Η Στέργια Κάββαλου είναι μια δημιουργός που δεν χωρά σε μία μόνο ταμπέλα. Πεζογράφος, ποιήτρια, μεταφράστρια και αναγνωρισμένη συγγραφέας παιδικών βιβλίων, επιστρέφει με ένα νέο θεατρικό έργο, το «Δεν μένω πια εδώ».
Με αφορμή το βιβλίο της, μιλά για την επώδυνη αλλά λυτρωτική διαδικασία της αλλαγής, τη δύναμη των τυχαίων συναντήσεων, και την ανάγκη ο πολιτισμός στην Ελλάδα να αποκτήσει ξανά ουσιαστικό περιεχόμενο και σεβασμό προς τους δημιουργούς του.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
-Η ηρωίδα σας στο νέο βιβλίο «Δεν μένω πια εδώ», η Στέλλα, βρίσκεται στην οριακή στιγμή μιας μετακόμισης. Γιατί επιλέξατε αυτή τη συγκεκριμένη συνθήκη —τις κούτες και τους γυμνούς τοίχους— ως φόντο για τον απολογισμό μιας ζωής;
Αρχικά να πω ότι η ιδέα ήρθε από μια πραγματική συνθήκη. Έβλεπα μια φίλη μου να ετοιμάζεται να φύγει από το συζυγικό σπίτι, το πόσο δύσκολο, το πόσο σπαρακτικό είναι. Την έβλεπα να μη θέλει να το κάνει αλλά να πρέπει, αφού υπήρχε και δικαστική απόφαση. Να κάνει ένα βήμα μπροστά και σαράντα πίσω. Οπότε ήθελα να βάλω τη Στέλλα να σταθεί εκεί, στο ένα βήμα πριν τη νέα ζωή. Εκεί βλέπεις πιο καθαρά πώς έγραψαν μέσα σου τα περασμένα.
-Στο έργο, η Στέλλα αφήνει πίσω της τη «συζυγική της ταυτότητα». Πόσο επώδυνη αλλά και λυτρωτική είναι τελικά η διαδικασία του να επαναπροσδιορίζεις τον εαυτό σου μετά από χρόνια συνύπαρξης;
Όταν τα χρόνια είναι πάρα πολλά φαντάζομαι πως μόνο πόνο νιώθεις. Βέβαια εξαρτάται από το πόσο αυτή η συζυγική ταυτότητα σε έχει καθορίσει. Αν είχε καλύψει όλες τις άλλες σου πτυχές και εκφράσεις, θα πονέσεις και θα πονάς. Αλλά ο πόνος είναι φίλος. Σου δείχνει τι πρέπει να αλλάξεις. Για εμένα που είμαι άνθρωπος των αλλαγών και όχι του ετεροπροσδιορισμού, αυτό φαντάζει λυτρωτικό. Όμως αναγνωρίζω ότι τα πράγματα δεν είναι μαύρα ή άσπρα. Σε κάθε περίπτωση όταν ανοίξεις την πόρτα και φύγεις, καλό είναι να έχεις φόρα. Για εμένα το καινούριο έχει μόνο θετικό πρόσημο, για την ηρωίδα όχι. Στην αρχή του έργου μοιάζει να μην είναι έτοιμη. Όταν όμως τα σκέφτεται όλα και τα λέει δυνατά και με τη βοηθητική παρουσία του Άλεξ φυσικά, αποκτά αυτή τη φόρα που της έλειπε.
-Ο νεαρός Άλεξ εμφανίζεται ως ένας «από μηχανής θεός» ή ως ένας καθρέφτης; Τι συμβολίζει η τυχαία συνάντησή τους για την εξέλιξη της Στέλλας;
Την αξία των τυχαίων συναντήσεων. Ο Άλεξ βρίσκεται εκεί από λάθος αλλά τελικά την ακούει, την ακούει πραγματικά. Όχι επειδή δεν έχει τι άλλο να κάνει αλλά γιατί και οι δύο έχουν ανάγκη από «επαφή». Ανθρώπινη, ατόφια επαφή. Τίποτα το ερωτικό, τίποτα το ωφελιμιστικό.
