Μια από τις πιο πολυσχιδείς και ουσιαστικές φωνές του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, ο Μάνος Καρατζογιάννης, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη φέρνοντας μαζί του «Το Γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη.
Ηθοποιός που καταδύεται με σπάνια ευαισθησία στους ρόλους του, σκηνοθέτης που επιμένει στην ανάδειξη του ελληνικού λόγου και Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Θεάτρου Σταθμός που τολμά να ρισκάρει, μοιάζει να βρίσκεται σε μια διαρκή συνομιλία με τη μνήμη και την αλήθεια.
Με αφορμή τις τρεις συλλεκτικές παραστάσεις στο Θέατρο Αυλαία (20-22 Φεβρουαρίου), συζητάμε μαζί του για την επταετή επιτυχία του «Σταθμού», τη «συγκατοίκησή» του με τον εμβληματικό ρόλο του Λευτέρη, τη σχέση του με τη Θεσσαλονίκη, αλλά και για εκείνα τα καλλιτεχνικά στοιχήματα που ακόμα εκκρεμούν, θυμίζοντάς μας πως στο θέατρο —όπως και στη ζωή— τίποτα δεν είναι πιο απαραίτητο από την αποδοχή και την αγάπη.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
-Κύριε Καρατζογιάννη, υπηρετείτε το θέατρο από πολλές θέσεις. Αν έπρεπε να κρατήσετε μόνο μία ιδιότητα, αυτή του ηθοποιού, του σκηνοθέτη ή του ερευνητή του ελληνικού έργου, ποια θα λέγατε πως είναι εκείνη που σας «θεραπεύει» περισσότερο;
Πίσω από κάθε ιδιότητα – είτε ερμηνεύεις ένα ρόλο ή σκηνοθετείς, είτε γράφεις ή ακόμα κάνεις καλλιτεχνικό πρόγραμμα – πάντα μια ιστορία λες. Άρα πίσω από κάθε ιδιότητα κρύβεται εκείνη του ηθοποιού. Αν ήταν να διάλεγα βέβαια μια ιδιότητα, αυτή θα ήταν του δασκάλου, ίσως γιατί είναι η πιο ανιδιοτελής, άρα και η πιο σπουδαία από τη «φτιαξιά» της.
Φέτος, κλείνω δέκα χρόνια στην καλλιτεχνική εκπαίδευση, έκανα μάλιστα κι έναν κύκλο μαθημάτων στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Όταν ξεκίνησα να διδάσκω, υπήρχαν σπουδαστές μεγαλύτεροί μου ακόμα. Μαζί με τους σπουδαστές, «ξαναζώ» τη θεατρική ηλικία τους, τη θεία άγνοια, που ίσως είναι και η μόνη γνώση. Είναι σαν να κουρδίζουμε όλοι μαζί τα εκφραστικά μας εργαλεία, να ζωντανεύουν επί σκηνής οι αισθήσεις μας. Συχνά νεκρωμένες στην καθημερινότητα μας. Δεν είναι πολύ σημαντικό αυτό;
-Έχετε συνδέσει το όνομά σας με τη διάσωση και την ανάδειξη της νεοελληνικής δραματουργίας. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει τόσο πολύ στις σύγχρονες «ελληνικές φωνές»;
Μα δεν νοείται ελληνικό θέατρο χωρίς νεοελληνικό έργο. Δεν το λέω εγώ. Ο Κουν το έλεγε. Στην ουσία με το νεοελληνικό έργο, κάνεις πολιτική. Πιο πολύ κι απ’ τους πολιτικούς.
Το νεοελληνικό έργο, όπως και το τραγούδι μιλά στο θυμικό αλλά και στη συνείδηση των ανθρώπων. Τους θέτει διλήμματα υπαρκτά, της καθημερινότητάς τους. Πως μπορώ να μην γοητευτώ από μια συγγραφέα που σ’ έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, τόλμησε να μιλήσει για τα δεινά της φυλής μας και της δημόσιας ζωής μας. Ναι μιλάω για τη Θεσσαλονικιά Λούλα Αναγνωστάκη. Με το κλασικό ρεπερτόριο μπορεί να χτίζεις καριέρα, αλλά με το νεοελληνικό έργο σπάζεις αυγά!
