Είδε ο Γιώργος Μπαστουνάς και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα
Το εμβληματικό έργο του Βασίλη Κατσικονούρη, «Το Γάλα», επιστρέφει στη σκηνή του Θεάτρου Αυλαία είκοσι χρόνια μετά τη συγγραφή του, σε σκηνοθεσία των Μάνου Καρατζογιάννη και Ερμίνας Κυριαζή. Το έργο αφηγείται την ιστορία μιας επαναπατρισμένης οικογένειας από τη Γεωργία, μιας μητέρας και των δύο γιων της που προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στην ελληνική κοινωνία. Ο μεγάλος γιος, ο Αντώνης, επιδιώκει να ενσωματωθεί πλήρως και να εξασφαλίσει μια κοινωνική και οικονομική σταθερότητα, ενώ ο μικρότερος, ο Λευτέρης, παγιδευμένος ανάμεσα στη μνήμη και την ψυχική του ασθένεια, αδυνατεί να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.
Το έργο πραγματεύεται ζητήματα, όπως η μετανάστευση, η αίσθηση του μη ανήκειν, η οικογενειακή ευθύνη και η ψυχική νόσος, φωτίζοντας τις ρωγμές που δημιουργούνται όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να συμφιλιώσουν την ανάγκη για αποδοχή με το τραύμα του ξεριζωμού.
Στα θετικά (+) στοιχεία της παράστασης συγκαταλέγεται πρωτίστως το ίδιο το κείμενο του Βασίλη Κατσικονούρη, το οποίο παραμένει ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας. Με αφετηρία την ιστορία μιας οικογένειας μεταναστών, το έργο ανοίγει ένα ευρύ πεδίο θεματικών: τη σύγκρουση ταυτότητας, τη μνήμη της χαμένης πατρίδας, τη δυσκολία της κοινωνικής ένταξης και τη διαχείριση της ψυχικής ασθένειας μέσα στον στενό οικογενειακό κύκλο. Το κείμενο συνδυάζει τον ρεαλισμό της καθημερινότητας με στιγμές βαθιάς συγκίνησης, ενώ το χιούμορ λειτουργεί συχνά ως αντίβαρο στη δραματικότητα της ιστορίας.
Η σκηνοθεσία των Μάνου Καρατζογιάννη και Ερμίνας Κυριαζή επιλέγει μια λιτή και ουσιαστική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στις ανθρώπινες σχέσεις και στην εσωτερική ένταση των χαρακτήρων. Η σκηνική δράση οργανώνεται γύρω από έναν κλειστό οικογενειακό χώρο, ο οποίος ενισχύει την αίσθηση εγκλωβισμού που διαπερνά το έργο. Οι σκηνοθέτες αποφεύγουν τον εντυπωσιασμό και επιτρέπουν στο κείμενο και στους ηθοποιούς να καθορίσουν τον ρυθμό της παράστασης, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα έντονης συναισθηματικής φόρτισης.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Άγγελου Αγγελή υπηρετούν με λειτουργικότητα τον ρεαλισμό της παράστασης, αποτυπώνοντας τον περιορισμένο χώρο ενός μικρού διαμερίσματος όπου οι χαρακτήρες αναγκάζονται να συνυπάρχουν. Η λιτότητα του σκηνικού περιβάλλοντος συμβάλλει στη συγκέντρωση της προσοχής στις σχέσεις των προσώπων.
Η μουσική του Νεοκλή Νεοφυτίδη προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο ατμόσφαιρας, συνδυάζοντας λαϊκά ακούσματα με πιο σύγχρονες μουσικές αναφορές, ενώ οι φωτισμοί του Άγγελου Παπαδόπουλου υπογραμμίζουν τις συναισθηματικές μεταπτώσεις των σκηνών χωρίς να επιβάλλονται στη δράση.
Οι τέσσερις ηθοποιοί αποτελούν τον βασικό πυλώνα της παράστασης, καθώς πρόκειται για ένα έργο που στηρίζεται πρωτίστως στη δύναμη των χαρακτήρων και στις μεταξύ τους συγκρούσεις.
