Η Αθανασία Καραγιαννοπούλου δεν χρειάζεται συστάσεις στο θεατρόφιλο κοινό. Με μια διαδρομή που ισορροπεί ανάμεσα στην κλασική στιβαρότητα και τη σύγχρονη ευαισθησία, έχει υπογράψει μερικές από τις πιο πολυσυζητημένες παραστάσεις των τελευταίων ετών, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη κοινού και κριτικών. Από τις καθηλωτικές μεταφορές σύγχρονων βρετανικών και αμερικανικών έργων μέχρι τις σπουδές της πάνω στους μεγάλους κλασικούς, η σκηνοθετική της υπογραφή ταυτίζεται με την αισθητική αρτιότητα και την εις βάθος ψυχογράφηση των ηρώων.
Μετά τη θριαμβευτική πορεία του «Κάποιος να με προσέχει», που συγκίνησε βαθιά τη Θεσσαλονίκη, και ως διοργανωτές των Θεατρικών Βραβείων Θεσσαλονίκης, τιμήσαμε με 6 μεγάλα βραβεία, η δημιουργός επιστρέφει στην πόλη και στον εμβληματικό θεσμό του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
Αυτή τη φορά, αναμετράται με το κύκνειο άσμα του Αντόν Τσέχωφ, τον «Βυσσινόκηπο». Σε μια εποχή που οι «πλειστηριασμοί» —υλικοί και πνευματικοί— απειλούν τα θεμέλια του κόσμου μας, η Καραγιαννοπούλου στήνει έναν καθρέφτη πάνω στη σκηνή, καλώντας μας να δούμε τους εαυτούς μας μέσα από την αδράνεια της Λιουμπόφ και την ορμή του Λοπάχιν.
Μια συζήτηση για την απώλεια, τη μνήμη και τη σκληρή ανάδυση του «καινούργιου», λίγο πριν το τσεκούρι ακουμπήσει το δικό μας παρελθόν.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
- Μετά τη θριαμβευτική υποδοχή του “Κάποιος να με προσέχει”, επιστρέφετε σε μια πόλη που σας αγκάλιασε θερμά. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η καλλιτεχνική “επανασύνδεση” με το κοινό της Θεσσαλονίκης;
Από το 1999 που ήρθα για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη ως ηθοποιός και μεταφράστρια του ΚΘΒΕ, αγάπησα την πόλη περισσότερο από την Αθήνα, την πόλη μου. Θυμάμαι να σκέφτομαι «Είμαι ευτυχισμένη» κάθε φορά που περπατούσα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης ή κατέβαινα τα σκαλιά ενός θεάτρου της, όπως του «Αυλαία» που είχε ανεβάσει το «Κάποιος να με προσέχει». Η θερμή υποδοχή που έκανε ο κόσμος, τόσο στη δουλειά μου όσο και σε εμένα την ίδια, είναι συγκινητική και με κάνει να θέλω πάντα να γυρίζω εδώ. Ο «Βυσσινόκηπος» ήταν μία σκέψη αποκλειστικά και μόνο για την Θεσσαλονίκη και το Κρατικό θέατρο. Δεν μπορούσα να το φανταστώ πουθενά αλλού. Είμαι σίγουρη πως θα επικοινωνήσω με τον κόσμο αυτό που χρόνια τώρα μου έμαθε το έργο του Τσέχωφ: Ο πόνος της μνήμης, ο πόνος της απώλειας γιατρεύεται μόνο με μια νέα αρχή. Ας είμαστε ανοιχτοί στις αλλαγές και στο νέο, ας πιστέψουμε πως τίποτα δεν τελείωσε με τον χαμό υλικών πραγμάτων. Όσα τσεκούρια κι αν χτυπήσουν έναν κορμό, οι βαθιές ρίζες δεν πληγώνονται.
