Η ιστορία μιας χώρας δεν γράφεται από αυτούς που κυβερνούν, αλλά και από αυτούς που σιωπούν
Υπάρχουν παραστάσεις που λειτουργούν ως «ασφαλής» εκτόνωση και άλλες που επιλέγουν να γίνουν η ρωγμή στον τοίχο της κανονικότητας.
Ο Χριστόφορος Χριστοφορίδης, με αφορμή το ανέβασμα βασισμένο στο έργο του Ροντρίγκο Γκαρσία, καταθέτει στην Kulturosupa μια συνέντευξη-μανιφέστο για την «Ελλάδα 2.0», την ανοχή που μετατράπηκε σε συνενοχή και το συλλογικό τραύμα της Μεταπολίτευσης, τίτλος: «Είστε όλοι σας καθάρματα: Ελλάδα 2.0».
Χωρίς αυταπάτες για τη δύναμη της τέχνης να αλλάξει τον κόσμο, αλλά με απόλυτη πίστη στην ανθρώπινη επαφή της σκηνής, ο δημιουργός εξηγεί γιατί επέλεξε να τοποθετήσει στην ίδια αφίσα δικτάτορες και εκλεγμένους ηγέτες, προκαλώντας έναν διάλογο που πολλοί θα χαρακτήριζαν άβολο.
Μα και σε μια εποχή που όλα καταναλώνονται ως θέαμα, μάς καλεί να σταματήσουμε το «σκρολάρισμα» και να κοιτάξουμε κατάματα τις μικρές καθημερινές μας επιλογές που συντηρούν το σύστημα. Μια συζήτηση για την ευθύνη της μνήμης και τη δημοκρατία που απαιτεί διαρκή εγρήγορση.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
-Γιατί επιλέξατε τον Ροντρίγκο Γκαρσία ως όχημα για να μιλήσετε για την «Ελλάδα 2.0»; Τι είναι αυτό που κάνει το κείμενό του τόσο επίκαιρο για τη δική μας πραγματικότητα και τι λέει τελικά ο συγγραφέας;
Ο Ροντρίγκο Γκαρσία δεν γράφει για μια συγκεκριμένη χώρα. Γράφει για έναν τρόπο ζωής. Για μια κοινωνία που συνηθίζει να ζει μέσα στην κανονικοποίηση της βίας, της υποκρισίας και της κατανάλωσης. Το κείμενό του είναι ωμό γιατί δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει τίποτα. Μιλά για την ανθρώπινη ευθύνη μέσα σε ένα σύστημα που όλοι συντηρούμε λίγο ή πολύ.
Όταν διαβάζεις τον Γκαρσία καταλαβαίνεις ότι δεν μιλά απλώς για την πολιτική. Μιλά για το πώς ζούμε. Για το πώς καταναλώνουμε, πώς σιωπούμε, πώς συμβιβαζόμαστε. Αυτό το βλέμμα πάνω στην κοινωνία ήταν για μένα το κατάλληλο εργαλείο για να μιλήσουμε για την Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών. Όχι σαν μια παράθεση γεγονότων αλλά σαν ένα καθρέφτισμα μιας συλλογικής διαδρομής. Ο συγγραφέας ουσιαστικά μας λέει κάτι πολύ απλό αλλά συνάμα πολύ άβολο: Ότι η πραγματικότητα που ζούμε δεν είναι μόνο αποτέλεσμα των “ισχυρών” αλλά και αποτέλεσμα των μικρών καθημερινών μας επιλογών.
-Σε μια «Ελλάδα 2.0» που όλα μετριούνται με όρους αποτελέσματος, ποια είναι η πραγματική ανάγκη μιας τέτοιας παράστασης; Πιστεύετε ότι το θέατρο είναι μοχλός αφύπνισης ή μια «ασφαλής» εκτόνωση;
Το θέατρο από μόνο του δεν αλλάζει τον κόσμο. Δεν έχω τέτοια αυταπάτη. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να δημιουργήσει μια ρωγμή. Μια στιγμή όπου ο θεατής σταματά να καταναλώνει εικόνες και αναγκάζεται να κοιτάξει κάτι κατάματα. Εκείνη τη στιγμή μπορεί να γεννηθεί μια σκέψη που δεν υπήρχε πριν.