-Ξεκινήσατε πολύ νέος και με πολύ σημαντικές συνεργασίες. Υπάρχει κάποια συμβουλή ή κάποιο «μάθημα» από τα πρώτα σας βήματα που ακολουθείτε πιστά μέχρι σήμερα;
Είχα την τύχη να σκηνοθετήσω αλλά και να παίξω μαζί με μερικούς από τους πιο σπουδαίους, τους σπουδαιότερους ηθοποιούς. Από το Θέατρο Τέχνης, το Εθνικό Θέατρο, το Ανοιχτό Θέατρο, το Ελεύθερο Θέατρο, τη Στοά, τη Σκηνή, το Εμπρός, την Πειραματική Σκηνή, το Αμόρε, τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, κι από την τηλεόραση ακόμα. Όλοι μου έμαθαν από κάτι. Μου μετέδωσαν το κλίμα και το ήθος μιας εποχής. Εκείνο όμως που μου έχει μείνει ανεξίτηλο είναι το πάθος του δασκάλου μου του Γιώργου Αρμένη. Νομίζω πως υποσυνείδητα χαρακτηρίζει κάθε μου δραστηριότητα. Σ’ εκείνον άλλωστε οφείλω τη γνωριμία μου με τη Λούλα Αναγνωστάκη, που είναι εκείνη που καθόρισε όσο κανείς την πορεία μου.
-Το θέατρο για εσάς μοιάζει να είναι και μια πράξη μνήμης. Πόσο σημαντικό θεωρείτε για έναν καλλιτέχνη να μην ξεχνά και να τιμά τους προκατόχους του;
Τόσο σημαντικό όσο για τον λαό που ξεχνά την ιστορία του, και δεν έχει μέλλον… Καμιά φορά όταν παίζω κάποιον πιο κλασικό ρόλο, η ερευνά μου δεν επικεντρώνεται μόνο στο κείμενο, αλλά και στους «προκατόχους» μου που έπαιξαν στο παρελθόν τον ίδιο ρόλο. Έτσι, μελετώ φωτογραφίες τους, χειρονομίες τους, θεωρητικά κείμενά τους όπως την «Εμπειρική Θεατρική Παιδεία» του Αλέξη Μινωτή ή ρωτάω τη γνώμη τους για μια σκηνή. Όχι για να κάνω το ίδιο, μπορεί και το αντίθετο. Αλλά με κινητοποιεί ο διάλογος αυτός. Στο θέατρο νιώθω να ενώνονται όλες οι εποχές. Να ζωντανεύουν οι ψυχές και να ζεσταίνονται οι καρδιές των ανθρώπων.
-Πώς έχει αλλάξει ο τρόπος που προσεγγίζετε έναν ρόλο από την εποχή που ξεκινήσατε μέχρι σήμερα, έχοντας πλέον και την εμπειρία της σκηνοθετικής «ματιάς»;
Άρδην! Γιατί με απασχολεί πια το «εμείς» περισσότερο παρά το «εγώ». Η μεγάλη εικόνα της αφήγησης αλλά και η λεπτομέρεια στη γραφή. Και κυρίως κατάλαβα ότι μια σκηνοθετική οδηγία συχνά γίνεται για να σε κινητοποιήσει και όχι για να εκτελεστεί, αλλά για να αποδοθεί μέσα από τη προσωπικότητά σου.
-Ηθοποιός σημαίνει «ποιώ ήθος». Σε μια εποχή που το θέατρο πέρασε από συμπληγάδες (Me Too, πανδημία), πώς ορίζετε εσείς το ήθος στον χώρο σας σήμερα;
Μάλλον με μια «ησυχία». Σε μια εποχή – πρόβλημα από το πρωί μέχρι το βράδυ, θεωρώ πια ανήθικο να δημιουργείς προβλήματα στους συνεργάτες σου είτε εσκεμμένα είτε ακούσια διαρκώς. Τέλειωσε αυτή η εποχή. Κοντέψαμε να τελειώσουμε κι εμείς μαζί της. Κανέναν μας δεν έχει ανάγκη το θέατρο. Εμείς το έχουμε!
Και για να γίνω πιο σαφής, αυτό δεν αφορά μόνο τους σκηνοθέτες, αλλά και τους ηθοποιούς, ακόμα και τους δημοσιογράφους. Είναι ανήθικο να μην σέβεσαι τη δουλειά σου, όσους συναναστρέφεσαι μέσα σ’ αυτήν. Τελευταία μου φαίνεται οριακά ανήθικο το να διεκδικούμε την προσοχή του δημόσιου βλέμματος και λόγου μέσα από ασήμαντες προσωπικές «εκμυστηρεύσεις», όταν συμβαίνουν τόσα ομολογουμένως τραγικά γύρω μας. Δεν γυρνάνε όλα γύρω από εμάς. Σίγουρα όχι.
