Είδε η Ειρήνη Σοφιανίδου και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα
Η Σάρα Κέιν αν και έζησε στον πλανήτη μας μόλις 28 χρόνια, πριν κρεμαστεί χρησιμοποιώντας τα κορδόνια της στο δωμάτιο μιας κλινικής, κατάφερε να αφήσει το συγγραφικό της στίγμα τόσο στο βρετανικό όσο και στο παγκόσμιο θέατρο. Τα έργα της που από κάποιους κριτικούς χαρακτηρίστηκαν «χωρίς ίχνος θεατρικότητας» έχουν ως αντικείμενο τη λυτρωτική αγάπη, τη σεξουαλική επιθυμία, τον πόνο, τα βασανιστήρια – σωματικά και ψυχολογικά – και τον θάνατο. Χαρακτηρίζονται από ποιητική ένταση, απλή γλώσσα, και τη χρήση ακραίων και βίαιων ενεργειών στη σκηνή. Τα χαρακτηριστικά αυτά την κατατάσσουν στους εκπροσώπους του βρετανικού θεάτρου «Στα Μούτρα», μιας μορφής δράματος που σπάει τις συμβάσεις του νατουραλιστικού θεάτρου. Η συγγραφέας πριν τον άδοξο θάνατό της πρόλαβε να αφήσει πίσω της πέντε θεατρικά έργα ανάμεσα στα οποία και το Λαχταρώ.
Το Λαχταρώ είναι ένα έντονα ποιητικό αφαιρετικό έργο, χωρίς κάποια συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη σκηνική και δραματική πλοκή. Έχει τη δομή ενός μεγάλου ποιήματος χωρισμένο σε τέσσερα πρόσωπα. Τον Α που μπορεί να είναι συγγραφέας, αυτουργός, θύτης, κακοποιός. Το Β που αντιπροσωπεύει τον μικρό άντρα, ίσως τον αδερφό. Την Μ που είναι η μητέρα και το Cπου είναι το παιδί. Τα τέσσερα αυτά πρόσωπα του έργου μιλούν σε έναν απροσδιόριστο χώρο και χρόνο αποκαλύπτοντας τις διαφορετικές τους επιθυμίες και τους υπαρξιακούς τους φόβους, ζητώντας συχνά κάτι το ένα από το άλλο.
Στη συζήτηση των προσώπων ο λόγος έχει πολλαπλές σημασίες χωρίς σαφή απεύθυνση, ενώ σε πολλά σημεία είναι συνεχής λες και μιλάνε διαφορετικά πρόσωπα ενός συνόλου, θυμίζοντας χορό αρχαίας τραγωδίας.
Πέρα από την προφανή ύπαρξη τεσσάρων διαφορετικών προσώπων έστω κι αν χαρακτηρίζονται από μια «ατέλεια», υπάρχει μία ακόμα δυνατότητα ανάγνωσης του έργου, να πρόκειται για τις εσωτερικές φωνές του ίδιου προσώπου.
Αναφορικά τώρα με αυτό που είδαμε ξεκινώντας από τα θετικά (+),την παραπάνω ανάγνωση φαίνεται να υπηρέτησε με τη δραματουργική επεξεργασία και τη σκηνοθετική της προσέγγιση η Χριστίνα Χατζηβασιλείου χωρίς όμως να καθοδηγεί εντελώς ξεκάθαρα τον θεατή προς αυτήν την κατεύθυνση. Πριν σχολιάσουμε όμως τη σκηνοθεσία πιστοί στο «εν αρχή ήν ο λόγος» ας μιλήσουμε για το κείμενο.
Στο έργο όλα περιστρέφονται γύρω από την πιο βαθιά ανάγκη του ανθρώπου, να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Οι ήρωες λαχταρούν την αγάπη χωρίς όμως να μπορούν να την κατακτήσουν. Μέσα από τις τέσσερις φωνές του έργου εκφράζονται έντονα συναισθήματα που σχετίζονται με την μοναξιά και τον πόνο, ενώ η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας ,η βία, η σεξουαλικότητα και ο θάνατος είναι θέματα που πραγματεύεται η Κέιν στο «Λαχταρώ». Οι ήρωες μονολογούν παρουσιάζοντας στον λόγο τις καταστάσεις που τους βασανίζουν, μέσα από έντονες εκφράσεις και αντιθέσεις λαχτάρας για θάνατο και ζωή. Η μετάφραση του Αντώνη Γαλέου καταφέρνει να αναδείξει την απλή αλλά έντονα συναισθηματική ποιητική γλώσσα που ενισχύει τη δύναμη των μηνυμάτων και βοηθάει στην κατάδυση στον σκοτεινό κόσμο της Κέιν.
Η σκηνοθεσία της Χριστίνας Χατζηβασιλείου είναι πιστή στο ύφος του έργου. Επικεντρώνεται στον λόγο χωρίς σχεδόν καμία δράση. Οι τέσσερις ηθοποιοί έχουν στηθεί σε συμμετρικούς σχεδιασμούς και δίνουν την αίσθηση της εξομολόγησης. Μιλάνε χωρίς καμία πρόθεση να ακούσουν. Δείχνουν απελπισμένοι να επικοινωνήσουν χωρίς όμως να το καταφέρνουν. Η σκηνοθέτρια τοποθετεί το πρόσωπο C(παιδί) στο κέντρο μπροστά σε ένα ενυδρείο καθιστώντας το έτσι κατά κάποιο τρόπο τον φορέα των άλλων τριών φωνών. Σε πολλές στιγμές δινόταν η αίσθηση ότι πρόκειται για τρόφιμο ψυχιατρείου που άλλοτε αναπολεί, άλλοτε παραληρεί μέσα από τα λεγόμενα των άλλων προσώπων. Γενικά πέτυχε να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα ψυχρής απομόνωσης και απελπισίας που σταδιακά οδηγεί το πρόσωπο C(παιδί)στη λύτρωση του θανάτου.