Σε μια εποχή που όλα μετατρέπονται σε προϊόν και σε θέαμα, η ζωντανή εμπειρία του θεάτρου παραμένει κάτι πολύ ανθρώπινο. Βρίσκεσαι στον ίδιο χώρο με άλλους ανθρώπους και μοιράζεσαι κάτι άβολο, κάτι που δεν μπορείς απλώς να σκρολάρεις για να το προσπεράσεις. Αν αυτό λειτουργήσει ως αφύπνιση ή ως εκτόνωση εξαρτάται τελικά από τον ίδιο τον θεατή. Το θέατρο μπορεί μόνο να ανοίξει την πόρτα.
-Η παράσταση θέτει το ερώτημα «πότε η ανοχή έγινε συνενοχή». Εσείς πού τοποθετείτε αυτή τη γραμμή στην ελληνική κοινωνία;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη ημερομηνία όπου αυτό συνέβη. Είναι μια αργή διαδικασία. Η ανοχή ξεκινά όταν συνηθίζεις σε κάτι που ξέρεις ότι δεν είναι σωστό αλλά το αποδέχεσαι γιατί σε βολεύει ή γιατί φοβάσαι να αντιδράσεις.
Στην Ελλάδα έχουμε περάσει δεκαετίες όπου μάθαμε να λειτουργούμε μέσα σε μικρούς συμβιβασμούς. Να λέμε ότι έτσι λειτουργεί το σύστημα και ότι δεν αλλάζει. Κάποια στιγμή όμως το άθροισμα αυτών των μικρών συμβιβασμών δημιουργεί μια πραγματικότητα που μας βαραίνει όλους. Εκεί βρίσκεται η γραμμή ανάμεσα στην ανοχή και στη συνενοχή: Όταν παύεις να βλέπεις το πρόβλημα ως κάτι έξω από σένα και συνειδητοποιείς ότι και εσύ συμμετείχες με τον τρόπο σου.
-Πώς συνδυάζεται το θεατρικό ντοκουμέντο με το οπτικοακουστικό υλικό που χρησιμοποιείτε;
Η παράσταση προσπαθεί να λειτουργήσει σαν μια μνήμη που ξεδιπλώνεται μπροστά στον θεατή. Τα ιστορικά γεγονότα, οι εικόνες και τα ηχητικά ντοκουμέντα δεν χρησιμοποιούνται ως πληροφορία αλλά ως τραύμα που επιστρέφει. Η τεχνολογία μάς επιτρέπει να φέρουμε μέσα στη σκηνή πραγματικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και να τις τοποθετήσουμε δίπλα στα σώματα των ηθοποιών. Το σώμα θυμάται διαφορετικά από την εικόνα. Όταν αυτά τα δύο συναντιούνται δημιουργείται μια ένταση, μια συλλογική μνήμη.
-Στόχος σας είναι να ξεβολέψετε τον θεατή. Ποια είναι η πιο άβολη στιγμή της παράστασης;
Η πιο άβολη στιγμή δεν είναι μια συγκεκριμένη σκηνή. Είναι η στιγμή που ο θεατής καταλαβαίνει ότι το έργο δεν μιλά για κάποιους άλλους αλλά και για τον ίδιο. Όταν συνειδητοποιεί ότι η ιστορία που αφηγούμαστε δεν είναι μόνο πολιτική αλλά βαθιά ανθρώπινη.
Υπάρχουν σκηνές που σίγουρα θα προκαλέσουν αντιδράσεις γιατί αγγίζουν γεγονότα που ακόμη πονάνε. Αλλά αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η σιωπή που δημιουργείται μετά. Εκείνη η στιγμή που ο θεατής δεν ξέρει αν πρέπει να χειροκροτήσει ή να μείνει σιωπηλός.
-Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις στη διασκευή ώστε να κουμπώσει στο ελληνικό βίωμα;
Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να μη μετατραπεί η παράσταση σε μια απλή καταγραφή γεγονότων. Η Ελλάδα έχει ζήσει πολλά τα τελευταία πενήντα χρόνια. Δικτατορία, μεταπολίτευση, οικονομική κρίση, κοινωνικές εντάσεις. Το δύσκολο ήταν να βρούμε τον άξονα που τα συνδέει όλα αυτά. Σε αυτό το κομμάτι συνεργάστηκα με την Ελευθερία Καμπαγιοβάνη που ανέλαβε το πολύ δύσκολο έργο της δραματουργικής επεξεργασίας.
Δεν μας ενδιέφερε να κατηγορήσουμε συγκεκριμένα πρόσωπα. Μας ενδιέφερε να δούμε πώς μια κοινωνία φτάνει σε ορισμένα αδιέξοδα. Πώς οι επιλογές μιας εποχής επηρεάζουν την επόμενη. Και πώς τελικά η ιστορία δεν είναι ποτέ τόσο μακριά από το παρόν όσο νομίζουμε.

