(2η κριτική, πρώτη δείτε εδώ)
Είδε ο Γιώργος Τοκμακίδης και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα
Το έργο «8 γυναίκες» είναι βασισμένο στην ομώνυμη θεατρική παράσταση με τίτλο «8 Γυναίκες Κατηγορούνται» από τον επαγγελματία και πρωτοπόρο του είδους, Ρομπέρ Τομά. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φόρα τη δεκαετία του ’60 καταφέρνοντας να κερδίσει το βραβείο «Quaides Οrfevres». Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο μεταφέρθηκε σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη και παραγωγή του πολιτιστικού οργανισμού «Λυκόφως».
Πρόκειται για τη συνάντηση 8 γυναικών σε μία έπαυλη, στην οποία βρίσκεται δολοφονημένος ένας άνδρας. Αυτός ο άνδρας δεν είναι τυχαίος, έχει πολλαπλή ιδιότητα, είναι σύζυγος, πατέρας, γαμπρός, κουνιάδος, αδερφός και εργοδότης για κάθε μία από αυτές τις γυναίκες. Όλες τους είναι φαινομενικά ένοχες, μα μονάχα μία έχει προβεί σε αυτή την ειδεχθή πράξη! Μα ποια θα μπορούσε να κάνει κάτι τόσο αποτρόπαιο σε κάποιον τόσο κοντινό της; Όσο η συζήτηση ανάμεσα τους ξετυλίγει ένα περίτεχνο παιχνίδι της μοίρας και οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ τους εκτοξεύονται προς πάσα κατεύθυνση, 8 γυναίκες θα αποπειραθούν να φθάσουν στην εξιχνίαση του μυστηριώδες εγκλήματος.
Επί τω έργω:
Ο Χρήστος Σουγάρης, γνώριμος από την δράση του με το ΚΘΒΕ και έμπειρος σκηνοθέτης, αναλαμβάνει τη μεταφορά και σκηνοθεσία του έργου σε μετάφραση του Κοσμά Φοντούκη.
Επιλέγει να ακροβατήσει ανάμεσα στις διάφορες εκφάνσεις της τέχνης. Η πρώτη είναι το θέατρο και η δεύτερη ο κινηματογράφος. Ακούσατε εξαιρετικά! Μία κινηματογραφική κατεύθυνση εισάγεται στην παράσταση δημιουργώντας μία καλλιτεχνική γέφυρα, η οποία ενώνει τους δύο χώρους. Μετά από παραστάσεις, όπως ο «Ιππόλυτος» του Εθνικού Θεάτρου και το «Closer» του «Νέου Κόσμου», στις οποίες η χρήση της κάμερας διέθετε πρωταγωνιστικό ρόλο και χρησιμοποιούταν από τους ίδιους τους ηθοποιούς, οι συντελεστές αλλάζουν το πλαίσιο. Ο σκηνοθέτης φέρνει στην σκηνή έναν επαγγελματία και συνεργάτη του, τον Πάνο Νικολακόπουλο με απώτερο σκοπό να αποδώσει το από κοινού τους όραμα του με τη δική του ζωντανή ματιά. Ως κινηματογραφιστής βρίσκεται μαζί με τις ηθοποιούς και τις κινηματογραφεί με τις εικόνες, τις γωνίες, τα κάδρα και τα πλάνα να αποτυπώνονται στο βάθος της σκηνής. Με αυτό τον τρόπο δίνεται μία διττή διάσταση στο έργο, καθώς ο/η θεατής βρίσκεται στη θέση να έχει μία γενική εικόνα της παράστασης, αλλά συγχρόνως να εστιάζει εκεί που τον/την κατευθύνουν οι σκηνοθέτες της.
Ο ρυθμός του έργου μέσα από αυτόν τον καλλιτεχνικό πρωτότυπο σκηνοθετικό ελιγμό αποκτά νέο και φρέσκο παλμό. Το μάτι του κοινού ακολουθεί ηθοποιούς και κινηματογραφιστή, οι οποίοι κινούνται συνεχώς και σταματούν μονάχα για να αποδοθεί το εκάστοτε υπολογισμένο πλάνο. Αυτή η προσέγγιση ανοίγει νέους δρόμους απόδοσης και μεταφοράς, και επιτρέπει στους καλλιτέχνες να αφηγηθούν ευρηματικά την ιστορία. Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθούν τα μικρά μουσικά διαλείμματα, τα οποία με την χρήση της κάμερας μετατρέπονται σε βίντεο κλιπ. Μέσα στην παράσταση ακούγονται 8 υπέροχα τραγούδια σε στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου και καθοδήγηση από την Ειρήνη Παργινού. Κάθε μία από τις ηρωίδες έχει την στιγμή της να αποδώσει τη θέση, προβληματισμό και σκέψη της με μία μελωδία που πατάει στην «αναβιωμένη» αισθητική της δεκαετίας του ’80 και την άμπιεντ διάθεση της. Αναμφίβολα, αυτά τα τραγούδια ακούγονται με εξαιρετική ευκολία και εκτός των πλαισίων της παράστασης. Αυτά συναποτελούν ένα απίστευτο σύνολο, με την παράσταση να κυλάει με ιδιαίτερη ευκολία και τον τόνο της να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον κωμικό, μουσικό και σοβαρό.
Το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου έχει ενδιαφέρον. Πρόκειται για έναν λαβύρινθο, γεγονός που υποδεικνύει τη θέση στην οποία βρίσκονται οι χαρακτήρες ως προς τη λύση του μυστηρίου. Δε ξεπερνάει προφανώς το ύψος των πρωταγωνιστριών, χρησιμεύει για να αποδοθεί ο ευρύτερος χώρος του σαλονιού της έπαυλης. Όλα τα αντικείμενα, «props» εξυπηρετούν την πλοκή και βρίσκονται στην κατάλληλη θέση, έτσι ώστε να τα βρίσκουν οι χαρακτήρες και να εστιάζονται από την περιφερόμενη κάμερα.
Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου και της βοηθού του, Ναυσικάς Χριστοδουλάκου στηρίζονται σε ψυχρές αποχρώσεις. Μετατρέπονται σε θερμές και ζωηρές, με το που οι πρωταγωνίστριες αναλαμβάνουν να τραγουδήσουν τα κομμάτια τους. Ακολουθούν, αναβοσβήνουν, τρεμοπαίζουν, φωτίζουν, χρωματίζουν. Οι εικόνες που μεταφέρονται επί της οθόνης είναι ακόμα πιο ενδιαφέρουσες!
Επί τη σκηνή:
Ο θίασος αποτελείται από 8 ηθοποιούς, όπως μας παραπέμπει και ο τίτλος του έργου. Αυτό που προκαλεί ενδιαφέρον και εντύπωση είναι ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη πρωταγωνίστρια. Αν όντως υπήρχε, το κοινό θα απομακρύνει τις υποψίες του από το πρόσωπο της και θα υποπτευόταν τις υπόλοιπες. Όχι! Σε αυτή την παράσταση ο σκηνικός χρόνος έχει διανεμηθεί σχεδόν ακριβοδίκαια, με κάθε μία από τις πρωταγωνίστριες να αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο μέσα στο έργο. Όλες είναι ύποπτες μέχρι αποδείξεως του εναντίου!
Ύποπτη υπ’ αριθμόν 1 είναι η Υρώ Μανέ στον ρόλο της «Γκάμπι», συζύγου του θύματος. Η ηθοποιός αναλαμβάνει να εισάγει το κοινό στην ιστορία. Η εκφραστική της ενέργεια είναι απίστευτη! Αλληλεπιδρά με όλες τις συμπρωταγωνίστριες της με την ίδια θέρμη, ενώ οι νευρικές της κινήσεις μεταφέρονται με χάρη. Το τραγούδι της με τον δικό μας τίτλο: «Ο Χρόνος» μιλάει αν μην τι άλλο για το πέρασμα του χρόνου, τις χαμένες ευκαιρίες και στιγμές. Αυτό μας δείχνει κάτι από τον ψυχισμό της. Ο χαρακτήρας της φαίνεται να έχει χάσει πράγματα μέσα από την σχέση της, γεγονός που δίνει ισχυρό κίνητρο για έγκλημα…
Ύποπτη υπ’ αριθμόν 2 είναι η Ευγενία Ξυγκόρου στον ρόλο της «Κατρίν», της μικρής κόρης της οικογένειας. Η ηθοποιός εκμεταλλεύεται τον ρόλο της και ακολουθεί μία επαναστατική προσέγγιση όσον αφορά την ερμηνεία της. Θα μπορούσε κανείς να προσδιορίσει τον χαρακτήρα της ως ατίθασο, πράγμα που επικοινωνεί μέσα από τις έντονες ερμηνευτικές της αντιδράσεις. Η επιλογή του ρούχου της από την ενδυματολόγο κυρία Μανωλοπούλου, βοηθάει τις κινήσεις της, καθώς κινείται διαρκώς πατώντας πάνω στον λαβύρινθο και όχι διαμέσου των οδών του. Το βλέμμα της μαγνητίζει, για αυτό και η κάμερα εστιάζει πάνω σε αυτό κρατώντας το στο επίκεντρο, ενώ προβαίνει σε γωνιακά κοντινά πίσω από αυτό. Το τραγούδι της με τον δικό μας τίτλο: «Πριν τρελαθώ…» κάνει λόγο για τους περιορισμούς της θέσης της και με ποιον τρόπο η ίδια καταφέρνει να τους ξεπεράσει. Ένα νεανικό μανιφέστο! Ο χαρακτήρας φαίνεται να καταπιέζεται, γεγονός που θέτει τα θεμέλια για μία πιο ακραία… εγκληματική συμπεριφορά.
Ύποπτη υπ’ αριθμόν 3 είναι η Μαρίζα Τσάρη στον ρόλο της «Ογκουστίν», αδελφή της «Γκάμπι» και κουνιάδας του δολοφονημένου ανδρός. Η ηθοποιός αναλαμβάνει να περατώσει τον ρόλο της υστερικής αδελφής της «πρωταγωνίστριας». Πρόκειται για μία ερμηνευτική έκπληξη! Μέσα από τη φαινομενική της υστερία προκαλεί κωμωδία, αλλά δεν επιτρέπει στον εαυτό της να μην την πάρουν στα σοβαρά. Φέρνει στο προσκήνιο και ένα εσωτερικό οικογενειακό δράμα, το οποίο την μετατρέπει σε τραγική φιγούρα. Η κυρία Τσάρη καταφέρνει στα κομμάτια της παράστασης που αφιερώνονται στον χαρακτήρα της να κλέψει την παράσταση. Το τραγούδι της με τον δικό μας τίτλο: «Τι ξέρω!» κάνει λόγο για όλα εκείνα που δεν έκανε ποτέ ο χαρακτήρας της, για όλα εκείνα που εξαιτίας συνθηκών τρίτων ατόμων επηρέασαν την προσωπική της ευτυχία. Ο χαρακτήρας προβαίνει στην αυτοκριτική του για να φθάσει στο συμπέρασμα ότι άλλοι ευθύνονται για την κατεύθυνση που πήρε. Το αίσθημα αδικίας την έχει πλήξει ανεπανόρθωτα, άραγε που θα ξεσπάσει;
Ύποπτη υπ’ αριθμόν 4 είναι Γιώτα Φέστα στον ρόλο της μαντάμ Σανέλ, οικονόμου της έπαυλης. Η ηθοποιός αναλαμβάνει να βοηθήσει στην έρευνα εξιχνίασης του φόνου και λειτουργεί, σα σύνδεσμος ανάμεσα σε αυτά που συνέβησαν κατά την προηγούμενη νύχτα. Οι αποκαλύψεις την επηρεάζουν, με την κυρία Φέστα να μεταφέρει μία μετρημένη και σοβαρή ερμηνεία στην σκηνή. Ιεραρχικά είναι κατώτερη από τις υπόλοιπες, αφού βρίσκεται στη δούλεψή τους. Η τροπή της ιστορίας ωστόσο την ανεβάζει επίπεδο,και μόνο αυτή η μεστή προσέγγιση από μέρους της ηθοποιού θα μπορούσε να διατηρήσει τη συνέπεια ανάμεσα σε ρόλο και χαρακτήρα. Το τραγούδι της με τον δικό μας τίτλο: «Για Αυτό Σιωπή!» κάνει λόγο για όλα αυτά που γνωρίζει και δεν έχει μιλήσει όλα αυτά τα χρόνια. Η σιωπή είναι αυτή που επιλέγει, και την μετατρέπει σε ήχο, θόρυβο, τραγούδι. Αυτά που γνωρίζει μπορούν να καταστρέψουν αφηγήματα και οικογενειακά οικοδομήματα, τι άλλο γνωρίζει;
Ύποπτη υπ’ αριθμόν 5 είναι η Ιωάννα Τριανταφυλλίδου στον ρόλο της «Λουίζ» καμαριέρας της έπαυλης. Η ηθοποιός είναι μία ερμηνευτική αποκάλυψη! Ακολουθεί κατά γράμμα τις οδηγίες που λαμβάνει και διατηρεί μία επιτηδευμένη θεατρικότητα στον λόγο της. Τονίζει τις λέξεις της με συγκεκριμένο τρόπο και υπονοούμενο, κάτι εννοεί, κάτι κρύβει και η κυρία Τριανταφυλλίδου λατρεύει να βάζει σε διαρκή σκέψη το κοινό της. Η κάμερα δείχνει τη συμπάθεια της προς το εκφραστικό της πρόσωπο ακολουθώντας παρόμοια γραμμή με την περίπτωση της κυρίας Ξυγκόρου. Το τραγούδι της με τον δικό μας τίτλο: «Καίω!» κάνει λόγο για την πραγματική της φύση και για την πετυχημένη της απόπειρα να τηναποκρύβει με επιτυχία. Τι άλλο άραγε κρύβει;
Ύποπτη υπ’ αριθμόν 6 είναι η Ευγενία Δημητρόπουλου στον ρόλο της «Σουζόν», μεγάλης κόρης της οικογένειας. Η ηθοποιός αναλαμβάνει τον ρόλο του «επιθεωρητή». Έρχεται σε επαφή με όλες τις ηρωίδες και είναι αυτή που κάνει τις ερωτήσεις, που στριμώχνουν τις συμπρωταγωνίστριες της. Οι αντιδράσεις αυτών, έκρυθμες ή μετριοπαθείς, εξυπηρετούν τον συνδυασμό του Ρομπέρ Τομά, κωμωδία και μυστήριο. Η κυρία Δημητρόπουλου φέρνει στον ρόλο κάτι το αθώο και ανέμελο, με το πρόσωπο της να βοηθάει στην απόδοση και μεταφορά αυτού. Προσδίδει μία φρέσκια πνοή στο σύνολο των ηθοποιών και ίσως να αποτελεί τον σύνδεσμο του κοινού με το έργο. Δεν αργεί όμως και η ώρα για τη δική της ανάκριση και αποκάλυψη των μυστικών. Το τραγούδι της με τον δικό μας τίτλο: «Είσαι μικρή…», κάνει λόγο για τη δική της οπτική, όσον αφορά την ηλικία και την ελευθερία που έρχεται μαζί με αυτή. Αισθάνεται όμως κανείς ότι σε βαθμό το αναφέρει και για τον ίδιο της τον εαυτό. Μοιράζεται χορευτικά το κομμάτι της με τη συμπρωταγωνίστρια της, Ευγενία Ξυγκόρου. Ο χαρακτήρας είναι υπεράνω υποψίας φαινομενικά, αλλά αυτή είναι η βάση της πραγματικής απειλής…
Ύποπτη υπ’ αριθμόν 7 είναι η Τάνια Τρύπη στον ρόλο της «Πιερέτ», αδελφής του θύματος. Η ηθοποιός εισέρχεται τελευταία στην σκηνή με μία άνεση, ακολουθώντας μία στωική προσέγγιση στον ρόλο της. Συνδέεται άρρηκτα με τον χαρακτήρα της κυρίας Φέστα, ενώ αποτελεί εξέλιξη του χαρακτήρα της Ιωάννας Τριανταφυλλίδου, αν ο χαρακτήρας της ασπαστεί πλήρως τον δρόμο, στον οποίο βαδίζει ήδη. Ο ερχομός της αναζωογονεί το πλαίσιο,με ηθοποιούς και κοινό να ακολουθούν κάθε της βήμα, από τις εξέδρες στην σκηνή. Κατά τη διάρκεια της παράστασης όλες οι πρωταγωνίστριες κάπου λυγίζουν, κάπου σπάνε. Η κυρία Τρύπη όμως διατηρεί ένα ισχυρό προφίλ στο οποίο δεν χωράνε αδυναμίες. Μία σιδηρά κυρία. Η καλύτερη της στιγμή στο έργο είναι το τραγούδι της με τον δικό μας τίτλο: «Σόλο», όπου καταφέρνει να μαγέψει ολόκληρο το ακροατήριο, είμαι βέβαιος και τους περαστικούς εκτός του θεάτρου. Κάνει λόγο για τη φύση της μοναξιάς, αλλά όχι με απαισιόδοξο τρόπο. Αναδεικνύεται η εσωτερική δύναμη που προκύπτει μέσα από αυτή την εξέλιξη. Μία δύναμη που μπορεί να βλάψει στη δοκιμή της να ανελιχθεί και να επιβιώσει;
Ύποπτη υπ’ αριθμόν 8 είναι η Φωτεινή Ντεμίρη στον ρόλο της «Μαμή», πεθεράς του θύματος. Η ηθοποιός είχε τον ρόλο κοινώς της γιαγιάς της ιστορίας, και αυτός ο ρόλος δεν έχει μεταφερθεί ξανά με τόση ζωντάνια και κέφι. Η κυρία Ντεμίρηισορροπεί ανάμεσα στην κωμωδία και την υστερία. Είναι μητέρα του χαρακτήρα της κυρίας Τσάρη, η οποία πατάει στην ίδια υποκριτική πορεία. Οι σκηνές τους είναι απολαυστικές, στην αρχή την κατηγορεί και έπειτα την υπερασπίζεται, γιατί αντιλαμβάνεται, ότι ανέκαθεν βρισκόταν δίπλα της, ακόμη και τώρα, στην περασμένη της ηλικία. Ακόμα, η χημεία της με την κυρία Μανέ είναι απόλυτη και δυναμική με την μία να συμπληρώνει την άλλη. Παρά το γηραιό της ηλικίας της έχει κοινά στοιχεία και με την κυρία Δημητρόπουλου και αυτό φαίνεται στο τραγούδι της. Ο δικός μας τίτλος για αυτό είναι: «Σιγουριά…» και κάνει λόγο για τα πλάνο συντήρησης της ίδιας και των οικείων της όσο μεγαλώνουν. Αν και όλα τα τραγούδια έχουν κοινή μεταξύ τους μελωδία, αυτό έχει μία ραπ διάθεση, ενώ η χορογραφία της Φωτεινής Ντεμίρη είναι κάτι παραπάνω από διασκεδαστική! Με αυτό το τραγούδι πέφτει η αυλαία στο μουσικό κομμάτι της παράστασης. Άραγε, τι ακριβώς έκανε η «Μαμή» για να εξασφαλίσει την πλουσιοπάροχη «συντήρηση» της;
Αποτίμηση:
Θετικά (+): Η παράσταση είναι εμπορικά πρωτότυπη. Το μυστήριο είναι ο κεντρικός της πυρήνας, αλλά η εξερεύνηση του μέσω της διττής σκηνοθετικής προσέγγισης, αλλά και των εξαιρετικών μουσικών νούμερων, θεμελιώνουν μία μεστή απόδοση του έργου. Ακολουθεί την αισθητική των ταινιών της δεκαετίας του ’60, με γρήγορες εναλλαγές ανάμεσα σε μακρινά και κοντινά πλάνα, ενώ ίσως η σκηνοθετική προσέγγιση του Στήβεν Σόντερμπεργκ, έστω ασυναίσθητα και ενδόμυχα να επηρέασε τη χορογραφία της κάμερας. Οι ερμηνείες είναι ισάξιες μεταξύ τους, με την εκάστοτε ηθοποιό να έχει την προσωπική της στιγμή να λάμψει, και το κοινό να αναμένει με αδημονία για το επικείμενο πέρασμα της ερμηνευτικής σκυτάλης ανάμεσα στις πρωταγωνίστριες.
Αρνητικά (-): Αυτή η παράσταση ανήκει στην κατηγορία των αντίστοιχων που δε διαθέτει αρνητικά στοιχεία. Σίγουρα, θα υπάρξουν παράπονα από μερίδα θεατών που δε θα συμφωνήσει με την κινηματογραφική έκφανση της σκηνοθεσίας. Άλλοι θα βρουν τα τραγούδια υπερβολικά. Σε αυτούς λέμε να το ξανά σκεφτούν ή υιοθετούμε έναν από τους στίχους των τραγουδιών, «όσοι με κοιτάζουν, ούτε που με βλέπουν». Εμείς όμως κοιτάξαμε και καταφέραμε να δούμε, και μείναμε ευχαριστημένοι με το αξιόλογο αποτέλεσμα!
Κλείνοντας (=), ομάδα που κερδίζει, δε δύναται να αλλάξει, όλοι μεταξύ τους είναι παλιοί γνώριμοι και συνεργάτες, που εργάστηκαν από κοινού σε μεγάλες παραστάσεις. Οι «8 Γυναίκες» είναι η έκπληξη του καλοκαιριού και κατ’ επέκταση μεγάλη παράσταση. Συγχαρητήρια σε όλους και σε όλες που ευθύνονται για το αποτέλεσμα.
Βαθμολογία:
7,5/10