- Και φυσικά, σκηνοθετείτε για την πρώτη κρατική σκηνή της πόλης. Πόσο χαρά, «ασφαλής» αλλά και πόσο «προκλητική» αισθάνεστε μέσα στις δημιουργικές δομές ενός ιστορικού οργανισμού όπως το ΚΘΒΕ;
Χάρις στον Διευθυντή του ΚΘΒΕ Αστέρη Πελτέκη, επιστρέφω στο Κρατικό Θέατρο ως σκηνοθέτης αυτή τη φορά και χάρις στους πολυαγαπημένους ηθοποιούς και φίλους από το παρελθόν νιώθω ασφαλής και χαρούμενη. Είχα χρόνια να επικοινωνήσω τόσο βαθιά με ηθοποιούς και συνεργάτες. Πέρα από τον μαθητή, φίλο και στενότερο πλέον συνεργάτη μου Αντίνοο Αλμπάνη, πέρα από τους συνωμότες στο όνειρο, Βασίλη Ευταξόπουλο και Γιολάντα Μπαλαούρα, πέρα από τον «δάσκαλο» Κώστα Σαντά και τον ξεχωριστό μου Νίκο Καπέλιο, μου αποκαλύφθηκαν εκπληκτικοί ηθοποιοί (ονόματα) που ανθίζουν σαν θεατρικός κήπος και πραγματώνουν το γράμμα και το πνεύμα του Τσέχωφ όπως ποτέ άλλοτε στην Ελλάδα. Και μαζί με τους υπέροχους Δαυίδ Μαλτέζε (μετάφραση), Ελένη Μανωλοπούλου (σκηνικά- κοστούμια), Αλέκο Αναστασίου (φωτισμοί) και τους εξαίρετους συνεργάτες στο Κρατικό, νιώθω προκλητική, λοιπόν γιατί κάνω κάτι πολύ δύσκολο: Το έργο όπως είναι!
- Ο «Βυσσινόκηπος» είναι ένα έργο που απαιτεί μεγάλες παραγωγές. Πιστεύετε ότι μόνο ένα Κρατικό Θέατρο μπορεί σήμερα να υποστηρίξει το όραμα ενός τόσο πολυπρόσωπου και απαιτητικού κλασικού ανεβάσματος;
Ναι, αν θες να ακολουθήσεις βήμα βήμα τη σκέψη, τον λόγο, την εποχή και την εικόνα που περιγράφει ο Τσέχωφ, μόνο σε ένα Κρατικό Θέατρο μπορείς να το κάνεις. Αλλά, κυρίως, αν θες να πραγματώσεις το όραμα του συγγραφέα (και όχι απλώς το προσωπικό σου, σκηνοθετικό όραμα) ναι, μόνο στην Κρατική μας Σκηνή μπορείς να βρεις σκηνικές και τεχνικές δυνατότητες αλλά και πολλούς μαγικούς ηθοποιούς που θα ερμηνεύσουν και τον μικρότερο (σε κείμενο) ρόλο δίνοντας του τη μεγαλύτερη αξία. Γιατί, έννοιες όπως η παρακμή μιας γενιάς και η εκμετάλλευση μιας άλλης, η προφητεία της επανάστασης και η παγκοσμιότητα της ομορφιάς, φανερώνονται μόνο μέσα από δυνατούς κι ευαίσθητους ηθοποιούς. Η παντοδυναμία του ηθοποιού φέρνει τον λόγο του Τσέχωφ.
- Ο Τσέχωφ επέμενε πως το έργο είναι κωμωδία, ενώ ιστορικά έχει καταγραφεί ως δράμα. Πού γέρνει η δική σας σκηνοθετική πλάστιγγα σε αυτό το ανέβασμα;
Αβίαστα το έργο, άρα και η παράσταση, ξετυλίγεται όπως η ζωή: Μια φαρσοκωμωδία με τραγικά διαλείμματα. Απλώς ακολουθούμε το κείμενο: Κι εκεί που είναι απίστευτα αστείο, εκεί έρχεται μια στιγμή πόνου. Μια μόνιμη ειρωνία πλανάται πάνω από την ιστορία: Στην Τρίτη Πράξη, την ημέρα του πλειστηριασμού του «Βυσσινόκηπου», η ιδιοκτήτρια αποφασίζει να δώσει ένα μεγαλειώδη χορό! Όλοι οι ήρωες γιορτάζουν, γλεντούν τι; Ίσως το επερχόμενο τέλος! Ίσως, την τελευταία ανάσα του σπιτιού και του δάσους. Ίσως την ανάμνηση του μεγαλείου που χάθηκε προ πολλού. Ίσως, αντιστέκονται για λίγο στην άγρια πραγματικότητα. Η έννοια γιορτάζουν «σα να μην υπάρχει αύριο» εδώ είναι κυριολεκτική.