Η σκηνογραφία και τα κοστούμια της Αλεξάνδρας Μπουσουλέγκα και της Ράνιας Υφαντίδου συμβάλουν καθοριστικά στη δημιουργία της σκηνικής ατμόσφαιρας της παράστασης. Κυρίαρχο στοιχείο το ενυδρείο με το νερό, το οποίο λειτουργεί σαν μια μεγεθυντική αντανάκλαση του ψυχισμού και της ρευστής μνήμης ενώ κάθε φορά που η ηθοποιός βύθιζε τα χέρια της στο νερό δημιουργούσε κυματισμούς και ακούγονταν ήχοι που συμβολίζουν την διαρκή αναταραχή μιας βασανισμένης ψυχής. Εκτός από το νερό συμβολικά λειτουργούν και τα μπουκάλια με το γάλα που υπάρχουν στις άκρες της σκηνής, μια ξεκάθαρη αναφορά στο πρόσωπο της Μητέρας και τις σχέσεις μητέρας παιδιού που πέρα από την αγάπη πάντα ενέχουν στοιχεία εξάρτησης. Τέλος οι δύο μεγάλοι σταυροί δεξιά κι αριστερά της σκηνής που εκπέμπουν νέον φως ενισχύουν την αίσθηση ενός χώρου εξομολόγησης.
Οι φωτισμοί της Δήμητρας Αλουτζανίδου δεν υπηρετούν απλώς τη σκηνική δράση αλλά αναδεικνύουν τους ψυχικούς κραδασμούς και τις εσωτερικές μεταβολές των χαρακτήρων ενώ ο ήχος του Φίλιππου Θεοχαρίδη υποστηρίζει ουσιαστικά την όλη προσπάθεια.
Όλο αυτό που έχτισε η Χριστίνα Χατζηβασιλείου έχει ως πυλώνες τους τέσσερις ηθοποιούς, τους οποίους καθοδήγησε προς μια στατική, λιτή ερμηνεία που αναδείκνυε τον παλλόμενο λόγο και τα νοήματα του κειμένου. Πιο συγκεκριμένα ο Ιωάννης Αθανασόπουλος ως Β (το αγόρι) είναι η νεανική, τρυφερή και πιο ευαίσθητη φωνή. Ο ηθοποιός με μια αβίαστη ηρεμία μετέφερε την ευαλωτότητα αλλά και την ελπίδα της νιότης που αναζητά τη συναισθηματική σύνδεση.
Η Μομώ Βλάχου, ως φωνή Μ (μητέρα) δίνει μια συγκρατημένη άλλα ουσιαστική ερμηνεία. Μοιάζει με μια μορφή εύθραυστη αλλά ταυτόχρονα στοχαστική. Έχει μια πολύ ιδιαίτερη ηρεμία στον τρόπο που ερμηνεύει τη μορφή χωρίς έντονες εξάρσεις και καταφέρνει έτσι να παρουσιάσει στον θεατή μια φιγούρα με εσωτερικευμένη ένταση και υπόγειο πόνο.
Ιδιαίτερη και άκρως απαιτητική η απόδοση της Άννας Ευθυμίου σαν πρόσωπο C. Είναι η μορφή πυλώνας γύρω από την οποία αναπτύσσονται οι άλλες τρεις. Πάσχει και δονείται πάνω στη σκηνή γεμάτη πόνο, ματαίωση και βαθιά απώλεια της ελπίδας. Σώμα, φωνή, κίνηση βρίσκονται σε μια απόλυτη και λεπτή ισορροπία αναδεικνύοντας τις αντιθέσεις του ρόλου-λογική και παράλογο- και του έργου εν γένει. Μια δυναμική, δουλεμένη ερμηνεία άξια συγχαρητηρίων.
Στα αρνητικά (-)… Λιγότερο αποτελεσματικός ως Α ο Γιάννης Παρασκευόπουλος. Αποδίδει τη σκληρότητα και τον κυνισμό της φωνής που υποδύεται όμως σε αρκετά σημεία υπήρξε μονότονος χωρίς αρκετές διακυμάνσεις. Η στιγμή του συγκλονιστικού ερωτικού μονολόγου ήταν μια ιδανική ευκαιρία να αναδειχτούν οι πιο ευάλωτες πλευρές του χαρακτήρα, η οποία όμως δεν αξιοποιήθηκε επαρκώς.
Τέλος, ενώ η παράσταση ήταν σίγουρα ενδιαφέρουσα στο σύνολό της η σκηνοθεσία ήθελε περισσότερη τόλμη, μιας και το κείμενο σίγουρα προσφέρεται και μια πιο διερευνητική ματιά.
Συνοψίζοντας (=): Είδαμε μια παράσταση εικαστικό δρώμενο με μια σκηνοθεσία που ανέδειξε τη σκοτεινή και φορτισμένη ατμόσφαιρα του έργου, της έλειπε όμως η τόλμη, με λιτό σκηνικό γεμάτο συμβολισμούς, ερμηνείες δουλεμένες σχεδόν στο σύνολό τους και φωτισμούς που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στα δρώμενα. Ένα έργο δύσκολο που δε στοχεύει στην ψυχαγωγία και για τον λόγο αυτό δεν απευθύνεται σίγουρα στο ευρύ κοινό.
Βαθμολογία: 6,6/10