-Ο τίτλος «Δεν μένω πια εδώ» εκτός από κυριολεκτικός, μοιάζει και βαθιά εσωτερικός. Είναι μια δήλωση απομάκρυνσης από το παρελθόν ή μια υπόσχεση για ένα νέο παρόν;
Είναι νομοτελειακός. Από τη στιγμή που δεν θα μένει πια στο σπίτι με τον άντρα της, το «οικογενειακό», δεν μένει και στις συνθήκες που χαρακτήριζαν την καθημερινότητα αυτής της συνύπαρξης. Αναγκαστικά…
-Αυτό είναι το δεύτερο θεατρικό σας έργο μετά την «Άλκηστη» (2015). Τι σας έκανε να επιστρέψετε στη θεατρική φόρμα και πώς νιώθετε ότι έχει εξελιχθεί η «φωνή» σας στο ενδιάμεσο;
Δεν ξέρω πόσο μπορώ να το απαντήσω. Τα credits και για το συγκεκριμένο θεατρικό και για την Άλκηστη πάνε στην ηθοποιό Έφη Νιχωρίτη. Μου ζήτησε να γράψω κάτι για εκείνη το 2015. Η Άλκηστις ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία από την ίδια και είπαμε να το επαναλάβουμε δέκα χρόνια μετά. Το «Δεν μένω πια εδώ» το έγραψα το καλοκαίρι του 2025. Ελπίζω να μην κάνω άλλα δέκα χρόνια να γράψω θέατρο!
-Ποίηση, πεζογραφία, παιδικό βιβλίο, μετάφραση και θέατρο. Πώς καταφέρνετε να ισορροπείτε ανάμεσα σε τόσο διαφορετικά είδη και τι σας προσφέρει το κάθε είδος ξεχωριστά;
Γενικά η ισορροπία είναι το ζητούμενο. Αγαπώ τα άκρα. Γι’ αυτό και γράφω για παιδιά αλλά και στα διηγήματά μου υπάρχουν πολλοί ηλικιωμένοι. Από την άλλη δε νιώθω τα διαφορετικά είδη ως μπάλες ή βαρίδια που πρέπει να κουμαντάρω. Σίγουρα έχω γράψει περισσότερα βιβλία για παιδιά απ’ ότι οτιδήποτε άλλο. Πρόσφατα συνάντησα έναν φίλο ποιητή που είχα να δω χρόνια, σε μια εκδήλωση για τους ποιητές του 21ου αιώνα στην οποία συμμετέχω και μου είπε «εσύ είσαι του παιδικού αλλά φλερτάρεις και με εμάς». Τρεις ποιητικές συλλογές δεν είναι φλερτ. Υπάρχει η τάση να θέλουμε να κατατάσσουμε τους άλλους. Πόσο μονοδιάστατο…Δεν είμαστε ένα πράγμα.
-Το παιδικό σας βιβλίο «Η ντουλάπα» διακρίθηκε με το White Raven Award. Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση όταν γράφετε για παιδιά, ώστε να αποφύγετε τον διδακτισμό και να αγγίξετε την ουσία;
Η Ντουλάπα είναι ένα βιβλίο που αγαπάω πολύ και χαίρομαι που διακρίθηκε. Στο εξωτερικό πάντα. Εδώ ήταν υποψήφιο στα βραβεία του Αναγνώστη και μέχρι εκεί. Όταν ο εκδότης στον οποίον απευθύνθηκα αρχικά μου είπε «Θέλεις να μας πάρουν με τις πέτρες οι μαμάδες; Χρειάζεσαι έναν πιο μικρό και εναλλακτικό εκδοτικό» επειδή το βιβλίο μιλάει για ένα αγόρι που αγαπάει και το ροζ και το μοβ, που θέλει να παίζει και με κούκλες και με ιππότες, καταλαβαίνουμε ότι ο διδακτισμός έρχεται από το σύστημα. Κι εγώ είμαι πολύ μακριά από αυτό.
-Έχετε σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία και Μετάφραση. Πόσο έχει επηρεάσει η γαλλική κουλτούρα και λογοτεχνία τον δικό σας τρόπο γραφής;
Έχω μία τρομερή αγάπη στη γαλλική γλώσσα και έχω ζήσει στη Γαλλία, όχι όμως όσο θα ήθελα. Φανταστείτε ότι τις προάλλες με ρώτησε η κόρη μου αν θα ήθελα να ήμουν Γαλλίδα. Εντάξει, γελάσαμε, αλλά βλέπει το παιδί…Δεν μπορώ να προσδιορίσω τον τρόπο που με έχει επηρεάσει η επαφή μου με τη γαλλική κουλτούρα-μπορεί να μου έδωσε μια μπλαζέ ανυπακοή- αλλά θα ήθελα πολύ να δω κάποια βιβλία μου να μεταφράζονται στα γαλλικά.
-Η συλλογή διηγημάτων σας «Αλτσχάιμερ Trance» είχε προκαλέσει αίσθηση. Σας ελκύουν τα θέματα που αφορούν τη μνήμη, τη φθορά και την απώλεια;
Ήταν το πρώτο μου βιβλίο που κυκλοφόρησε όταν ήμουν 27 χρονών. Αργότερα επανεκδόθηκε από το Βακχικόν. Έχει την ορμή της πρώτης έκθεσης που θέλεις όλα να τα πεις, χωρίς φίλτρα, λογοτεχνικές συμβάσεις. Σίγουρα η απώλεια είτε αυτό σημαίνει να χάνεις τον εαυτό σου όπως η ηρωίδα του ομώνυμου διηγήματος που πάσχει από Αλτσχάιμερ είτε να χάνεις κυριολεκτικά τη ζωή σου είτε να βλέπεις τις σχέσεις σου με τους άλλους να αλλάζουν.
-Ως μεταφράστρια, «δανείζετε» τη φωνή σας σε άλλους συγγραφείς. Πόσο εύκολο είναι να επιστρέφετε μετά στη δική σας αμιγώς προσωπική γραφή;
Τις περισσότερες φορές ανυπομονώ να τελειώσω τη μετάφραση και να έχω λίγες μέρες μετά κενές να γράψω κάτι δικό μου. Παράλληλα δεν νομίζω να τα έχω καταφέρει ποτέ. Βυθίζεσαι στο σύμπαν ενός άλλου και δεν μπορείς να υψώσεις τη δική σου φωνή. Εγώ τουλάχιστον. Μετά από μια μετάφραση, πρέπει να πετάξω πράγματα, να φτιάξω ξανά το γραφείο μου, να αποσυμπιεστώ για μια δυο μέρες και μετά να προλάβω να γράψω τις δικές μου ιδέες.
-Ποια είναι η γνώμη σας για τη θέση του σύγχρονου νεοελληνικού έργου στις ελληνικές σκηνές; Δίνεται αρκετός χώρος στους νέους δημιουργούς ή παραμένουμε προσκολλημένοι στα κλασικά κείμενα;
Υπάρχει προσκόλληση σε συγκεκριμένα κείμενα που μπορεί να καταντάει από βαρετή μέχρι γραφική. Όμως οι παραγωγές είναι τόσες πολλές που αναγκαστικά γίνονται πολυφωνικές. Το σύγχρονο νεοελληνικό έργο είναι πάντα στον θεατρικό χάρτη αλλά χρειάζεται περισσότερους προβολείς.
-Πιστεύετε ότι το ελληνικό θέατρο σήμερα τολμά να αγγίξει επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα ή αναλώνεται σε μια εσωστρέφεια;
Ίσως η εσωστρέφεια να είναι πιο έντονη στους διηγηματογράφους. Στο θέατρο νιώθω ότι αυτό κάπως καταλύεται. Η εσωστρέφεια βέβαια πάντα είναι η αφετηρία αλλά είμαστε όντα κοινωνικά οπότε κάθε λέξη, κάθε γραφή, κάθε σκηνή είναι πράξη πολιτική.
-Πώς βλέπετε τη σχέση μεταξύ λογοτεχνίας και σκηνής; Υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα στους συγγραφείς και τους ανθρώπους της πράξης (σκηνοθέτες, ηθοποιούς);
Χαίρομαι που βλέπω όλο και περισσότερα λογοτεχνικά κείμενα να διασκευάζονται για το θέατρο. Σημαίνει πως κάποιος ψάχνει, ζητάει, θέλει να ζωντανέψει το βιβλίο που τον συγκλόνισε εμπρός μας και να μας κάνει να το «διαβάσουμε» αλλιώς. Στη δική μου περίπτωση και επειδή το «Δεν μένω πια εδώ» θα ανέβει την άνοιξη, η επικοινωνία είναι άμεση, συνεχής και ζωντανή.
-Ως μια γυναίκα δημιουργός, πώς κρίνετε την ορατότητα των γυναικών συγγραφέων στο σύγχρονο πολιτιστικό τοπίο της χώρας;
Γενικά οι συγγραφείς δεν είμαστε πουθενά. Είμαστε ούτως ή άλλως αόρατοι για το κράτος. Όσες και όσοι γράφουμε παιδικά, μας θυμούνται κοντά στην Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, τότε μας θέλουν όλοι στα σχολεία να κάνουν το χρέος τους και τέλος. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν υπάρχει σεβασμός στον δημιουργό. Η απαξίωση και η αορατότητα δεν είναι μόνο θέμα φύλου αλλά και ιδιότητας. Το να είσαι γυναίκα και να προσπαθείς να υπάρξεις στην Ελλάδα του σήμερα είναι challenging από μόνο του. Αν θέλεις να δημιουργήσεις κιόλας, καλό κουράγιο.
-Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στον τρόπο που παράγεται ο πολιτισμός στην Ελλάδα σήμερα, τι θα ήταν αυτό;
Τι να πρωτοπώ…Πολιτισμός είναι ο τρόπος που θα χωρίσεις δύο παιδιά που τσακώνονται στην τάξη, που θα μάθεις στο παιδί σου να μοιράζεται το φαγητό του με τον συμμαθητή του που δεν έχει, είναι το πώς αντιμετωπίζεις εκείνους που διδάσκουν εικαστικά, μουσική και θεατρική αγωγή εσύ ως μαμά, μπαμπάς, διευθυντής, συνάδελφος και ως κράτος, είναι η σχολική σου βιβλιοθήκη, η οδική σου συμπεριφορά, το να σέβεσαι τον εαυτό σου και να καταλαβαίνεις ότι είσαι μέρος ενός συνόλου κι όχι εσύ και κανένας άλλος, ότι είμαστε όλοι στο εμείς.
Οι διάφοροι φορείς παίρνουν ό,τι χρήματα παίρνουν και κάνουν μια δράση να πουν ότι την έκαναν και τέρμα. Το βλέπουμε όσοι συμμετέχουμε σε εκθέσεις εδώ και στο εξωτερικό. Να βγει η υποχρέωση, να πούμε ότι το κάναμε και γεια σας. Είναι και αυτή η λατρεία της αρχαιότητας που έρχεται όχι από τη βαθιά γνώση της αλλά από τη βεβαιότητα ότι αυτό θα φέρει κέρδη. Ατελείωτη παρελθοντολογία με αισθητική τουριστικής καμπάνιας των 80’s.
Το ελληνικό κράτος δεν μοιάζει να θέλει να είναι relevant. Ας μάθουμε στα παιδιά μας να ζούνε με ενσυναίσθηση, να λαμπρύνουν τη ζωή τους με τέχνη και εμείς οι δημιουργοί ας κάνουμε περισσότερη φασαρία στις διεκδικήσεις μας. Το ελληνικό κράτος είναι σε βαθιά κατάθλιψη. Κάποτε να καταλάβουμε ότι η τέχνη είναι φάρμακο. Διάβαζα ότι στην Ιρλανδία οι καλλιτέχνες θα παίρνουν ένα επίδομα για να μπορούν απερίσπαστοι να αφοσιωθούν στο έργο τους. Εδώ το ακούμε και γελάμε και κλαίμε μαζί ενώ ταυτόχρονα σκάμε από τη ζήλεια μας.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
Για τη Στέργια Κάββαλου, εδώ