- Η Λιουμπόφ και ο Γκάγιεφ επιλέγουν την αδράνεια ως μια μορφή «ηθικής υπεροχής». Πόσο επίκαιρη είναι αυτή η άρνηση προσαρμογής στη σημερινή πραγματικότητα;
Πόσες φορές κλείνουμε τα μάτια μπροστά σε μια δυσάρεστη είδηση; Πόσες φορές κλείνουμε τα αυτιά σε ουρλιαχτά; Πόσες φορές πέφτουμε σε ένα βαθύ ύπνο μόνο και μόνο γιατί δεν αντέχουμε την πραγματικότητα. Όλοι κάποτε υπήρξαμε Λιουμπόφ και Γκάγιεφ: Όλοι πονέσαμε μπροστά στο γκρέμισμα και το κόψιμο της μνήμης και της παιδικότητας μας. Όλοι αρνηθήκαμε κάποτε να πουλήσουμε ρούχα ή αντικείμενα που άγγιξαν οι γονείς μας, σπίτια που τρέξαμε μέσα τους σαν παιδιά, δωμάτια που μοιραστήκαμε τραπέζια ή γλέντια με όλη την οικογένεια. Όσο κι αν μας φώναζαν οι πρακτικοί μας σύμβουλοι: ΕΙΝΑΙ ΑΧΡΗΣΤΑ. Όταν ο πόνος είναι φρέσκος, όσο κι αν φταις – ένα δάνειο που δεν πλήρωσες, έναν τόπο πού άφησες να ρημάξει χωρίς φροντίδα- δεν έχεις την καθαρότητα να δεις με τα μάτια της λογικής. Είσαι ανίκανος και προτάσσεις την ηθική υπεροχή σου απέναντι σε εκείνους τους επιχειρηματικά ικανούς συμβούλους σου. Είσαι σαν παιδάκι που έχασε τη μαμά του στο πλήθος.
- Πώς ισορροπείτε τη μελαγχολία της παλιάς αριστοκρατίας με την επιθετική αυτοπεποίθηση και την ωμή κυριαρχία της νέας αστικής τάξης που εκπροσωπεί ο Λοπάχιν;
Πιστεύω πως, όλοι έχουμε μέσα μας κι έναν Λοπάχιν: Έναν εαυτό έτοιμο να κάνει σχέδια, να εργαστεί και να εκμεταλλευτεί μια αδύναμη στιγμή, να επωφεληθεί και να αναπτύξει την περιουσία του. Έναν εαυτό, κάποτε αδικημένο ή κακοποιημένο που ορκίστηκε να πετύχει, να ανέλθει και να κυριαρχήσει. Αυτός είναι ο πλούσιος πια και πρώην υπηρετάκος Λοπάχιν. Όμως, υπάρχει ένα κομμάτι του – μέσα στο συμφέρον του- που θέλει να προσφέρει σε εκείνη που κάποτε όταν τον έπαιρναν τα αίματα από το ξύλο ενός μεθυσμένου πατέρα, τον φρόντιζε με αγάπη. Από την άλλη, όλοι υπήρξαμε κάποτε αριστοκράτες. Όλοι είχαμε σε κάποια φάση της ζωής μας «υπηρέτες» να προλαβαίνουν κάθε μας ανάγκη, κάθε μας επιθυμία. Ξέρετε πότε; Όταν ήμασταν παιδιά. Οι δύο μελαγχολικοί αριστοκράτες παραμένουν, λοιπόν, παιδιά ενώ ο ανερχόμενος, νεόπλουτος έμπορος έχει βίαια ενηλικιωθεί. Και τώρα αγωνίζεται για εκείνη που αντιστέκεται στις λύσεις του. Μέχρι που πια δεν έχει νόημα. Και τότε ορμά σαν «σαρκοβόρο θηρίο που είναι απαραίτητο».
- Στο έργο, ο χρόνος λειτουργεί αμείλικτα. Πώς οπτικοποιείται στην παράσταση αυτή η αίσθηση του «τελευταίου τρένου» που ταξιδεύει διαρκώς ενώ οι ήρωες μένουν πίσω;
«Ο χρόνος περνάει Κύριοι!» Αυτή η φράση χτυπάει στο μυαλό μου όταν σκέφτομαι τον Βυσσινόκηπο. Ο χρόνος στο έργο είναι ο πυρήνας της ιστορίας: Τρεις μήνες μέχρι τον πλειστηριασμό. Δυο μήνες μέχρι τον πλειστηριασμό. Ο πλειστηριασμός. Οι συνέπειές του. Ακόμα: Οι ηλικίες των ηρώων. Η χαμένη παιδικότητα και τα παλιά χρόνια της ευτυχίας. Το παρελθόν με το οποίο «πρέπει να τελειώνουμε» όπως λέει ο προφητικός Τροφίμωφ, το μέλλον που φέρνει γι άλλους την «ευτυχία» και γι άλλους την καταστροφή, το παρόν που για τους παρηκμασμένους αριστοκράτες είναι πλήξη ενώ για τους δημιουργικούς εργαζόμενους, ευκαιρία. Ο χρόνος στην παράσταση συμβολίζεται από ένα μόνιμο ρολόι που οι ίδιοι ορίζουν την ώρα, ενώ το τρένο, ορίζεται από την πρώτη εικόνα της παράστασης μας ως η μνήμη αλλά και η ελπίδα. Ως η αλλαγή αλλά και η ισότητα. «Θα ταξιδέψουμε με το ίδιο βαγόνι» λέει ο νυν πλούσιος Λοπάχιν, στο τέλος, στους πρώην πλούσιους Γκάγιεφ.
- Ο Βυσσινόκηπος είναι ένας χαρακτήρας από μόνος του. Πώς αποδίδεται σκηνικά αυτή η οντότητα που πρόκειται να υλοτομηθεί;
Για μένα, ο Βυσσινόκηπος είναι ο υπερήλικας υπηρέτης Φιρς. Στέκει ακόμα εκεί, θυμίζει στους ήρωες την παιδική ευτυχία και την θαλπωρή, αλλά -εμφανώς ταλαιπωρημένος- προδίδει το ότι έχουν ξεχάσει να τον φροντίσουν γιατί τον θεωρούν δεδομένο και αιώνιο. Ο Φιρς γνώρισε τη δόξα του Βυσσινόκηπου, αλλά θα έχει και τη μοίρα του.
- Η μουσική επιμέλεια είναι δική σας. Ποιους ήχους «ακούει» ο δικός σας Βυσσινόκηπος; Είναι ο ήχος του τσεκουριού ή κάτι πιο εσωτερικό και ψυχικό;
Θα σας εξομολογηθώ κάτι: Από το 2010 έχω αποφασίσει τη βασική μουσική του Βυσσινόκηπου. Ο ήχος του τσεκουριού, οι μουσικές στο μυαλό των ηρώων, οι ήχοι των φύλλων, όλα υπάρχουν, όμως αυτά που κυριαρχούν -πέρα από γνωστά κλασικά κομμάτια που χορεύουν οι ήρωες- είναι σύγχρονα μουσικά κομμάτια που μιλούν γι αυτό που κραύγαζε μέσα από τις σιωπές ο Τσέχωφ: Για την επερχόμενη και αναγκαία επανάσταση, για έναν κόσμο που χάνεται βίαια, για την αλλαγή, για την επέλαση του υπέροχου καινούριου, για την παγκοσμιότητα της φύσης, για την έλλειψη συνόρων, για την κατανόηση του εχθρού…
- Υπάρχει τελικά κάποιος χαρακτήρας στο έργο που να λειτουργεί ως «φάρος» ελπίδας ή είναι όλοι εγκλωβισμένοι στη μοίρα τους;
Έχω ξεχωρίσει αρκετούς χαρακτήρες που μέσα στην επικίνδυνη εποχή του έργου – μια εποχή που σταδιακά ξεσηκώνει τους αδικημένους και καταρρακώνει τους εκμεταλλευτές, μια εποχή που γκρεμίζει περιουσίες ετών ή «κλέβει» ιδιοκτησίες, μια εποχή που ισοπεδώνει το παρελθόν και αφήνει να εισβάλει βίαια το μέλλον- στέκονται αισιόδοξα και δυνατά: Ο πρώην αριστοκράτης Πίσικ που δεν αποκαρδιώνεται και πάντα βρίσκει λύσεις επιβίωσης, η νεαρή υπηρέτρια Ντουνιάσα που ανακαλύπτει παντού τη χαρά της ζωής, η μικρή Άνια που αποδεικνύεται πιο δυνατή και συνειδητοποιημένη από τους μεγάλους και φυσικά ο Τροφίμωφ, ο υπέροχος ιδεαλιστής και μελλοντικός ταγός που πιστεύει στο μέλλον και αγωνίζεται για την ευτυχία μιας πατρίδας που προέρχεται από την ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη.
- Αν ο Τσέχωφ έβλεπε την παράστασή σας το 2026, ποιο συναίσθημα θα θέλατε να του προκαλέσει;
Με συγκινεί η ερώτησή σας. Θα’ θελα να έχει δει το έργο του. Απλώς και μόνο το έργο του. Ανεβάζω τον «Βυσσινόκηπο» του Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ, ξέρετε. Όχι μια παράσταση «βασισμένη» σε αυτόν, ή «εμπνευσμένη» από αυτόν.
- Τελικά, ο Βυσσινόκηπος κόβεται για να χτιστεί κάτι καλύτερο ή απλώς για να ικανοποιηθεί η απληστία; Ποιον καθρεφτίζει το έργο σήμερα;
Η ερώτηση σας θα πρεπε να ξεκινά με spoiler alert. Ο Βυσσινόκηπος αν θα κοπεί, θα κοπεί για να χτιστούν τριγύρω του νέες οικοδομές, να φιλοξενηθούν νέοι κάτοικοι, να επεκταθούν εγκαταστάσεις και στο μέλλον να ξανακαλλιεργηθεί ο τόπος και να «ξαναγίνει ένας νέος Βυσσινόκηπος, ανθισμένος κι ευτυχής», όπως λέει ο Τσέχωφ. Πουθενά δε λέει πως θα ξεριζωθεί: Λέει πως θα κοπεί και στο μέλλον θα μπορεί να ξαναφυτευτεί από τους νέους κατοίκους. Και να ανθίσει ίσως ξανά.
- Στον θίασο βλέπουμε εμβληματικά στελέχη του ΚΘΒΕ μαζί με νεότερους ηθοποιούς. Πώς αξιοποιήσατε τη δυναμική και την εμπειρία αυτού του έμψυχου υλικού για να ζωντανέψετε τη ρωσική επαρχία;
Στον θίασο μας βλέπουμε αυτό που βλέπουμε στο έργο: Μια ισότητα και επικοινωνία μεγαλύτερων και εμπειρότερων (ηθοποιών) με νεότερους ή και άπειρους επαγγελματικά (ηθοποιούς). Είναι μαγεία αυτό που συμβαίνει στον θίασο μας: Η συνύπαρξη ηθοποιών με άλλη εμπειρία ή άλλες καταβολές, είναι συγκινητική για μένα. Οι κοινές ιδέες που έχουν, η γλυκιά συνωμοσία, οι προτάσεις που κάνουν ο ένας στον άλλον… Να! Αυτός είναι ένας θεατρικός κήπος θαλερός και εντυπωσιακός γεμάτος γερούς κορμούς, αλλά και περήφανα κλαράκια και πανέμορφα ανθάκια.
- Υπάρχει κάτι στην ιδιοσυγκρασία των Θεσσαλονικέων που τους κάνει να ταυτίζονται περισσότερο με την έννοια της «απώλειας μιας παλιάς εποχής», όπως συμβαίνει στον Βυσσινόκηπο;
Πιθανώς, ναι. Όσο πιο βόρεια πας σε μια χώρα, τόσο πιο συναισθηματικούς ανθρώπους βρίσκεις. Η καρδιά της πατρίδας μας είναι βόρεια. Και η καρδιά είναι αυτή που νοσταλγεί την εποχή που ζούσαμε απλά: Που τα σπίτια μας ήταν δικά μας όχι μιας Τράπεζας, τα γλέντια μας ήταν δεδομένα όχι η εξαίρεση, που οι άνθρωποι μας ήταν καθημερινά στην αγκαλιά μας όχι με ραντεβού ημερών. Η απώλεια της παλιάς εποχής είναι η απώλεια της παιδικότητάς μας και αυτό είναι δυσβάσταχτο όταν το μέλλον δεν δείχνει να αναπληρώνει με κάτι άλλο τον χαμό αυτό. Είμαστε σε εποχή πτώσης κι έκπτωσης. Κι αυτό, -για τους ευαίσθητους ανθρώπους- δεν αντέχεται.
- Για σας, υπάρχει κάποιο σημείο στη πόλη που λειτουργεί ως ο δικός σας προσωπικός Βυσσινόκηπος; Ένας τόπος αναμνήσεων που θα θέλατε να μείνει ανέπαφος από το χρόνο;
Καθώς γυρίζω από το αεροδρόμιο Μακεδονία, κάθε μα κάθε φορά με απορροφούν (στα μάτια και στη σκέψη) αυτά τα νεοκλασικά υπέροχα κτίρια στη Βασιλίσσης Όλγας, που θα μπορούσαν να είναι οι οίκοι της Λιουμπόφ και του Γκάγιεφ. Άλλα είναι διατηρημένα και άλλα εντελώς παραιτημένα ή ετοιμόρροπα (ρωτάω πάντα «μα πού ανήκουν;» «Γιατί το Κράτος δεν κάνει κάτι;»), όμως όλα με κάνουν να φαντασιώνομαι γλέντια, χορούς, ζωή μέσα τους. Αλλά και να θυμάμαι μια εικόνα την ημέρα που πέθανε η μητέρα μου: Μια γλάστρα με ένα ψηλό κι όμορφο φυτό στο μπαλκόνι της που είχε ποτίσει εκείνο το πρωί. Στεκόταν υγιές και θρασύ και σκέφτηκα «και τι σημασία έχει; Εκείνη δεν θα το βλέπει πια»
- Ποιο είναι το μεγαλύτερο στοίχημα για μια σκηνοθέτιδα όταν αναμετράται με ένα έργο-τομή, υπό την ομπρέλα ενός θεσμού που απευθύνεται σε ένα ευρύ και απαιτητικό κοινό;
Το στοίχημα μου είναι να έρθουν πάρα πολλοί θεατές που νομίζουν πως ξέρουν το έργο και να πουν εντυπωσιασμένοι, συγκινημένοι: «Μα αυτός είναι ο Βυσσινόκηπος; Μα δεν τον θυμάμαι έτσι! Α, μάλλον θα το άλλαξε!» Και να τους απαντώ: «Είναι ακριβώς όπως μας τον κληροδότησε ο Αντόν Τσέχωφ. Κι είχε την τύχη να ζήσει πάλι μέσα από τους πιο υπέροχους, ευαίσθητους, αστείους, ευφυείς και αγαπημένους ηθοποιούς του κόσμου».
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΘΕΡΜΑ, ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ
Tags: #ΑθανασίαΚαραγιαννοπούλου #Βυσσινόκηπος #ΚΘΒΕ #Θεσσαλονίκη #Θέατρο #ΑντόνΤσέχωφ #ΚρατικόΘέατροΒορείουΕλλάδος #Συνέντευξη #Πολιτισμός #Kulturosupa
ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
«Ο Βυσσινόκηπος» του Αντόν Τσέχωφ
Πρεμιέρα: Παρασκευή 20 Μαρτίου

Το έργο αποτυπώνει την κατάρρευση της παλιάς αριστοκρατίας και την επέλαση μιας νέας, σκληρής τάξης πραγμάτων. Ο Βυσσινόκηπος που πωλείται γίνεται το σύμβολο μιας εποχής που χάνεται, την ώρα που το «τελευταίο τρένο» αναχωρεί για ένα άγνωστο μέλλον.
Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου. Ερμηνεύουν: Αντίνοος Αλμπάνης, Γιολάντα Μπαλαούρα, Βασίλης Ευταξόπουλος κ.ά
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη: 19:00 Πέμπτη- Παρασκευή: 21:00 Σάββατο: 18:00- 21:00 Κυριακή: 19:00
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ













