Είδε και σχολιάζει η Πίτσα Στασινοπούλου για την Κουλτουρόσουπα
Παίρνοντας μια πρώτη γεύση από το υλικό της παράστασης, σκεφτήκαμε ότι το «οικείο» θέμα της περί ζευγαριού με εμπλοκή πεθεράς, πιθανότατα θα προσφέρει μια ευχάριστη, ανάλαφρη κωμωδία με γνωστούς ηθοποιούς, οπότε γιατί όχι;; Άλλωστε, σε πείσμα τόσων διαψεύσεων που έχουμε υποστεί, θέλουμε να κρατάμε την ελπίδα της δικαίωσης πάντα ζωντανή και βέβαια η υπόσχεση γέλιου φαντάζει μόνιμο δέλεαρ… οπότε με ανάλογη διάθεση προσήλθαμε στο θέατρο Κολοσσαίον για την παράσταση «Μαύρη γαλότσα» σε κείμενο και σκηνοθεσία της Βάσιας Αργέντη…
Σύμφωνα με την υπόθεση, ένα ερωτευμένο ζευγάρι– εκείνος δικηγόρος στο ξεκίνημα της καριέρας κι εκείνη άνεργη ψυχολόγος- συγκατοικούν για καιρό προσπαθώντας να εξομαλύνουν τις διαφορές των χαρακτήρων τους, ενώ η κοπέλα πιέζει για γάμο και δημιουργία οικογένειας, που ο αναποφάσιστος σύντροφός της διαρκώς αναβάλλει, αφήνοντας να εννοηθεί ότι πίσω από τους δισταγμούς του κρύβεται «δάκτυλος της μαμάς»… όπου αιφνιδίως καταφθάνει η «μαμά»- πεθερά της κοπέλας με εμφανή απόρριψη της νύφης που βρίσκει ανεπαρκή για τον γιο της και με αιτιολογία ότι θέλει να «ξαναβρεί τον χαμένο εαυτό της», καθώς διαπιστώνει ότι είναι αφύσικα ήρεμη κι αναζητά τις παλιές εκρηκτικές αντιδράσεις της, παραδόξως με τη βοήθεια της ψυχολόγου νύφης.. Η τελικά μακροχρόνια καταπιεστική συμβίωση των τριών θα οδηγήσει άλλοτε σε ευτράπελα, άλλοτε σε αποκαλύψεις απωθημένων, άλλοτε σε εκπληρώσεις προσδοκιών με γάμο και παιδί, μέχρι να αποδειχθεί πίσω από όλα αυτά το συγγραφικό εύρημα…
Στο ανάλαφρο, εύληπτο έργο (+) της Βάσιας Αργέντη, παρότι εντοπίσαμε αδυναμίες που θα αναφερθούν παρακάτω, εντούτοις αναγνωρίζουμε την πρόθεση για κάτι βαθύτερο από διασκεδαστική κωμωδία, καθώς επιχειρήθηκε ένα είδος «αποκρυπτογράφησης» των οικογενειακών σχέσεων και ειδικότερα μάνας και γιου, ερμηνεύοντας συμπεριφορές που απορρέουν από κλασικά στερεότυπα, καταπιεστικά βιώματα, ψυχικές ανασφάλειες και οδηγούν σε ευνουχισμό της προσωπικότητας του γιου… αυτού που κοινώς αποκαλούμε «μαμάκια» καθώς αδυνατεί να απεξαρτηθεί από την μητρική κυριαρχία, αναζητώντας μόνιμα την επιβεβαίωση της μάνας που του έλειψε τραγικά… Πάνω σ’ αυτόν τον βασικό καμβά της οικείας πραγματικότητας, στον οποίο μοιραία εμπλέκεται και το γνωστό κλισέ «νύφης και κακιάς πεθεράς», η συγγραφέας στήνει μια κομεντί της καθημερινότητας με χιουμοριστικές και συναισθηματικές διαστάσεις, για να καταλήξει σε ένα φινάλε απρόβλεπτο που αιτιολογεί όσα «αναιτιολόγητα» προηγήθηκαν…
Η σκηνοθεσία από την ίδια κινήθηκε σε συμβατικά, επαρκή πλαίσια μιας παράστασης εν μέρει χαριτωμένης και εν μέρει πληκτικής όπως θα εξηγήσουμε… Στα θετικά της θα καταχωρίσουμε την αβίαστη ροή, τις συναισθηματικές εναλλαγές μεταξύ χιούμορ και συγκίνησης, τον ζωντανό γενικά ρυθμό ιδιαίτερα στις συγκρούσεις με σωστή κλιμάκωση, καθώς και την εύστοχη επιλογή με στιγμιαία σκοτεινιάσματα και μουσική για την αλλαγή σκηνών… Επίσης θετική εντύπωση άφησαν από τεχνικής πλευράς, το προσεγμένο, καλόγουστο, πληρέστατο σκηνικό από το εσωτερικό σπιτιού με τις κατάλληλες χρηστικές λεπτομέρειες, τα ταιριαστά και άφθονα κοστούμια, καθώς και η πρωτότυπη μουσική σύνθεση με το ομώνυμο τραγούδι του τίτλου από τη φωνή της Ελένης Καρακάση, που η όμορφη μελωδία και οι στίχοι έδεσαν σωστά με το κλίμα…
Από άποψη ερμηνειών, βρήκαμε τον Μέμο Μπεγνή θαυμάσια προσαρμοσμένο στον ρόλο ενός άντρα που παραπαίει ανάμεσα στην εξάρτηση και απεξάρτηση από την δεσποτική μάνα του, προσπαθώντας να ισορροπήσει σε αντιφατικές καταστάσεις και ανάγκες, να λειτουργήσει πυροσβεστικά στη σύγκρουση νύφης- πεθεράς, να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, σε μια ερμηνεία με πειστικότητα, ειλικρίνεια, αφοσίωση, ενέργεια, συνδυάζοντας χιούμορ και έντονο συναισθηματισμό στα συγκινητικά, αληθοφανή ξεσπάσματά του… Επίσης πολύ καλή δίπλα του η Αντιγόνη Νάκα που περιμένει μάταια την πρόταση γάμου και παράλληλα υφίσταται την ύπουλη «αποδόμηση» από την πεθερά, αποδίδοντας την ηρωίδα με σκηνική άνεση, φυσικότητα, εγκαρτέρηση, εκφραστικότητα, αυτοέλεγχο χωρίς γραφικές υπερβολές… Για την Ελένη Καστάνη ως πεθερά θα αναφερθούμε παρακάτω διότι…
Υπήρξαν αρκετά που μας απογοήτευσαν (-) και ένα εξ αυτών που δεν περιμέναμε, ήταν δυστυχώς η ερμηνεία της καταξιωμένης ηθοποιού…η οποία απέδωσε τον χαρακτήρα της με έναν ακατανόητο τρόπο, κάτι μεταξύ πλήρους ισοπέδωσης με απουσία συναισθήματος διατηρώντας σταθερά τον ίδιο επίπεδο τόνο ανάλαφρης χαριτωμενιάς ακόμα και στα συγκινητικά σημεία και ενίοτε σαν να «κορόϊδευε» τον ρόλο οδηγώντας τον συχνά στα όρια της καρικατούρας… επιπλέον το μονότονα επαναλαμβανόμενο «σύρσιμο» των συλλαβών στην εκφορά του λόγου κατάντησε εκνευριστικό, ενώ το χιούμορ της κωμικής ηθοποιού εδώ υπήρξε άνευρο, διεκπεραιωτικό σαν τυποποιημένο χωρίς να αγγίζει… απλά μια γραφική φιγούρα στον κόσμο της, θαρρείς αμέτοχη στα δρώμενα, με χαριτωμένα πηγαινέλα και ανύπαρκτη αληθοφάνεια…
Το επόμενο που απογοήτευσε προκαλώντας πλήξη ήταν ο τρόπος ανάπτυξης του κειμένου… που ναι μεν επιχείρησε κάποια επέκταση σε ψυχολογικό επίπεδο για τις οικογενειακές σχέσεις, όμως το έκανε πολύ συμβατικά και χλιαρά αναμασώντας γνωστά στερεότυπα, ενώ οι συνθήκες που στήθηκαν συγγραφικά – χωρίς τίποτα να προϊδεάζει για την ανατροπή του φινάλε- πέραν του ότι έμοιαζαν τόσο τραβηγμένες που καταντούσαν αφύσικες ή παρουσίαζαν εξελίξεις αυθαίρετες με ανεπαρκή αιτιολογία, επιπλέον η συχνή επανάληψη των ίδιων μοτίβων κούρασε σε σημείο ανίας χάνοντας το ενδιαφέρον…
Όταν λοιπόν από τα 80 λεπτά, τα μισά και πλέον κυλούν σχεδόν αδιάφορα και προβλέψιμα με τα ίδια τερτίπια μιας πεθεράς που όλο φεύγει «σε λίγες μέρες» και τελικά στρώνεται για κάτι χρόνια και μάλιστα με πρόσχημα ουδόλως πιστευτό έως σουρεαλιστικό, το τελευταίο αποκαλυπτικό δεκάλεπτο αδυνατεί να μετριάσει την μακρά ανιαρή αίσθηση που προηγήθηκε… Επιπλέον θεωρούμε ότι το τυχαίο και μάλλον αδέξιο εύρημα της «γαλότσας» δεν επαρκούσε για να νοηματοδοτήσει τον τίτλο…
Συνοψίζοντας (=) είναι αλήθεια ότι εκτιμήσαμε κάποια στοιχεία σε μια κομεντί που φιλοδοξούσε να δώσει κάτι παραπάνω, όμως οι αδυναμίες δυστυχώς την περιόρισαν…
Βαθμολογία: 5,7/10








