Είδε η Άννια Κανακάρη και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα
«Στη ζωή μου, οι πιο μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα· από τους ανθρώπους, ζωντανούς και αποθαμένους, πολύ λίγοι βοήθησαν τον αγώνα μου. Όμως, αν ήθελα να ξεχωρίσω ποιοι άνθρωποι αφήκαν βαθύτερα τ’ αχνάρια τους στην ψυχή μου, ίσως να ξεχώριζα τρεις τέσσερις: τον Όμηρο, τον Μπέρξονα, το Νίτσε και το Ζορμπά.»
Κάπως έτσι ο Νίκος Καζαντζάκης μας υποδέχεται στον κόσμο του Αλέξη Ζορμπά, του χαρακτήρα που έγινε παγκόσμιο σύμβολο ελευθερίας, του αδάμαστου Έλληνα που συνέδεσε το όνομά του με τη χαρά της ζωής.
Με το εμβληματικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» επέλεξε να συνομιλήσει η νέα παραγωγή του ΚΘΒΕ με τίτλο «Ζορμπάς», που παρακολουθήσαμε στο θέατρο της Μονής Λαζαριστών, σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανίδη.
Το έργο γράφτηκε το 1946 στην Αίγινα και αποτελεί πλέον ανεξίτηλο ορόσημο της παγκόσμιας λογοτεχνίας με την αναγνώρισή του ως ένα από τα 100 σημαντικότερα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Έγινε παγκοσμίως γνωστό χάρη στην κλασική σήμερα ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη (1964), με τους Άντονι Κουίν, Άλαν Μπέιτς, Ειρήνη Παπά και Λίλα Κέντροβα και φυσικά την αξεπέραστη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη που έκτοτε έγινε σήμα κατατεθέν της ελληνικότητας για όλο τον πλανήτη.
Ο ήρωάς του Καζαντζάκη, ο Γιώργης Ζορμπάς, ήταν φίλος του, μεταλλωρύχος, που τον γνώρισε το 1915 στο Άγιον Όρος και συνεργάστηκαν για την εξόρυξη λιγνίτη στη Μάνη. «Ο Ζορμπάς τού έμαθε να αγαπάει τη ζωή και να μη φοβάται τον θάνατο…»
Η πλοκή του έργου είναι γνωστή: Ένας διανοούμενος (ο συγγραφέας – το αφεντικό) γνωρίζει στο λιμάνι του Πειραιά έναν ηλικιωμένο εργάτη, τον Αλέξη Ζορμπά, και τον παίρνει μαζί του σε ένα χωριό της Κρήτης, όπου σκοπεύει να στήσει ένα ορυχείο. Οι δύο άντρες είναι εντελώς διαφορετικοί: άνθρωπος του πνεύματος, σεμνός, συνεσταλμένος και συγκρατημένος στις πράξεις του ο συγγραφέας, αυθεντικά λαϊκός, τραχύς και λάτρης των απολαύσεων ο Ζορμπάς. Οι δυο τους ξεδιπλώνουν τις σκέψεις τους επί παντός επιστητού, συζητούν για τον Θεό, τη θρησκεία, τον πόλεμο, τον έρωτα, τις ανθρώπινες σχέσεις χτίζοντας σταδιακά μια βαθιά και ειλικρινή φιλία.
Η διασκευή του έργου από τον Λευτέρη Γιοβανίδη συγκαταλέγεται σαφώς στα θετικά στοιχεία (+) της παράστασης. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια αποτύπωσης του χρονικού της συνάντησης των δύο χαρακτήρων, που κρατά τη βασική γραμμή της αφήγησης του Καζαντζάκη χωρίς σημαντικές διαφοροποιήσεις. Αποδίδει με επιτυχία, από τη μία, τον ορθολογισμό και την εσωστρέφεια του συγγραφέα και από την άλλη την πρωτόγονη ελευθερία του Ζορμπά. Πρόκειται για μια αρκετά επίκαιρη προσέγγιση που εστιάζει στις απλές αλλά πολύτιμες αλήθειες του πρωτότυπου κειμένου τις οποίες φιλοδοξεί να μεταδώσει στον αποκομμένο από τη φύση και εγκλωβισμένο στην ταχύτητα των εξελίξεων σύγχρονο άνθρωπο.
Η ευρηματική σκηνοθετική ματιά του ιδίου συνέθεσε μια θεαματική παράσταση, μεστή από όμορφες και ζωντανές, πολυπρόσωπες σκηνές, με ρυθμό και ένταση, με μουσική, χορό και έντονα συναισθήματα. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, στην ψυχογράφηση των δύο βασικών χαρακτήρων, οι οποίοι, με την εξέλιξη των διαλόγων, αποκάλυπταν τα στοιχεία της προσωπικότητάς τους και σφυρηλατούσαν σταδιακά έναν ισχυρό δεσμό συντροφικότητας. Εύστοχη ήταν η επιλογή του σκηνοθέτη να αναβιώσει την σκηνή στην ακρογιαλιά με το μυθικό συρτάκι και να αναδείξει τα χαρακτηριστικά της τότε κρητικής ζωής, της νοοτροπίας και της σκληρότητας των κατοίκων. Ξεχώρισαν για την ιδιαίτερη δυναμική τους η σκηνή του θανάτου της μαντάμ Ορτάνς και η λεηλασία του σπιτιού της από τους κατοίκους του χωριού, ενώ ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η σκηνή της κηδείας του νεαρού Παυλή.
Στη διάθεση του σκηνοθέτη ένας πραγματικά αξιοθαύμαστος θίασος ηθοποιών.
Ο Πασχάλης Τσαρούχας, στον ρόλο του Αλέξη Ζορμπά, έκλεψε την παράσταση με την εκρηκτική και πληθωρική ερμηνεία του. Ενσάρκωσε τον ρόλο του με πάθος και αφοσίωση, με ένταση αλλά και τρυφερότητα. Η δυναμική της παρουσίας του, η εσωτερικότητα του λόγου του, η ενεργητικότητα, η εκφραστικότητά του, η ελεγχόμενη κίνηση του σώματος και των χεριών του, η απλότητα και η φυσικότητα της ερμηνείας του μας εντυπωσίασαν από την πρώτη στιγμή. Απέδωσε τον ήρωα του Καζαντζάκη ακριβώς όπως εκείνος τον οραματίστηκε: τραχύ, ακατέργαστο, πεισματάρη, έναν απλό άνθρωπο του μόχθου που οδηγείται από τα ένστικτα και τα πάθη του.
Ο Νίκος Τσολερίδης στον ρόλο του «αφεντικού» στάθηκε επάξια δίπλα του, με τη μεστή και ισορροπημένη ερμηνεία του. Η άνεση και η καθαρότητα στο λόγο του, η συστολή και η ευγένεια στις κινήσεις του, ο αριστοκρατικός του αέρας, τον έκαναν να ξεχωρίσει επί σκηνής. Απέδωσε τον χαρακτήρα του με ακρίβεια, ρεαλισμό και αξιόλογη εκφορά λόγου. Το όλο παρουσιαστικό του, η εκφραστικότητα και η στωικότητα του ανέδειξαν όλα τα γνωρίσματα ενός ατόμου μορφωμένου, με αγάπη προς την γνώση, την φιλοσοφία, το πνεύμα, που παρατηρεί τη ζωή και τους ανθρώπους από απόσταση ασφαλείας.
Στον ρόλο της μαντάμ Ορτάνς η Μπέττυ Νικολέση ήταν απλά απολαυστική. Με το υποκριτικό της ταλέντο, την γαλλοελληνική προφορά και την τσαχπινιά της υποδύθηκε εξαιρετικά την ξεπεσμένη και γερασμένη πια αρτίστα, την «ζαργάνα» όπως πειρακτικά την αποκαλούσε ο Ζορμπάς, που λίγο πριν το τέλος της αναζητά την αληθινή αγάπη.
Η Κλειώ Δανάη Οθωναίου, εντυπωσιακή όπως πάντα, απέδωσε άψογα τον ρόλο της ελκυστικής χήρας που όλοι οι άντρες ποθούν μα κανείς δεν μπορεί να έχει, υπέροχη στην εκφορά του λόγου, άλλοτε με σκληράδα και δυναμισμό και άλλοτε με ευαισθησία και τρυφερότητα.
Ο ταλαντούχος Θάνος Φερετζέλης ήταν εξαιρετικός στο ρόλο του τρελού του χωριού, του αγαθού και καλόκαρδου Μιμιθού και δικαίως κέρδισε τις καρδιές των θεατών, ενώ δυναμική υπήρξε η παρουσία του Γιάννη Καραμφίλη στον ρόλο του Μαυραντώνη. Αξιόλογες οι ερμηνείες και των λοιπών ηθοποιών του ΚΘΒΕ, που με τις συνεχείς εναλλαγές τους έδωσαν ένταση και ρυθμό στην παράσταση.
Το σκηνικό του Δημήτρη Πολυχρονιάδη συνέδραμε απόλυτα την σκηνοθετική προσέγγιση. Λιτό αλλά λειτουργικό, διαρκώς μεταβαλλόμενο, μας μετέφερε νοητά στα πλείστα μέρη όπου διαδραματίζεται η υπόθεση του έργου. Σημαντική υπήρξε η συμβολή του videoart της Άντας Λιάκου που προσέδιδε χρώμα, φως και χάριζε την αίσθηση του ήλιου, της θάλασσας και γενικά της νησιώτικης ατμόσφαιρας που χαρακτηρίζει άλλωστε το έργο του Καζαντζάκη. Τα καλαίσθητα κοστούμια της Ευαγγελίας Κιρκινέ ,φανερά ποιοτικά και λεπτομερώς φροντισμένα, προσέδωσαν πολυχρωμία και αέρα ελληνικής παράδοσης, δημιουργώντας παράλληλα ένα ευχάριστο και οικείο σκηνικό περιβάλλον. Θετικά συνέβαλαν και οι στοχευμένοι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου που τόνισαν τις συναισθηματικές μεταπτώσεις των χαρακτήρων.
Η μουσική του Χρήστου Παπαδόπουλου προσέδωσε ζωντάνια και ένταση στην παράσταση, το δε συρτάκι του Μίκη Θεοδωράκη, που χόρεψαν οι δύο πρωταγωνιστές στη διάσημη σκηνή του τέλους, όπως ήταν αναμενόμενο, ξεσήκωσε το κοινό.
Και κάποιες παρατηρήσεις (-): Αν και γενικά η διασκευή του έργου ήταν πετυχημένη και απέδωσε όλα τα βασικά στοιχεία της υπόθεσης, εντούτοις μας έλειψε η βαθιά φιλοσοφική προσέγγιση του λόγου του Καζαντζάκη. Ίσως για λόγους οικονομίας του έργου, σημεία του που εμβάθυναν σε αυτή την κατεύθυνση, παραλείφθηκαν, η απουσία όμως του φιλοσοφικού βάθους ήταν σε ορισμένες σκηνές αρκετά αισθητή. Επίσης, το πρώτο μέρος της παράστασης, υστερούσε από θέμα έντασης και δυναμικής σε σχέση με το δεύτερο, που είχε σαφώς εντονότερες συναισθηματικά σκηνές και γενικά περισσότερη δράση.
Συμπερασματικά (=) παρακολουθήσαμε μια όμορφη, καθόλα προσεγμένη και καλοδουλεμένη διασκευή του διάσημου έργου, με έναν εντυπωσιακό Πασχάλη Τσαρούχα στον ρόλο του Ζορμπά που μας ενθουσίασε και μας συγκίνησε με την ερμηνεία του…
Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να
μετουσιώνεις το αναπόφευκτο σε δικιά σου
λεύτερη βούληση, αυτός, ίσως, είναι
ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης…
Ν.Καζαντζάκης.
Βαθμολογία: 7,4/10
ΜΟΝΗ ΛΑΖΑΡΙΣΤΩΝ (Σκηνή Σ. Καραντινός)
«Ζορμπάς» του Νίκου Καζαντζάκη.
– Είδαμε, βαθμολογήσαμε (σύντομα)

Η παράσταση εστιάζει στη βαθιά φιλία του Ζορμπά με το «αφεντικό», αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στον άνθρωπο της πράξης και τον άνθρωπο των βιβλίων. Ένας ύμνος στην ελευθερία και τη ζωή που πρέπει να «καταναλώνεται» πριν γίνει μελάνι και χαρτί.
Σκηνοθεσία: Λευτέρης Γιοβανίδης. Ερμηνεύουν: Πασχάλης Τσαρούχα, Νίκος Τσολερίδης Μπέττυ Νικολέση, Δανάη Κλειώ Οθωναίου κ.ά.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη: 19:00 Πέμπτη-Παρασκευή: 21:00 Σάββατο: 18.00 & 21.00 Κυριακή: 19:00 (έως -/-)
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ



.jpg)
.jpg)


.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)