-Ως καλλιτεχνικός διευθυντής του «Θεάτρου Σταθμός», ποιο θα λέγατε πως είναι το μεγαλύτερο ρίσκο που πήρατε και νιώσατε ότι σας δικαίωσε απόλυτα;
Η παραγωγή ενός ανεξάρτητου χειροποίητου θεάτρου, που όμως αγκάλιασε το κοινό, διακρίθηκε, παρουσίασε νέους καλλιτέχνες: Έλληνες και ξένους δραματουργούς, συναδέλφους – νέους ηθοποιούς αλλά και σκηνοθέτες – κι έφτασε μέχρι το Φεστιβάλ Αθηνών. Φέτος, μάλιστα κλείνουμε τα δέκα μας χρόνια. Η μόνη μου αγωνία είναι πως από τότε που ανέλαβα το Θέατρο Σταθμός, ο χρόνος κυλάει πιο γρήγορα… Έκανα όμως πολλούς φίλους. Έτσι, νομίζω τουλάχιστον.
-Πόσο δύσκολο είναι για εσάς να ισορροπείτε ανάμεσα στο όραμα ενός καλλιτέχνη και στις πρακτικές ανάγκες ενός διευθυντή που οφείλει να κρατήσει ένα θέατρο ζωντανό και ανεξάρτητο;
Δεν έχω αποφασίσει αν στερεί ο καλλιτέχνης από τον καλλιτεχνικό διευθυντή ή τον πλουτίζει. Μιλάω μ’ αυτά τα ρήματα, ακριβώς επειδή δεν έχουμε λεφτά. Έτσι, πλουτίζει ο νους, η φαντασία και η καρδιά… Όπως και να ‘χει κάθε επιλογή, έχει το αντίτιμό της. Κι αυτό το κατάλαβα από πολύ νωρίς.
-Επιστρέφετε στη Θεσσαλονίκη και στο Θέατρο Αυλαία. Τι γεύση σάς αφήνει το κοινό της πόλης και πόσο διαφέρει η ενέργεια της πλατείας εδώ σε σχέση με την Αθήνα;
Η Θεσσαλονίκη είναι από μόνη της ένα «βραβείο». Όταν μια παράσταση έρχεται από την Αθήνα, ειδικά στις μέρες μας, σημαίνει πως κάτι έχει κάνει καλά. Κάτι έχει λειτουργήσει… Οι μέρες που έρχομαι στη Θεσσαλονίκη κάθε φορά είναι σαν «Σαββατοκύριακο» μέσα στη χρονιά. Κι αυτό χάρη στους Θεσσαλονικείς. Ξέρουν να περπατάνε, να τρώνε, να γελάνε, να χειροκροτάνε. Αυτή τη φορά ανυπομονώ πιο πολύ!
-Υπάρχει κάποιο σημείο στη Θεσσαλονίκη ή μια συγκεκριμένη ανάμνηση που να λειτουργεί για εσάς ως «καταφύγιο» κάθε φορά που επισκέπτεστε την πόλη;
Έχω παίξει σε διάφορα θέατρα στη Θεσσαλονίκη: στο Δάσους, στο Κήπου, στο Συκεών, στην Καλαμαριά στο Μελίνα Μερκούρη, στο Εγνατία, στο Αμαλία, στο Αυλαία. Κάθε θέατρο έχει και τη δική του ανάμνηση. Πιο συχνά θυμάμαι, ένα ποδήλατο που είχα φέρει σπαστό από την Αθήνα κι έκοβα βόλτες στην Τσιμισκή.
-Ένα παράπονο!!! Για ποιο λόγο δεν την έχουμε δει ακόμη το «Όταν μεγαλώσω, θα γίνω Νάνα Μούσχουρη», μια παράσταση που πολλοί περιμένουν στη Θεσσαλονίκη.;
Θα είμαι ειλικρινής. Νομίζω πως φοβάμαι να βρεθώ εκτός Αθηνών, μακριά από το σπίτι μου, χωρίς συναδέλφους. Μ’ έναν μονόλογο δηλαδή στη σκηνή. Και τώρα με το «Γάλα», παίζουν ρόλο οι συνάδελφοι που ερχόμαστε… Βέβαια τώρα που το λέτε, μάλλον ήρθε η ώρα να ξεφοβηθώ!
