Είδε και σχολιάζει η Πίτσα Στασινοπούλου για την Κουλτουρόσουπα
Είναι κάποιες παραστάσεις που μπορεί τα λεγόμενα του δελτίου τύπου ή των συνεντεύξεων να κεντρίζουν το ενδιαφέρον, ωστόσο η «πικρή πείρα» από άπειρες διαψεύσεις δεν επιτρέπει ιδιαίτερη αισιοδοξία, οπότε η επιφύλαξη είναι δεδομένη, όσο κι αν το θέμα της συγκεκριμένης με αφορμή τον «διαδικτυακό κόσμο» αγγίζει ερεθιστικά τον σημερινό θεατή… Εντούτοις δεν θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο – από τα σπανιότατα συγγραφικά δείγματα των καιρών μας- καθώς και τη δουλειά μιας αξιόλογης ομάδας, προσερχόμενοι με κρυφή ελπίδα στο θέατρο Αυλαία για την παράσταση «Η Πλατφόρμα» του Νίκου Νικήτογλου και σε σκηνοθεσία Νικόλα Μαραγκόπουλου από την Εταιρεία Θεάτρου «Αντίρρηση»…
Στην σκηνή μας υποδέχεται κατά την προσέλευση ένας ηθοποιός που υποβάλλει διαρκή, καταιγιστικά ερωτήματα, από αυτά που απασχολούν την καθημερινότητα, τη σκέψη, τις ανάγκες ενός μέσου σημερινού ανθρώπου, ο οποίος αναζητά τις απαντήσεις συνήθως στον ψηφιακό κόσμο … Με το σβήσιμο των φώτων ξεκινά ένα ιδιότυπο «πείραμα», όπου ο κουρασμένος από την ατέρμονη αναζήτηση ήρωας καταφεύγει σε μια καινοτόμα «πλατφόρμα» που υπόσχεται ανακούφιση από όλον αυτόν τον βασανιστικό «θόρυβο», διαγραφή κάθε ψηφιακού αποτυπώματος, πολύτιμη ηρεμία, απαλλαγή από πονεμένες εμπειρίες ή μνήμες, στοχεύοντας μέσω της λήθης στην αδρανοποίηση του συναισθήματος, που θα επιφέρει την ζητούμενη «διόρθωση» των ανθρώπινων αδυναμιών… Ένα πρωτοπόρο, αμφιλεγόμενο εγχείρημα που υλοποιείται σε μελετημένα στάδια, ασφαλώς με ανάλογο τίμημα, απρόβλεπτες εξελίξεις, αναπάντητα ερωτήματα να αιωρούνται ως υπαρκτές διαπιστώσεις…
Πρόκειται για εξαιρετικής σύλληψης έργο (+) του Νίκου Νικήτογλου, από αυτά που «μετακινούν» τη σκέψη του θεατή, όχι με σκούντημα, αλλά με τράνταγμα! Η πρωτότυπη συνθήκη που εφηύρε ως δυνατός συνδυασμός επιστημονικής φαντασίας και υπαρξιακής αλληγορίας, έδωσε την ευκαιρία για βαθύ, ουσιαστικό, φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στα σύγχρονα ζητούμενα της ύπαρξης, που αναζητά με αγωνία ταυτότητα εν μέσω τεράστιας σύγχυσης, διαρκών προκλήσεων, ψυχικής κόπωσης, ψευδαισθήσεων, πνευματικού ευνουχισμού, σε ένα αδηφάγο, κυρίαρχο, ψηφιακό σύμπαν με απρόσωπες ψυχρές εντολές… Δεν πρόκειται για δυστοπία, καθώς αποτυπώνει αλληγορικά την ήδη υπάρχουσα πραγματικότητα, με μια ευφάνταστη διαχείριση της σύγκρουσης ανάμεσα στην ανθρώπινη συναισθηματική εμπειρία και τον αυτοματοποιημένο ψηφιακό κόσμο, όπου όλα μπορούν να «διορθωθούν» με έναν αλγόριθμο…
Μόνο που η «διόρθωση» ως εικονική ψευδαίσθηση, πέρα από τίμημα, συνεπάγεται αστάθμητους παράγοντες εξαιτίας της απρόβλεπτης ανθρώπινης φύσης, ενώ η ποθούμενη ηρεμία μέσω της αυτόματης διαγραφής αναμνήσεων ή συναισθημάτων, καθιστά το υποκείμενο άβουλο μηχανικό ρομπότ με προγραμματισμένες λειτουργίες κι όχι ελεύθερο έμψυχο όν με μοιραίες «ρωγμές» κόπωσης, αδυναμίας, πόνου, φόβου, άγνοιας, απόρριψης κλπ.. Εν ολίγοις ένα δυνατό εγκεφαλικό έργο ουσίας με καίρια ψυχολογική ενδοσκόπηση, δοσμένο με θαυμάσια έμπνευση, καθαρότητα νοημάτων, σύγχρονο ύφος, ενδιαφέρουσες ανατροπές, απολαυστική θεατρική δομή, που σοφά αφήνει «ανοιχτούς» προβληματισμούς χωρίς ευκρινείς απαντήσεις, προσφέροντας ποιοτική τροφή για σκέψη…
Ανάλογα εύσημα θα αποδώσουμε και στη σκηνοθεσία του Νικόλα Μαραγκόπουλου, υπεύθυνου επίσης για την δραματουργική επεξεργασία, που απέδωσε με θαυμάσια θεατρικότητα ένα κατά βάση φιλοσοφικό κείμενο πυκνό νοημάτων, παρά τις μικρές «ασάφειες», που όμως ελάχιστα επηρέασαν το συνολικό αξιέπαινο αποτέλεσμα… Το οποίο διέθετε σύγχρονη ταυτότητα, σκηνική έμπνευση με εύστοχα ευρήματα, συχνές εναλλαγές με απρόοπτα, ζωηρό ρυθμό και ένταση, διαμορφώνοντας υποδειγματική ατμόσφαιρα μεταξύ επιστημονικής φαντασίας και σκοτεινού σουρεαλισμού, με τη βοήθεια του λιτού, ψυχρού, απρόσωπου σκηνικού, των εξαιρετικά μελετημένων φωτισμών, των ευφάνταστων κοστουμιών και της άριστα δεμένης με το κλίμα μουσικής, άλλοτε υποβλητικής ως υπόκρουση κι άλλοτε έντονα ρυθμικής- χορευτικής ως «ξέσπασμα»…
Στα στοιχεία που αξίζει να τονιστούν, θα αναφέρουμε αρχικά την πρωτότυπη έναρξ ημε τα ερωτήματα υπό το εκτυφλωτικό φως προβολέα στα μάτια εν είδει «ανάκρισης», ενώ στη συνέχεια το εύρημα της ρομποτικής κινησιολογίας που αναδείχθηκε στα κατάλληλα σημεία με συμβολική σημειολογία, καθώς και οι συναισθηματικές εξάρσεις, η σκηνή της βίας, οι απρόσμενες αλληλεπιδράσεις των ηρώων, οι εσωτερικές συγκρούσεις σε αντιδιαστολή με τον παγωμένο αμέτοχο «χειριστή» που ενίοτε «απορυθμίζεται», ο εξωστρεφής χορός, ο υποδόριος σαρκασμός, το ηχητικό περιβάλλον με το «άνοιγμα της πόρτας» κλπ. ανέδειξαν μελετημένα το πνεύμα του έργου κερδίζοντας παράλληλα τις σκηνικές εντυπώσεις, χωρίς κάτι επί τούτου στημένο ή εξεζητημένο ή περιττό… Όλα δεμένα μεταξύ τους και συγχρονισμένα με ουσιώδη λόγο ύπαρξης, με φαντασία, με θέαμα, με σωστή καθοδήγηση, αποδεικνύοντας ότι ένα θαυμάσιο- έστω και δύσκολο- έργο ως θεμέλιο, στα χέρια ενός άξιου σκηνοθέτη μπορεί να δώσει ένα εξαιρετικό οικοδόμημα…
Από άποψη υποκριτικής, ασφαλώς θα επαινέσουμε τους ταλαντούχους Βασίλη Βασιλείου, Στέλλα Νικολαϊδου, Μιχάλη Στεφανίδη και Χρήστο Τζιώτα, που τόσο ως μονάδες, όσο και ως ομάδα, υπηρέτησαν άριστα την ιδιαίτερη συνθήκη… η οποία απαιτούσε μια δύσκολη ακροβασία μεταξύ πραγματικών και φανταστικών χαρακτήρων χωρίς σαφή όρια, καθώς ο γήινος ρεαλισμός του νέο-εισαχθέντος στην Πλατφόρμα «συνδιαλεγόταν» διαρκώς με τον υπερβατικό, αυτοματοποιημένο κόσμο των ψηφιακών χειριστών, που όμως σε στιγμές εκδήλωσαν ανθρώπινες χαραμάδες απορυθμίζοντας το άρτιο μηχανικό σύστημα… Εξαιρετικοί όλοι στις ποικίλες εκφάνσεις των χαρακτήρων τους, πείθοντας απόλυτα αφενός για την ευάλωτη ανθρώπινη πτυχή τους και αφετέρου για την αλλοτριωμένη τους διάσταση ως αποστασιοποιημένα μηχανικά «υποκατάστατα», παραπέμποντας σε μελετημένες σουρεαλιστικές φιγούρες, ενόσω υπέβοσκε καταπιεσμένη η αυθεντική τους φύση…
Ελάχιστα θα επισημάνουμε ως παρατηρήσεις (-) σε μια συνολικά αξιοθαύμαστη παράσταση, όπως πχ. κάποια (λίγα) σημεία στη ροή που έμοιαζαν κάπως θολά ή ασαφή στο νόημα και ενίοτε με εξελίξεις ελαφρώς αυθαίρετες, παρότι στα πλαίσια του σουρεαλισμού μπορούν να γίνουν οριακά αποδεκτές… Επίσης θεωρούμε ότι η σκηνή της βίας σε επίπεδο νοηματικής- ψυχολογικής επεξεργασίας έμεινε μετέωρη, ενώ περιμέναμε ειδικά επ’ αυτού εστίαση με βαθύτερη ενδοσκόπηση… Τέλος, όσον αφορά στην έναρξη, παρά την πρωτοτυπία της, είναι αλήθεια ότι ο προβολέας στα μάτια επί ώρα, μας τύφλωσε…
Συμπερασματικά (=) πρόκειται για ένα εξαιρετικό εγκεφαλικό έργο με υπαρξιακή αλληγορία που πυροδοτεί ουσιαστικούς προβληματισμούς και ευτύχησε να υλοποιηθεί θεατρικά με σύγχρονη, εμπνευσμένη, μεστή σκηνοθεσία και άξιες ερμηνείες, σε σημείο που τα 70 λεπτά μοιάζουν λίγα και σπανίως μας συμβαίνει… Αξίζει εδώ να προσθέσουμε ότι τη συγκεκριμένη παράσταση έτυχε να την παρακολουθεί ένα λύκειο καταλαμβάνοντας σχεδόν τη μισή αίθουσα και προκαλώντας μέχρι την έναρξη αναπόφευκτη έως ενοχλητική φασαρία… ωστόσο με το σβήσιμο των φώτων και την εκκίνηση των δρώμενων, ΔΕΝ ακούστηκε σε όλη τη διάρκεια το παραμικρό κιχ! Απόλυτη σιγή και προσήλωση, κι αυτό κάτι σπουδαίο και συγκινητικό σημαίνει για την πρόσληψη της παράστασης από τους νέους…
Βαθμολογία: 7,4/10
ΑΥΛΑΙΑ
«Η πλατφόρμα» του Νίκου Νικήτογλου.
–Συνέντευξη: Νίκος Νικητόγλου: «Η Πλατφόρμα δεν είναι δυστοπία, είναι η ανάγκη μας για ανακούφιση»

Σε έναν κλειστό χώρο χωρίς παράθυρα, η «Πλατφόρμα» αναλαμβάνει να «διορθώσει» την ανθρώπινη εμπειρία. Ό,τι πονάει, ό,τι περισσεύει, ό,τι δεν θεωρείται λειτουργικό, διαγράφεται οριστικά.
Σκηνοθεσία: Νικόλας Μαραγκόπουλος. Ερμηνεύουν: Βασίλης Βασιλείου, Στέλλα Νικολαΐδου, Μιχάλης Στεφανίδης, Χρήστος Τζιώτας.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:30 (έως 17/03)
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ








