Κάποτε, η Κυριακή του Πάσχα στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν απλώς η μέρα του οβελία, του τσουγκρίσματος και τα οικογενειακά τραπεζώματα αλλά και μια μεγάλη γιορτή του θεάτρου.
Γράφει ο Γιάννης Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
Ήταν η στιγμή που η πόλη «φόραγε τα καλά της» για να υποδεχτεί τις μεγάλες αθηναϊκές παραγωγές. Οι πρεμιέρες εκείνης της βραδιάς είχαν έναν αέρα κοσμοπολίτικο, μια υπόσχεση πως οι χειμερινές επιτυχίες της πρωτεύουσας θα ανηφόριζαν για να δώσουν παράταση στη σεζόν και λάμψη στις βραδιές μας.
Ήταν η εποχή που το κοινό ζούσε σε μια γλυκιά προσμονή για το «σίγουρο χαρτί», για εκείνες τις μεγάλες, πολυδάπανες παραγωγές που έφεραν την υπογραφή και το κύρος των «ιερών τεράτων» της σκηνής. Πρωταγωνιστές-είδωλα, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και η Τζένη Καρέζη, που με τη λάμψη τους μαγνήτιζαν τα πλήθη, ο Δημήτρης Χορν με την ανυπέρβλητη γοητεία του, ο Νίκος Κούρκουλος, ο Κώστας Καζάκος, Κώστας Βουτσάς ,μα και ο Θύμιος Καρακατσάνης, προκαλούσαν μια αναμονή που ξεπερνούσε τα όρια μιας απλής παράστασης· ήταν κοινωνικό γεγονός.
Σήμερα, αυτές οι εμβληματικές μορφές, μαζί με τη Μαίρη Χρονοπούλου, τον Στάθη Ψάλτη ή τον Σωτήρη Μουστάκα, που μπορούσαν να γεμίσουν θέατρα μόνο με το όνομά τους στη μαρκίζα, είτε έχουν περάσει στην αθανασία είτε έχουν αποσυρθεί, αφήνοντας πίσω τους μια θεατρική ορφάνια. Η απουσία αυτών των μεγάλων θιάσων, που δεν δίσταζαν να ρισκάρουν και να ανηφορίσουν στον Βορρά με όλο τους το εκτόπισμα, είναι πλέον κάτι παραπάνω από αισθητή, καθώς χάθηκε η αίγλη της μεγάλης «ντίβας» και του «πρωταγωνιστή-μαγνήτη» που εγγυόταν τη θεατρική μυσταγωγία της Πασχαλιάς.
Αυτή η έντονη θεατρική δραστηριότητα δεν ήταν απλώς μια σειρά παραστάσεων, αλλά μια πολιτιστική μυσταγωγία που «έχτιζε» συνειδήσεις και διαμόρφωνε την ταυτότητα της πόλης. Αυτές οι χρυσές περίοδοι γέννησαν ολόκληρες γενιές θεατρόφιλων, ανθρώπων που μεγάλωσαν περιμένοντας με δέος την πρεμιέρα της Πασχαλιάς ως το απόλυτο γεγονός της χρονιάς. Ήταν τότε που το θέατρο γινόταν «κατάσταση», ένας κοινός τόπος συνάντησης όπου η υψηλή τέχνη συνομιλούσε με τον λαϊκό παλμό, δημιουργώντας ένα φανατικό και εκπαιδευμένο κοινό που ήξερε να εκτιμά το μέγεθος και την ποιότητα, κληρονομώντας μια αγάπη για το σανίδι που κρατά μέχρι σήμερα, ακόμα και αν το πλαίσιο γύρω μας έχει αλλάξει δραματικά.
Η αλλαγή αυτή αντανακλά μια βαθύτερη μετάλλαξη στο ίδιο το θεατρικό γίγνεσθαι. Ζούμε πλέον στην εποχή της ταχύτητας, όπου η «ιεροτελεστία» της θεατρικής εξόδου έχει δώσει τη θέση της σε μια πιο αποσπασματική κατανάλωση πολιτισμού. Οι παραγωγές πλέον στήνονται με όρους βιωσιμότητας και λιγότερο με όρους καλλιτεχνικού οράματος που αψηφά το κόστος. Η έννοια του θιάσου-οικογένειας, που έχτιζε σχέσεις εμπιστοσύνης με το κοινό της Θεσσαλονίκης, έχει αντικατασταθεί από ευέλικτα σχήματα που στοχεύουν στη γρήγορη απόσβεση. Το θέατρο τείνει να γίνει μια εξειδικευμένη επιλογή, χάνοντας σταδιακά τον χαρακτήρα του «μεγάλου γεγονότος» που το καθιστούσε απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε γιορτής.
Δυστυχώς, αυτό το «μια φορά και έναν καιρό» μοιάζει πλέον με μακρινό παραμύθι. Η εμβληματική αυτή μέρα, που κάποτε σήμαινε κατάμεστες αίθουσες και το αδιαχώρητο στα ταμεία, έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Φέτος, η εικόνα είναι ακόμα πιο απογοητευτική: καμία πρεμιέρα δεν θα δοθεί την Κυριακή του Πάσχα. Μια μέρα εορταστική για όλους, εκτός από τους θεατρόφιλους της πόλης.