– «Το Γάλα» επιστρέφει είκοσι χρόνια μετά τη συγγραφή του. Γιατί πιστεύετε ότι αυτό το έργο του Βασίλη Κατσικονούρη παραμένει τόσο τρομακτικά επίκαιρο, ενώ οι συνθήκες της μετανάστευσης έχουν αλλάξει;
Γιατί μέσα από αυτούς τους «μισούς» Έλληνες καταφέρνουμε να δούμε μια πιο ολόκληρη εικόνα του εαυτού μας. Η απόσταση μας το επιτρέπει. Πως θέλουν οι άνθρωποι δηλαδή αυτοί να μας μοιάσουν και σε τι; Που και γιατί δεν τα καταφέρνουν… Άλλωστε, είναι οντολογική η προσέγγιση του Κατσικονούρη, υπαρξιακή. Ξεφεύγει από κοινωνικές ή πολιτικοοικονομικές συνθήκες ή πρακτικές.
-Στην παράσταση ερμηνεύετε τον Λευτέρη, έναν ρόλο που έχει σφραγιστεί από τη μνήμη του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη, στον οποίο και αφιερώνετε την παράσταση. Πώς είναι για εσάς να αναμετράστε με έναν ρόλο που κουβαλά τέτοιο συναισθηματικό φορτίο;
Τον Κωνσταντίνο τον είχα δει σπουδαστή στο ΄Β έτος της δραματικής σχολής του Εθνικού στο μάθημα του Ντίνου Δημόπουλου – εγώ μαθητής ακόμα. Έπαιζε το «Μίλα μου σαν τη βροχή». Μίλαγε ολόκληρος! Έπειτα, συνεργαστήκαμε για λίγο σ’ ένα σήριαλ στο Μega. Τον θυμάμαι περισσότερο στον «Ταλαντούχο κύριο Ρίπλει». Δεν είχα δει το Γάλα. Ήμουνα στον στρατό. Ο θάνατός του με/μας συγκλόνισε. Άδικο. Τον σκέφτομαι κάθε φορά πριν βγω στη σκηνή. Ήταν κοινή η απόφαση να του αφιερώσουμε την παράσταση. Μια τιμή που του αξίζει.
-Στο έργο ακούγεται η φράση: «Τίποτα δεν ξαναγίνεται ρε Λευτέρη». Εσείς, ως Μάνος, πιστεύετε στις δεύτερες ευκαιρίες ή στο ότι η ζωή προχωρά μόνο μπροστά, χωρίς επιστροφή;
Είναι η αγαπημένη μου ατάκα. Το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ ανοίγει με τη φράση: «Τίποτα δε γίνεται…», το «Γάλα» κλείνει με τη φράση «Τίποτα δεν ξαναγίνεται». Το ίδιο είναι. Είμαστε «χρονομετρήσιμοι», αναλώσιμοι σαν τις στιγμές. Δεύτερη ευκαιρία μπορεί να υπάρξει – ζεσταίνονται έτσι και οι καρδιές μας. «Δεύτερη ζωή δεν έχει»…
-Τελικά, τι είναι αυτό που μας κάνει να νιώθουμε «ξένοι» σήμερα; Είναι η καταγωγή μας ή η έλλειψη αυτής της «τροφής» που ονομάζουμε αγάπη και αποδοχή;
Η έλλειψη τρυφερότητας. Ένας καλός λόγος. Ένα χάδι στο στομάχι μας. Αυτό λείπει και μας κάνει να αισθανόμαστε ξένοι. Αυτό μας χαρίζει απλόχερα «το Γάλα» μας τρία χρόνια τώρα.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
«Το Γάλα»: Η συγκλονιστική οικογενειακή ιστορία του Βασίλη Κατσικονούρη στη σκηνή του Θεάτρου Αυλαία
Tags: #ManosKaratzogiannis #ToGala #VasilisKatsikonouris #Interview #Kulturosupa #AvlaiaTheater #ThessalonikiTheater #TheaterStathmos #GreekActors #TheaterCulture #Thessaloniki2026






.jpg)

%20(1)%20SP%20edit%20(2).jpg)