-Στην αφίσα βλέπουμε πρόσωπα από διαφορετικές περιόδους. Δεν φοβάστε ότι θα εκληφθεί ως ισοπέδωση; Τοποθετώντας έναν δικτάτορα δίπλα σε εκλεγμένους πρωθυπουργούς, τι μήνυμα στέλνετε για τη Δημοκρατία;
Η αφίσα δεν προσπαθεί να εξισώσει ιστορικά πρόσωπα. Δεν είναι μια ιστορική ανάλυση. Είναι ένα σύμβολο. Μια εικόνα που θέλει να θυμίσει ότι η ιστορία μιας χώρας είναι μια συνέχεια. Ότι κάθε εποχή αφήνει το αποτύπωμά της στην επόμενη. Αν η εικόνα προκαλεί συζήτηση, τότε ίσως πετυχαίνει τον στόχο της. Γιατί η πρόκληση δεν είναι να συμφωνήσουμε όλοι αλλά να ανοίξει ένας διάλογος για το πώς φτάσαμε ως εδώ.
Δεν λέμε ότι όλα είναι ίδια. Η ιστορία έχει διαφορές που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Αυτό που θέλουμε να δείξουμε είναι ότι η δημοκρατία δεν είναι κάτι δεδομένο. Είναι κάτι που χρειάζεται διαρκώς εγρήγορση και συμμετοχή. Όταν μια κοινωνία σταματά να αμφισβητεί, να ελέγχει και να συμμετέχει, τότε η δημοκρατία γίνεται μια τυπική διαδικασία. Η παράσταση θέλει να θυμίσει ότι η δημοκρατία είναι ευθύνη όλων μας.
-Κάποιοι ίσως πουν ότι πρόκειται για μια μαρκετίστικη πρόκληση.
Αν κάποιος δει μόνο την πρόκληση της αφίσας χωρίς να μπει στον χώρο της παράστασης, τότε ίσως να το πιστέψει. Όμως το θέατρο δεν μπορεί να στηριχτεί μόνο σε μια εικόνα. Όταν ο θεατής καθίσει στην αίθουσα θα δει ότι η πρόθεση δεν είναι να σοκάρουμε για εντυπωσιασμό αλλά να ανοίξουμε μια συζήτηση που μας αφορά όλους. Η πρόκληση υπάρχει γιατί η πραγματικότητα πολλές φορές είναι ήδη προκλητική. Εμείς απλώς προσπαθούμε να την κοιτάξουμε κατάματα.
-Η κοινωνία σήμερα βράζει. Πού σταματά η ειλικρινής έκφραση και πού αρχίζει η εκμετάλλευση της οργής;
Η διαφορά βρίσκεται στην πρόθεση. Αν η οργή χρησιμοποιείται απλώς για να προκαλέσει θόρυβο, τότε είναι εκμετάλλευση. Αν όμως προσπαθεί να μετατραπεί σε σκέψη, τότε μπορεί να έχει νόημα. Η παράσταση δεν θέλει να φωνάξει περισσότερο από ό,τι φωνάζει ήδη η κοινωνία. Θέλει να σταθεί για λίγο μέσα σε αυτή τη φωνή και να την ακούσει. Να προσπαθήσει να καταλάβει από πού έρχεται.
-Αν ο θεατής έπρεπε να κρατήσει μία φράση φεύγοντας από το θέατρο;
Ίσως αυτή: Ότι η ιστορία μιας χώρας δεν γράφεται μόνο από αυτούς που κυβερνούν αλλά και από αυτούς που σιωπούν.
ΤΕΧΝΩΝ
«Είστε όλοι σας καθάρματα: Ελλάδα 2.0» του Χριστόφορου Χριστοφορίδη.
Πρεμιέρα: Παρασκευή 27/03

Μια παράσταση που δεν ήρθε για να σε βολέψει. Βασισμένη στον ανατρεπτικό Rodrigo García, ανατέμνει την ελληνική πραγματικότητα από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Δάνεια, κρίσεις, σιωπές και μια ερώτηση που καίει: Πότε η ανοχή μας έγινε συνενοχή;
Σκηνοθεσία: Χριστόφορος Χριστοφορίδης. Ερμηνεύουν: Αλεξάνδρα Κασιούμη, Αλέξης Κότσυφας, Βασιλική Σγούρου.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή 27, Σάββατο 28, Κυριακή 29 Μαρτίου & 3, 4, 5 Απριλίου στις 21:00
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ






