάφραση του κυρίου Πέτρου Μάρκαρη, αποφασίστηκε γιατί είναι σύγχρονη, ποιητική και βαθιά ανθρώπινη. Πρωτοδιάβασα το έργο του Γκαίτε αρκετά νέα και πολλές φράσεις με γοήτευσαν. «ο δε βίος βραχύς, η δε τέχνη μακράν» διά στόματος Βάγκνερ του μαθητή του Φάουστ που είναι και το δικό μου μότο. Τόσα πράγματα να κάνεις, τόση λίγη ζωή να τα πραγματοποιήσεις. Και φυσικά η φράση του Μεφιστοφελή που κλείνει μέσα της όλη την ουσία της ζωής. «το αίμα είναι ένας χυμός εξαιρετικής ποιότητας». Αυτή η φράση για μένα είναι η κινητήριος δύναμή μου. Μόλις καταλάβουμε τι τρέχει μέσα στις φλέβες μας και πόσο πολύτιμη είναι η ζωή που ζούμε, τα πάντα θα αποκτήσουν νόημα.
Ο Δημήτρης Βασιλειάδης υπογράφει την κίνηση και πρωταγωνιστεί. Πώς μετουσιώνεται η φιλοσοφική αγωνία του Φάουστ σε σωματική δράση όταν ο λόγος πλέον δεν επαρκεί για να περιγράψει το άπειρο;
Ο Δημήτρης όπως έχω πει πολλές φορές είναι το alter ego μου. Αυτή τη φορά αποκαλύπτεται και επί σκηνής. Θεωρητικά υποδυόμαστε το ίδιο άτομο. Εγώ ως Μεφιστοφελής εκείνος ως Φάουστ. Ο Δημήτρης είναι ένα σχεδόν εξωγήινο ον, με αδιανόητες δεξιότητες και αρετές. Πλέον συνεννοούμαστε τηλεπαθητικά οπότε ό,τι έχω στο μυαλό μου ο Δημήτρης το υλοποιεί τόσο ως ηθοποιός όσο και κινησιολόγος. Είναι τόσο σημαντική η κίνηση στη συγκεκριμένη παράσταση γιατί όπως πολύ σωστά αναφέρετε, μερικές φορές ο λόγος δεν είναι αρκετός. Πνεύματα, ζώα, διαστάσεις, χρονικά διαστήματα, αλλαγές εποχών, όλα αυτά χρειάζονται τη σωστή κίνηση και τη σωστή αίσθηση για να αποδοθούν σωστά. και ο Δημήτρης είναι εκείνος που τα συνθέτει και τα παρουσιάζει όλα, χωρίς την παραμικρή λέξη.
Λέτε πως η επιλογή της πρόβας δεν είναι αισθητικό εύρημα, αλλά στάση. Αν η ζωή μας είναι μια διαρκής πρόβα για κάτι που δεν έρχεται ποτέ, ποια οδηγία θα δίνατε στον εαυτό σας ως «σκηνοθέτιδα της δικής σας πραγματικότητας»;
Αυτό που μας αποκρύπτεται από το σύμπαν (γιατί όπως προείπα δεν υπάρχει πρόβα ζωής αλλά μόνο παράσταση) είναι πως δεν είμαστε εδώ για πάντα. Νιώθουμε δυνατοί, άτρωτοι και υπερήρωες αλλά στον φόβο του θανάτου είμαστε ανήμποροι. Και αυτό ακριβώς τονίζεται με τη διαρκή πρόβα στην παράστασή μας. Ο θεατής (ελπίζω) θα βγει από τη θεατρική αίθουσα σκεπτόμενος τί νόημα έχουν όλα αυτά που ζει αν δεν δώσει ο ίδιος ένα νόημα σε αυτά. Η πρόβα εδώ έρχεται ως υπενθύμιση της ρεαλιστικής ζωής. Της πραγματικότητας ως καθημερινότητας. Κάθε σκηνή άρα και κάθε στιγμή της ζωής μας, περιμένει καρτερικά να λάμψει. Να έρθει εκείνο το σημείο όπου θα βγούμε λαμπεροί, λουσμένοι στο φως (της σκηνής ή της ζωής) και θα κάνουμε αυτό που είμαστε γεννημένοι να κάνουμε. Η μόνη οδηγία είναι «ζήσε».
Με μια τόσο έντονη ομάδα (makeup, φωτογραφία, κίνηση), πώς καταφέρατε να διατηρήσετε την αισθητική του «Άλλοτε» μέσα σε ένα πλαίσιο που μοιάζει τόσο απογυμνωμένο και «σημερινό»;
Η προσέγγιση του Θεάτρου του Άλλοτε σε ένα έργο, είναι ακριβώς η αποκρυστάλλωση της ουσίας των πραγμάτων. Αυτό συμβαίνει και σε αυτή την παραγωγή. Μας ενδιαφέρει κυρίως η απογύμνωση του φιλοσοφικού έργου του Γκαίτε και το σπάσιμο των εννοιών σε κομμάτια – σκηνές. Προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε ένα ουδέτερο τοπίο όπου συναντιούνται ο διαφωτισμός, ο ρομαντισμός και ο ιδεαλισμός. Το έργο είναι τόσο «θέατρο του ‘Αλλοτε» που κι εμάς τους ίδιους μας εξέπληξε.
Ανεβάζετε μια παραγωγή με έναν πολυπληθή θίασο 11 ηθοποιών και πολλούς συντελεστές. Σε μια εποχή που το ελεύθερο θέατρο πιέζεται οικονομικά, πώς καταφέρνει το «Θέατρο του Άλλοτε» να στηρίξει μια τόσο μεγάλη ομάδα;
Η αγάπη. Αυτή είναι που μας κινητοποιεί και μας ενδυναμώνει σε ένα τέτοιο θολό τοπίο. Η αγάπη για το θέατρο και η αγάπη μεταξύ μας. Με τους περισσότερους ηθοποιούς είμαστε συνεργάτες χρόνια και οι καινούργιοι που προστίθενται είναι σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Φυσικά και είναι επώδυνο και κοστοβόρο και εξουθενωτικό να ζεις σε μια πόλη που τρώει τα παιδιά της. Και χωρίς καμία κρατική οικονομική στήριξη. Αλλά χρόνια τώρα το Θέατρο του Άλλοτε κρατάει το λάβαρο της αντίστασης, Αντιστεκόμαστε στην προχειρότητα, στις αρπαχτές, στις βιτρίνες και στο θεαθήναι. Είμαστε παρόντες και όσο αντέξουμε.
Με τα κόστη των θεάτρων, των προβών και των τεχνικών απαιτήσεων να ανεβαίνουν, «βγαίνουν» τελικά τα έξοδα μιας τέτοιας απαιτητικής παράστασης ή το κίνητρο παραμένει αμιγώς καλλιτεχνικό;
Το κίνητρο μας είναι πάντα καλλιτεχνικό. Ελάχιστες παραστάσεις βγάζουν σημαντικό κέρδος, ακόμη κι αν είναι με ηχηρά ονόματα και sold out. Αλλά νομίζω πως έχουμε αποδείξει με τα τόσα χρόνια πορείας στην πόλη πως ουδέποτε μας ενδιέφερε τόσο το οικονομικό μέρος. Κάνουμε παραστάσεις γιατί έχουμε πάντα κάτι να πούμε, να σχολιάσουμε, να εκτονώσουμε τις αγωνίες μας ως καλλιτέχνες και ως δημιουργοί. Φυσικά θα επιθυμούσαμε διακαώς να ζούμε από αυτό, αλλά αυτό είναι μια ουτοπία.
Πέρα από το οικονομικό, πόσο δύσκολο είναι για μια ανεξάρτητη παραγωγή να συντονίσει τόσους δημιουργικούς ανθρώπους και τι σημαίνει αυτό για τη μελλοντική πορεία του θιάσου;
Τα μέλη του Θεάτρου του ‘Αλλοτε είναι μια σχετικά κλειστή ομάδα. Είμαστε με τους περισσότερους χρόνια συνεργάτες και τα νέα μέλη που μπαίνουν στην ομάδα πέρα από το ταλέντο που πρέπει να έχουν, οφείλουν πρώτα από όλα να είναι έντιμοι σε αυτό που καλούνται να υπηρετήσουν. Έχω συνεργαστεί για πολλά χρόνια με ανθρώπους που δεν είχα καμία επικοινωνία και αυτό μου στοίχισε καλλιτεχνικά. Για αυτό πλέον διαλέγω (με διαλέγουν;) άνθρωποι που είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος.
Πέρα από τους ηθοποιούς που είναι μόνιμοι πλέον όπως ο Δημήτρης Βασιλειάδης, η Μαρία Σεμερτζίδου, η Θεοδώρα Κωστάκου, ο Δημήτρης Ελιάς, ο Στέργιος Κωνσταντζίκης, ο Παναγιώτης Καβαλιεράκης, η Φανή Πλάκα, ο Κωνσταντίνος Μπάρκος, ο Δημήτρης Πογαρίδης, φέτος έχουμε και τη Νεφέλη Φούντα που ενσαρκώνει τη Μαργαρίτα και είναι ένα θαυμάσιο παιδί. Φυσικά και εκτός σκηνής συνεργάτες όπως ο Τόμης Βρακάς στα βίντεο, ο Λάμπρος Καζάν στη φωτογραφία, η Φωτεινή Φιλοξενίδου στη γραφιστική επιμέλεια, η Νταϊάνα Αντωνιάδου στο μακιγιάζ και η Ευδοκία Παυλίδου στην επικοινωνία, έχουν φτιάξει με την αισθητική και την οπτική τους την εικόνα του θιάσου.
Όλοι εμείς έχουμε την ίδια φιλοσοφία πάνω στην τέχνη και στον τρόπο που πρέπει να την παράξουμε. Για όλους αυτούς τους λόγους η δουλειά μας γίνεται εύκολη, ανώδυνα και με πολλή αγάπη.
Όταν σβήσουν τα φώτα στο Θέατρο Αυλαία, τι ελπίζετε να έχει μείνει χαραγμένο στο δέρμα των θεατών; Μια ιστορία για έναν άνδρα που πούλησε την ψυχή του ή η ανάμνηση μιας ομάδας που τόλμησε να «αποτύχει»
Σε κάθε θεατή (και αυτή είναι η ομορφιά της Τέχνης) θα χαραχτεί κάτι διαφορετικό. Εμείς ελπίζουμε ο θεατής να νιώσει τον απειροελάχιστο χρόνο που του αναλογεί σε αυτόν τον κόσμο και να ζήσει όσο πιο έντονα θέλει και μπορεί. Αν ένα μήνυμα ξεχωρίζει από το σπουδαίο έργο του Γκαίτε είναι αυτό. «Το τέλειο κανείς άνθρωπος δεν το φτάνει» και πρέπει κάποτε να σταματήσουμε να το βλέπουμε μπροστά και σε κάθε απόπειρα να ζήσουμε ελεύθεροι, σαν το Άγιο Δισκοπότηρο. Ζούμε λίγο, ας το κάνουμε να αξίζει.
ΑΥΛΑΙΑ
«Φάουστ» του Γκαίτε.
Πρεμιέρα: Παρασκευή 06/02

Ένα έργο που αρνείται την ολοκλήρωση. Η επιλογή της πρόβας μέσα στην παράσταση δεν είναι αισθητικό εύρημα, αλλά στάση. Το λάθος, η παύση, η αμηχανία και οι σκηνοθετικές οδηγίες είναι ορατές και υπό αμφισβήτηση. Δεν ισχυριζόμαστε ότι κατέχουμε την αλήθεια του Faust. Τη διεκδικούμε μέσα από την πράξη.» — Βαρβάρα Δουμανίδου
Σκηνοθεσία: Βαρβάρα Δουμανίδου. Ερμηνεύουν: Δημήτρης Βασιλειάδης, Βαρβάρα Δουμανίδου, Φανή Πλάκα, Μαρία Σεμερτζίδου, Στέργιος Κωνσταντζίκης, Παναγιώτης Καβαλιεράκης κ.ά.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Κάθε Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή στις 21:00, Κυριακή στις 19:00 (έως 15/03)
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ






.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)