Ο Μάνος Καρατζογιάννης, στον ρόλο του Λευτέρη, δίνει μια ιδιαίτερα ευαίσθητη ερμηνεία, αποφεύγοντας την υπερβολή ή την επιφανειακή απεικόνιση της ψυχικής διαταραχής. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τις παύσεις, τη σωματικότητα και τις στιγμές σιωπής δημιουργεί έναν χαρακτήρα εύθραυστο, αλλά βαθιά ανθρώπινο.
Η Στέλλα Γκίκα, στον ρόλο της μητέρας Ρήνας, αποτελεί τον συναισθηματικό πυρήνα της οικογένειας. Η ερμηνεία της ισορροπεί ανάμεσα στη στοργή και την απόγνωση μιας γυναίκας που προσπαθεί να κρατήσει ενωμένη την οικογένειά της. Με λιτότητα και εσωτερικότητα αποφεύγει τον μελοδραματισμό και αποδίδει με πειστικότητα τις αντιφάσεις της ηρωίδας.
Ο Δημήτρης Πασσάς, ως Αντώνης, παρουσιάζει έναν χαρακτήρα που κινείται ανάμεσα στην προσωπική φιλοδοξία και την οικογενειακή ευθύνη. Η ερμηνεία του αναδεικνύει τη συσσωρευμένη ένταση ενός ανθρώπου που προσπαθεί να αποδράσει από το βάρος του παρελθόντος, χωρίς όμως να μπορεί να αποκοπεί πλήρως από αυτό.
Η Δήμητρα Βήττα, στον ρόλο της Νατάσσας, λειτουργεί ως το εξωτερικό βλέμμα πάνω στην οικογένεια. Με συγκρατημένη και διακριτική παρουσία αποδίδει την αμηχανία ενός ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα ξένη προς τον δικό του κόσμο.
Παρά τη συνολική της δύναμη, η παράσταση παρουσιάζει και ορισμένες αδυναμίες (-). Σε ορισμένα σημεία η δραματουργική ένταση μοιάζει να επαναλαμβάνεται χωρίς να εξελίσσεται ουσιαστικά, γεγονός που δημιουργεί στιγμές μικρής σκηνικής στασιμότητας. Ο ρεαλιστικός ρυθμός της παράστασης, αν και υπηρετεί τη φύση του έργου, ενίοτε επιβραδύνει τη δραματική κορύφωση.
Επιπλέον, η έντονη συναισθηματική φόρτιση του κειμένου οδηγεί σε στιγμές όπου το έργο αγγίζει τα όρια της συναισθηματολογίας. Παρότι οι ηθοποιοί καταφέρνουν σε μεγάλο βαθμό να αποφύγουν τον μελοδραματισμό, υπάρχουν σκηνές όπου η δραματικότητα θα μπορούσε να λειτουργήσει πιο υπαινικτικά.
Τέλος, η λιτότητα της σκηνοθετικής γραμμής, αν και σε γενικές γραμμές λειτουργεί υπέρ της παράστασης, σε ορισμένα σημεία στερεί από τη σκηνική δράση μια μεγαλύτερη ποικιλία ρυθμών και εικόνων.
Το «Γάλα» επιβεβαιώνει τη διαχρονική αξία του έργου του Βασίλη Κατσικονούρη. Μέσα από μια ιστορία οικογενειακών συγκρούσεων και μνήμης, το έργο φωτίζει την εμπειρία του ξεριζωμού και την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου. Με λιτή σκηνοθεσία και δυνατές ερμηνείες, η παράσταση αναδεικνύει τον ανθρώπινο πυρήνα του έργου, προσφέροντας στο κοινό μια συγκινητική και στοχαστική θεατρική εμπειρία.
Παρά τις μικρές αδυναμίες στον ρυθμό και την ένταση ορισμένων σκηνών, πρόκειται για μια παράσταση που κατορθώνει να αναδείξει τη δύναμη του κειμένου και να θυμίσει γιατί «Το Γάλα» παραμένει ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας.
Βαθμολογία: 6,7/ 10