Το «δώρο» που δεν αξιοποιήθηκε
Φέτος, το Πάσχα πέφτει νωρίς, στις 12 Απριλίου. Σε άλλες εποχές, αυτό θα αποτελούσε την ιδανική ευκαιρία για τις αθηναϊκές παραγωγές. Η πρώιμη ημερομηνία αναγκάζει πολλές παραστάσεις στην Αθήνα —ειδικά εκείνες που «κουτσοπήγαιναν» εισπρακτικά σε μια ομολογουμένως μέτρια εισπρακτικά χρονιά— να κατεβάσουν πρόωρα αυλαία. Θα περίμενε όμως κανείς πως αυτό το κενό θα το κάλυπτε η Θεσσαλονίκη. Αντί όμως για μια δυναμική κάθοδο (ή μάλλον άνοδο) των μεγάλων θιάσων, συναντάμε μια ηχηρή σιωπή.
Η θεατρική πιάτσα μεταθέτει πλέον το ενδιαφέρον της για μετά τις 17 Απριλίου, δηλαδή από την Τετάρτη του Πάσχα και μετά. Ακόμα και τότε όμως, το μενού παραμένει «φτωχό».
Μικρομεσαίες προσδοκίες σε μια μεγάλη βεντάλια
Και παρά το γεγονός ότι η φετινή θεατρική σεζόν στη Θεσσαλονίκη επιχειρεί να ανοίξει μια εντυπωσιακή χρονική «βεντάλια» που καλύπτει δύο ολόκληρους μήνες, τον Απρίλιο και τον Μάιο, η ποσότητα δεν φαίνεται να συμβαδίζει με την ποιότητα ή το καλλιτεχνικό εκτόπισμα που θα περίμενε κανείς.
Ενώ θεωρητικά ο χρόνος επαρκεί για να αναπτυχθεί μια πλούσια και πολυσυλλεκτική ατζέντα, το τελικό περιεχόμενο στερείται της λάμψης του πολυαναμενόμενου. Οι μετακλήσεις νέων παραγωγών γίνονται πλέον με το σταγονόμετρο και η πόλη προετοιμάζεται να υποδεχτεί, κυρίως μετά τις 17 Απριλίου, μια σειρά από μικρομεσαίες παραγωγές και αρκετές επαναλήψεις που έχουν ήδη κάνει τον κύκλο τους, αφήνοντας ένα αίσθημα καλλιτεχνικής στασιμότητας σε μια περίοδο που κάποτε έσφυζε από πρωτοπορία και νέα θεάματα.
Η απουσία επιχειρηματικού και καλλιτεχνικού ρίσκου είναι πλέον πιο εμφανής από ποτέ, καθώς οι μεγάλες, πολυδάπανες παραγωγές που άλλοτε αποτελούσαν τον σταθερό κορμό της πασχαλινής περιόδου, πλέον διστάζουν ή αρνούνται κατηγορηματικά να τολμήσουν το ταξίδι προς τον Βορρά. Ο φόβος του οικονομικού ρίσκου σε μια ασταθή εισπρακτική χρονιά έχει οδηγήσει τους παραγωγούς σε μια συντηρητική αναδίπλωση, με αποτέλεσμα μόνο μία μεγάλη παραγωγή να διαφαίνεται στον ορίζοντα προς το τέλος του Απρίλη. Αυτή η απροθυμία για επένδυση στην πιάτσα της Θεσσαλονίκης αναγκάζει το υπόλοιπο πρόγραμμα να κινείται σε «ρηχά νερά», στερώντας από το κοινό τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τις εμβληματικές παραστάσεις που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια του χειμώνα στην πρωτεύουσα.
Συμπέρασμα: Κάθε πέρσι και καλύτερα;
Το συμπέρασμα είναι πικρό. Η Θεσσαλονίκη, από «συμπρωτεύουσα του θεάτρου» που έδινε τον παλμό της άνοιξης, μετατρέπεται σε έναν προορισμό που αρκείται στα ψίχουλα της αθηναϊκής σεζόν. Η Κυριακή του Πάσχα, η πάλαι ποτέ «καραμπινάτη» θεατρική μέρα, αποκαθηλώνεται, αφήνοντας τους θεατρόφιλους με την ανάμνηση των παλιών καλών εποχών.
Στην τέχνη, όπως και στη ζωή, οι παραδόσεις που δεν ανανεώνονται, πεθαίνουν. Και όπως φαίνεται, η θεατρική Θεσσαλονίκη φέτος θα περάσει ένα Πάσχα χωρίς το παραδοσιακό της «θέαμα», επιβεβαιώνοντας τη λαϊκή ρήση: κάθε πέρσι και χειρότερα…
(φωτογραφίες αρχείου)











