Υπάρχουν ηθοποιοί που υπηρετούν το θέατρο και υπάρχουν ηθοποιοί που το «χτίζουν» με τα ίδια τους τα χέρια. Η Μαίρη Ραζή ανήκει αδιαμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία. Με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη —μια ρίζα που κουβαλά πάντα στην αρχοντιά και το ταμπεραμέντο της— διένυσε μια λαμπρή διαδρομή δίπλα στα «ιερά τέρατα» της χρυσής εποχής, για να εξελιχθεί σε μια από τις πιο στιβαρές παρουσίες της σύγχρονης σκηνής.
Ιδρύτρια του ιστορικού Θεάτρου «Πρόβα» και της ομώνυμης Ανώτερης Δραματικής Σχολής, δεν σταμάτησε ποτέ να αναζητά την ουσία της υποκριτικής τέχνης, μακριά από ευκολίες και μανιέρες. Φέτος, συναντά ξανά τη σκοτεινή και αινιγματική γραφή της Μαργκερίτ Ντυράς στο ψυχολογικό θρίλερ «Οι Εραστές της Βιόρν», αναλαμβάνοντας τον ρόλο της Κλαίρης Λάν—μιας ηρωίδας που ισορροπεί ανάμεσα στη σιωπή, το πάθος και το ανεξήγητο.
Σε αυτή τη συνέντευξη, η σπουδαία ηθοποιός και δασκάλα μας ανοίγει την καρδιά της για την πορεία της από το Θέατρο Τέχνης μέχρι σήμερα, τη βαθιά καλλιτεχνική και οικογενειακή της σχέση με τον Σωτήρη Τσόγκα, τη δική της «Θεσσαλονίκη» που πάντα νοσταλγεί, αλλά και τη δυσκολία του να παραμένεις ρομαντικός και δημιουργικός σε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτατα.
Μια κουβέντα με τη Μαίρη Ραζή είναι πάντα ένα μάθημα ζωής, μια υπενθύμιση πως η τέχνη, όπως και ο έρωτας, απαιτεί το θάρρος να φτάνεις μέχρι τα άκρα.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
-Ήρθατε στην Ελλάδα σε μια τρυφερή ηλικία, στα 14 σας χρόνια. Πόσο καθόρισε την καλλιτεχνική σας ιδιοσυγκρασία η καταγωγή σας από την Κωνσταντινούπολη και οι εικόνες που φέρατε μαζί σας;
Φυσικά ότι είμαι γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη, ότι σπούδασα εκεί, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καριέρα μου και καθόρισε την καλλιτεχνική μου ταυτότητα. Μεγάλωσα σέ ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Πήγα σε ένα σχολείο το Saint Pulcherie, που οι καθηγήτριες μας ήτανε καλόγριες. Οι συμμαθήτριες μου από όλο τον κόσμο. Κινέζες, Εβραίες, Τουρκάλες, Αρμένισες, Ελληνίδες. Με διαφορετικά θρησκεύματα, καθολικές, ορθόδοξες μουσουλμάνες, βουδίστριες. Διαφορετικοί λαοί διαφορετικά ήθη και έθιμα, διαφορετικές μουσικές και χοροί. Τραγουδάγαμε όλων των ειδών τα τραγούδια, σε πολλές γλώσσες και χορεύαμε όλες μαζί από καλαματιανό μέχρι βαλς. Άλλη κουλτούρα, διαφορετικές προσλαμβάνουσες. Αυτόν τον μοναδικό πολιτισμό, τον κρατάω βαθιά ριζωμένο μέσα μου.
-Στα πρώτα σας βήματα συνεργαστήκατε με ιερά τέρατα όπως ο Βέγγος, ο Χατζηχρήστος, η Βλαχοπούλου και ο Γκιωνάκης. Ποιο είναι το σημαντικότερο μάθημα —ζωής ή τέχνης— που κρατήσατε από αυτούς τους σπουδαίους ηθοποιούς;
Ο κάθε ηθοποιός από αυτούς τους μεγάλους καλλιτέχνες ήταν από μόνος του μία σχολή. Άλλα είχες να μάθεις από τον Βέγγο, άλλα από τη Βλαχοπούλου, αλλά από τον Χατζηχρήστο ή τον Γκιωνάκη. Είχανε δικούς τους κώδικες υποκριτικής. Εκείνο όμως που κρατώ και είμαι τυχερή που έχω δουλέψει με αυτά τα ιερά τέρατα, είναι ο τρόπος που παίζανε την κωμωδία. Την αίσθηση του χιούμορ, την μέθοδο τους, γιατί ήξεραν πολύ καλά τι έκαναν. Την όσφρηση, την όσμωση του κοινού. Κάθε βράδυ καταλαβαίνανε τι κοινό είναι από κάτω κι έβρισκαν τον μοναδικό τρόπο να το προσεγγίσουν. Είχαν συστήματα, μεθόδους. Τίποτα δεν αφήναν στην τύχη του. Δουλεύανε πάρα πολύ και με το ένστικτό τους, τους ρυθμούς τους, την προσωπικότητα τους, αλλά και με την σημειολογία των κινήσεων τους.
-Σπουδάσατε Γαλλική Φιλολογία και θητεύσατε στον Κάρολο Κουν. Πώς αυτή η ακαδημαϊκή και πνευματική βάση επηρέασε τον τρόπο που προσεγγίζετε τους ρόλους σας όλα αυτά τα χρόνια;
Η καλλιτεχνική εκπαίδευση έχει πολλές αδυναμίες στην Ελλάδα και στην εποχή μου ακόμα περισσότερες. Αυτό ξεκινάει από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Σημασία δίνουμε στα μαθήματα των ξένων γλωσσών και στην πληροφορική. Η μουσική, ο χορός, το θέατρο, η ζωγραφική είναι μαθήματα που αφυπνίζουν και καλλιεργούν την ψυχή και την συνείδησή μας. Επειδή τα φοβούνται και δεν χρειάζονται πνευματικούς ανθρώπους αλλά εργατικά χέρια, τα βγάζουν από τα προγράμματα του σχολείου. Η εκπαίδευσή μου λοιπόν δεν σταμάτησε μόνο στη δραματική σχολή, σπούδασα και γαλλική φιλολογία, αλλά διάβαζα πάρα πολύ, έβλεπα πολλές παραστάσεις κατά τη διάρκεια των σπουδών μου και πολλές κινηματογραφικές ταινίες. Μου άρεσαν πολύ οι εικαστικές τέχνες, η ζωγραφική και το διάβασμα. Η γνώση είναι εργαλείο σκέψης. Με βοηθάει να γίνομαι καλύτερο ποιητικό εργαλείο. Για να ερμηνεύσω ένα ρόλο πρέπει να τον προσεγγίσω από πολλαπλές πλευρές .Να αποκωδικοποιήσω τον χαρακτήρα του ήρωα πού θα ερμηνεύσω.
-Το 1984 πήρατε το ρίσκο να ιδρύσετε τη δική σας στέγη. Τι ήταν αυτό που σας έλειπε τότε από το ελληνικό θέατρο και θέλατε να το βρείτε μέσα από τον δικό σας χώρο;
Ήθελα έναν χώρο για να βάλω μαζί με μία καλλιτεχνική ομάδα που μέχρι σήμερα συνεχίζουμε όλοι μαζί, τα όνειρα, τις ανησυχίες μας, την αγάπη μας για το θέατρο. Ήθελα να έχουμε την πολυτέλεια να επιλέγουμε τα έργα που μας ενδιέφεραν μακριά από ταμειακές επιταγές. Να προσεγγίζουμε τα κείμενα με τη δική μας καλλιτεχνική σφραγίδα.
-Διευθύνετε τη δική σας Δραματική Σχολή από το 2001. Τι συμβουλεύετε σήμερα έναν νέο ηθοποιό που ξεκινά σε μια εποχή που η τηλεόραση και τα κοινωνικά δίκτυα συχνά «θολώνουν» την ουσία της υποκριτικής;
Δεν μου αρέσει να συμβουλεύω αλλά προτείνω, οι υποψήφιοι σπουδαστές των δραματικών σχολών, να μην χάνουνε τον στόχο τους, το όραμα τους. Οι εποχές είναι δύσκολες φυσικά και η τηλεόραση και τα κοινωνικά δίχτυα θολώνουν την ουσία της υποκριτικής αλλά αυτό είναι βραχυπρόθεσμο. Αργά ή γρήγορα ξεχωρίζουν αυτοί που θα παραμείνουν με πίστη και αγάπη στο θέατρο και στο χώρο της υποκριτικής τέχνης
-Είστε παντρεμένη με τον Σωτήρη Τσόγκα εδώ και πάνω από 40 χρόνια, ενώ και η κόρη σας, Κοραλία, ακολούθησε τα βήματά σας. Είναι ευλογία ή πρόκληση για μια οικογένεια να μοιράζεται το ίδιο πάθος και την ίδια σκηνή;
Είμαι παντρεμένη με τον Σωτήρη Τσόγκα εδώ και 40 χρόνια. Είμαι πανευτυχής που η κόρη μου ακολούθησε τα βήματα που ήθελε η ίδια και τι θα έκανε το παιδί; μέσα στα καμαρίνια μεγάλωσε. Tην έσερνα στις πρόβες, κοιμότανε στα παρασκήνια, στους καναπέδες του καμαρινιού μου. Είναι ευλογία και ευτυχία να μοιραζόμαστε το ίδιο πάθος οικογενειακώς και ο γαμπρός μου είναι ηθοποιός. Νομίζω ότι και ο Περσέας, ο εγγονός μου, ηθοποιός θα γίνει.
-Έχετε βραβευτεί για τη συνολική σας προσφορά. Τι θεωρείτε εσείς μεγαλύτερο «παράσημο» στην καριέρα σας; Μια γεμάτη πλατεία ή την εξέλιξη ενός μαθητή σας;
Έχει αναγνωριστεί η προσφορά μου στον πολιτισμό είμαι πολύ ευχαριστημένη. Το μεγαλύτερο παράσημο στην καριέρα μου είναι η κουβέντα και η αγάπη που εισπράττω μετά την παράσταση από τους θεατές. Ή πλατεία άλλοτε είναι γεμάτη, άλλοτε είναι άδεια, αλλά η εξέλιξη ενός μαθητή, η πρόοδός του, το σποράκι που θα βάλει στον πολιτισμό, σίγουρα είναι ένα μεγάλο παράσημο.
-Πόσο έχει αλλάξει η θέση της γυναίκας ηθοποιού και θιασάρχη από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα; Συναντήσατε εμπόδια που σας έκαναν πιο σκληρή;
Την δεκαετία του 70 γυναίκες επικρατούσαν στο θέατρο. Η Κυβέλη, η Κοτοπούλη, η Βουγιουκλάκη, η Καρέζη, ήτανε σπουδαίες προσωπικότητες που έκαναν τους δικούς τους θιάσους. Δυναμικές κυρίες του θεάτρου. Εγώ βγήκα στο θέατρο το 1970. Η κατάσταση νομίζω πως παρέμενε η ίδια. Βέβαια υπήρχαν και οι ανδροκρατούμενοι θίασοι και οι επιθεωρήσεις. Σιγά-σιγά το τοπίο άρχισε να αλλάζει. Δεν συνάντησα ιδιαίτερα εμπόδια στην καριέρα μου, δεν έγινα πιο σκληρή, δεν χρειάστηκε.
-Στη φιλμογραφία σας υπάρχουν εμβληματικές στιγμές, από τον παλιό εμπορικό κινηματογράφο μέχρι το «Πικρό Χιόνι». Ποια από τις δεκαετίες που ζήσατε νοσταλγείτε περισσότερο καλλιτεχνικά;
Δεν έπαιξα πολλά κινηματογραφικά έργα αλλά όταν ήμουν μικρή ήθελα να γίνω ηθοποιός για να παίζω στον κινηματογράφο. Λατρεύω τον κινηματογράφο. Λατρεύω όλη εκείνη την περίοδο του Δαμιανού, του Βούλγαρη, του Μανθούλη, του Κολλάτου, του Αγγελόπουλου, του Σκαλενάκη όπου γινόντουσαν υπέροχα πράγματα. Από την άλλη υπήρχε ο κινηματογράφος με σκηνοθέτες αξιόλογους όπως ο Καραγιάννης, ο Δαλιανίδης στα musical. Αστικές κωμωδίες, υπέροχα πράγματα. Η περίοδος που νοσταλγώ καλλιτεχνικά, είναι από το 1984 και μετά, όταν άρχισα να παίζω σε πιο εναλλακτικούς θιάσους διαφορετικά έργα όπως του Διαλεγμένου, του Τσικληρόπουλου, του Μποστ, του Μουρσελά
-Το κοινό της Βόρειας Ελλάδας είναι γνωστό για τη θέρμη του, αλλά και για την αυστηρότητά του. Ποια είναι η δική σας σχέση με τη Θεσσαλονίκη; Υπάρχει κάποια ανάμνηση από παράσταση ή συνεργασία σας στην πόλη που κρατάτε ως «φυλαχτό»;
Η σχέση μου με τη Θεσσαλονίκη είναι πολύ καλή γιατί η Θεσσαλονίκη μου θυμίζει την Κωνσταντινούπολη. Λατρεύω την θάλασσα και έχει πιο χαλαρούς ρυθμούς, πιο ανθρώπινους και όλα αυτά τα φαγητά, οι μυρωδιές, τα μπαχάρια, μου θυμίζουν την Πόλη. Όλες αυτές οι γεύσεις. Ναι υπάρχει μία ανάμνηση που την κρατούσα φυλαχτό από την πόλη της Θεσσαλονίκης, όταν έπαιξα τη Ρόζα Εσκενάζυ και ο κόσμος δεν είχε που να καθίσει. Στο διάλειμμα ήρθε ο υπεύθυνος της παραγωγής και μου ζήτησε να ξαναπαίξω το έργο σε μία διαφορετική ημερομηνία. Αυτό ήταν πολύ τιμητικό για μένα και ευχαριστώ το κοινό της Θεσσαλονίκης. Επίσης όταν ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη με το έργο του Σταμάτη Μαλέλη “Το τέρας κι εγώ”, δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ την αγάπη, την ενέργεια που πήρα από το κοινό στο κατάμεστο θέατρο. Αυτά είναι παράσημα.
-Παρά την πλούσια πορεία σας, οι εμφανίσεις σας στη Θεσσαλονίκη δεν είναι τόσο συχνές όσο θα ήθελε το κοινό. Είναι θέμα των απαιτήσεων που έχει η διαχείριση του Θεάτρου Πρόβα και της Σχολής σας στην Αθήνα ή νιώθετε ότι οι συνθήκες για μεγάλες περιοδείες έχουν δυσκολέψει;
Οι εμφανίσεις μου στη Θεσσαλονίκη δεν είναι συχνές πραγματικά. Έχω πολλές υποχρεώσεις στην Αθήνα. Είναι η σχολή, τα εργαστήρια, το θέατρο. Οι συνθήκες για μεγάλες περιοδείες έχουν πραγματικά δυσκολέψει.
-Η Ντυράς είναι γνωστή για τον ερμητικό και βαθιά ψυχολογικό της λόγο. Πώς ήταν η διαδικασία της «ανατομίας» του ρόλου της Κλαίρης Λάν;
Η Ντυράς είναι Ντυράς. Πραγματικά ερμητικό κλειστό έργο, με δομή μαθηματική ψυχρή. Οι σκέψεις της Ντυρας είναι δαιδαλώδεις. Το κείμενο είναι σαν μία μουσική εξίσωση. Ο ρόλος της Κλαίρης Λαν ίσως είναι από τους δυσκολότερους που έχω παίξει. Δέχομαι στην παράσταση να πάρω μέρος στην έρευνα ενός ερευνητή και να του απαντήσω τις ερωτήσεις μου κάνει. Η ιστορία είναι πραγματική. Σε ένα βαγόνι εμπορικής αμαξοστοιχίας, ανακαλύπτουν τα μέλη από ένα ανθρώπινο σώμα. Το μόνο πράγμα που λείπει είναι το κεφάλι το οποίο δεν βρέθηκε ποτέ. Η δολοφόνος δεν τα βρήκε με τη ζωή, επιμένει να σκέφτεται. Δεν ανέχεται να τρώνε και να κοιμούνται καλά οι άνθρωποι. Παίζω μία ιδιαίτερη φόνισσα. Δεν είναι τυχαίο που δεν βρίσκουμε ποτέ το κεφάλι γιατί το κεφάλι έχει μέσα τα μυαλά, τις σκέψεις, τη φιλοσοφία του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά.
-Το έργο βασίζεται σε ένα πραγματικό φρικτό έγκλημα. Πιστεύετε, όπως υπονοεί το έργο, ότι ο άνθρωπος έχει μια έμφυτη κλίση στη βία που απλώς περιμένει την κατάλληλη αφορμή για να εκδηλωθεί;
Ναι, το έγκλημα αυτό είναι πραγματικό και στην Ελλάδα άκουσα προχτές σε μία εκπομπή, κάποιος σκότωσε την ερωμένη του, την τεμάχισε και το κεφάλι δεν το βρήκαν. Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν το θέατρο αποτυπώνει τη ζωή ή αν η ζωή γίνεται εύκολα θέατρο. Ο άνθρωπος ευτυχώς που έχει το μυαλό του γιατί τα ένστικτά του είναι βάρβαρα και ίσως είναι το μοναδικό ζώο που σκοτώνει από εκδίκηση, από βία.
-Ο σκηνοθέτης Σωτήρης Τσόγκας αναφέρει στο σημείωμά του ότι ο σύζυγος στο έργο είναι «αποσαθρωμένος από τη μικροαστική νοοτροπία». Πόσο επικίνδυνος είναι αυτός ο συντηρητισμός για τις ανθρώπινες σχέσεις σήμερα;
Ναι, ο συντηρητισμός είναι πραγματικά επικίνδυνος. Πολλές φορές γίνεται σκοταδισμός και ο άνθρωπος μεταμορφώνεται σε ένα άγριο ζώο με βία με γυναικοκτονίες. Ακραίες συμπεριφορές.
-Πώς είναι να σας σκηνοθετεί ο σύντροφός σας σε ένα τόσο σκοτεινό και απαιτητικό ψυχολογικό θρίλερ; Υπάρχουν συγκρούσεις στη «μετάφραση» των χαρακτήρων;
Όταν είμαστε σε επαγγελματική σχέση με τον Σωτήρη, δεν δουλεύω σαν σύντροφος αλλά τον αντιμετωπίζω σαν έναν οποιοδήποτε σκηνοθέτη. Επειδή έχουμε κάνει πολλά έργα μαζί, αποκωδικοποιούμε και συμφωνούμε πιο εύκολα στην προσέγγιση του έργου και του ρόλου. Έχουμε κοινή υποκριτική και αισθητική ταυτότητα και οι δύο έχουμε σφραγίσει τις παραστάσεις μας με έναν συγκεκριμένο τρόπο.
Αυτό διευκολύνει πάρα πολύ και στη σχέση ηθοποιού -σκηνοθέτη και σχέση που έχουμε μεταξύ μας ως ηθοποιοί. Είναι ευλογία.
-Στην παράσταση οι σιωπές είναι πολλές. Πόσο δύσκολο είναι για έναν ηθοποιό να επικοινωνήσει το δράμα του όταν οι λέξεις σταματούν;
Οι σιωπές είναι ευεργετικές. Πρώτον ότι δεν είναι σιωπές. Σε μια παύση υπάρχει ενεργητικός λόγος. Οι παύσεις δεν σταματούν τη ροή του έργου ή των ερμηνειών, ίσα-ίσα είναι ζωντανές, είναι οι σκέψεις που δεν λέμε δυνατά αλλά ερμηνεύουμε σιωπηλά. Η παύση στο θέατρο είναι ένας διάλογος που κάνει ο ερμηνευτής με τον εαυτό του, με έναν σιωπηλό τρόπο. Εγώ τις παύσης στο θέατρο τις βρίσκω μαγικές. Όχι δεν σταματούν το έργο. Είναι λάθος να λέμε ότι σταματούν την δράση που δεν έχει λόγο. Ίσα ίσα ο εσωτερικός διάλογος συνεχίζεται.
-Πολλοί καλλιτέχνες υποστηρίζουν ότι η Θεσσαλονίκη έχει μια άλλη, πιο «ερωτική» και υποβλητική ατμόσφαιρα για το θέατρο. Θα σκεφτόσασταν να μεταφέρετε τους «Εραστές της Βιόρν» –ένα έργο τόσο ατμοσφαιρικό– σε κάποια σκηνή της συμπρωτεύουσας;
Πράγματι η Θεσσαλονίκη έχει μία ερωτική, ρομαντική ατμόσφαιρα. Μακάρι να μπορέσουμε να μεταφέρουμε τους «Εραστές της Βιόρν».
Πληροφορίες για το θέατρο Πρόκα και τις ποίκιλες δραστηριότητές του εδώ







.jpg)

.jpg)
.jpg)

