Είδε η Άννια Κανακάρη και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα
Διατηρώντας αναλλοίωτο το καλλιτεχνικό του στίγμα το «Θέατρο του Άλλοτε» κινείται με συνέπεια στο χώρο του σκοτεινού δράματος εκεί όπου κυριαρχεί το μεταφυσικό βάθος και η εσωτερική ένταση. Στη νέα τους δουλειά, η Βαρβάρα Δουμανίδου και οι συνεργάτες της εισβάλλουν στον κόσμο του Γκαίτε και αναμετρώνται με το πλέον εμβληματικό και δυσπρόσιτο κείμενό τουμε μια ιδιότυπη σκηνοθετική ανάγνωση.
Ο λόγος για την παράσταση «Φάουστ – έργο υπό κατασκευή», που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Αυλαία.
Ο Φάουστ αποτελεί αναμφισβήτητα έναν από τους πιο απαιτητικούς και συναρπαστικούς χαρακτήρες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε αφιέρωσε πολλές δεκαετίες από τη ζωή του για να ολοκληρώσει την ιστορία του, γράφοντας ένα πληθωρικό έμμετρο έπος, που ξεπερνά τους 12.000 στίχους, στο οποίο αποτυπώνεται η αγωνία του Διαφωτισμού, η σύγκρουση ανάμεσα στο βίωμα και τη γνώση, την ηθική και το απαγορευμένο. Η υπόθεση βασίζεται στον μεσαιωνικό θρύλο του αστρολόγου και μάγου Γιόχαν Φάουστ, που πούλησε την ψυχή του στον διάβολο. Στο έργο του Γκαίτε ο σατανικός Μεφιστοφελής βάζει στοίχημα με το Θεό ότι θα καταφέρει να κερδίσει την ψυχή τουΔρ Φάουστ. Ο Μεφιστοφελής κατεβαίνει στη Γη και με διάφορα τεχνάσματα δελεάζει τον διψασμένο για γνώση επιστήμονα, χαρίζοντάς του νιάτα και ομορφιά. Οι δυο τους ξεκινούν ένα ταξίδι αναζήτησης γεμάτο σαρκικές απολαύσεις, στην διάρκεια του οποίου ο Φάουστ συναντά την όμορφη Μαργαρίτα, ένα αγνό νεαρό κορίτσι που τον επηρεάζει βαθύτατα. Στο δεύτερο μέρος του έργου ο Φάουστ αντιμετωπίζει διάφορα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, αναζητώντας την κάθαρση και τη σωτηρία της ψυχής…
Η παράσταση που παρακολουθήσαμε πραγματεύεται μόνο το πρώτο μέρος του έργου και κυρίως την γνωριμία του Φάουστ με την Μαργαρίτα, επιλογή που συνηθίζεται στις περισσότερες θεατρικές μεταφορές, ενώ από το δεύτερο αναπαριστά λίγες σκηνές από τον γάμο του Φάουστ με την Ωραία Ελένη.
Το κείμενο του Γκαίτε δεν χρειάζεται συστάσεις, ούτε και επαίνους. Χαρακτηρίστηκε αριστούργημα (+) όχι μόνο της γερμανικής, αλλά και της παγκόσμιας δραματουργίας και έχει συμπεριληφθεί στον κατάλογο των εκατό καλύτερων βιβλίων όλων των εποχών. Ο Γκαίτε ενσαρκώνει στο πρόσωπό του Φάουστ το πρότυπο του ελεύθερου ανθρώπου που αμφισβητεί κάθε είδους δογματισμούς και αναζητά μανιωδώς την αλήθεια. Ο κόσμος του έργου αποτελεί έναν καθρέπτη της αρχέγονης ζωής. Βαλπούργιες νύχτες, σαρκικός έρωτας, φιλοσοφία, μαγεία, δαίμονες, θάνατος και φυσικά η αιώνια πάλη του καλού και του κακού σε όλο της το μεγαλείο. Λογοτεχνικά το έργο παρουσιάζει πολλά αρχαιοελληνικά στοιχεία καθώς προσιδιάζει τη δομή αρχαίας τραγωδίας, όπως επιβεβαιώνουν ο έμμετρος λόγος, η τραγικότητα του ήρωα αλλά και η κάθαρση του τέλους.
Η σκηνοθετική πρόταση της Βαρβάρας Δουμανίδου αποτελεί μια καινοτόμα, τολμηρή και βαθιά υπαρξιακή αναμέτρηση με το κλασικό έργο. Η πρωτοτυπία της προσέγγισής της συνίσταται στο ότι «κατασκευάζει» την παράσταση μπροστά στα μάτια του θεατή, καθιστώντας τον συμμέτοχο στην αγωνία της δημιουργίας της. Παρουσιάζει μια ζωντανή πρόβα όπου το έργο αποδομείται και ανασυντίθεται συνεχώς, γεγονός που του προσδίδει ζωντάνια και μια ωμή ειλικρίνεια. Με τη συγκεκριμένη σκηνοθετική πρόταση δίνει τη δυνατότητα στους θεατές να βιώσουν τη σύλληψη και το στήσιμο της κάθε σκηνής, να γίνουν μάρτυρες της κατάδυσης στην ουσία του έργου, της συνεχούς μετάλλαξής του, μέχρι αυτό να γεννηθεί με την τελική του μορφή .Μετατρέπει την αμηχανία και τα λάθη σε σκηνοθετικά ευρήματα, αναδεικνύει τη διαδικασία σε σκοπό και την σκηνή σε χώρο σκέψης και φιλοσοφικής αναζήτησης.
Η ατμόσφαιρα του έργου είναι σκοτεινή, μυστηριώδης, απόλυτα συμβατή με τον σπαρασσόμενο ψυχισμό του ήρωα, το υπαρξιακό αδιέξοδο του οποίου αγγίζει το κοινό.
Ο ρυθμός της παράστασης ακολουθεί τη δυναμική μιας πρόβας και μεταβάλλεται διαρκώς καθώς η σκηνοθέτης διακόπτει, σχολιάζει και ξαναδοκιμάζει σκηνές, χωρίς όμως αυτό να δημιουργεί κενά αφού οι εναλλαγές και η διαρκής αγωνία κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Από την παράσταση δεν λείπουν οι δυνατές, τολμηρές ερωτικές σκηνές που ενώ σοκάρουν με την ωμότητά τους, προσδίδουν αναμφίβολα δυναμική και πάθος στην όλη παρουσίαση και αφήνουν ένα ηχηρό σχόλιο απέναντι στην κακοποίηση – σωματική και ψυχολογική – της έφηβης Μαργαρίτας.
Στην δημιουργία της απόκοσμης ατμόσφαιρας της παράστασης συμβάλλει σημαντικά το λιτό αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρον σκηνικό της. Οι τρεις λευκές κυκλικές κουρτίνες λειτουργούν ως πύλες μετάβασης στο μεταφυσικό, σε συνδυασμό δε με τις έντονες φωτοσκιάσεις και την υποβλητική μουσική επένδυση δημιουργούν το κατάλληλο χωροπλαίσιο για το ταξίδι στο υποσυνείδητο του ήρωα.
Οι ταλαντούχοι ηθοποιοί του Θεάτρου του Άλλοτε ερμηνεύουν τους ρόλους τους με υποκριτική ακρίβεια, πάθος και προσεγμένη κίνηση, υπό τις οδηγίες του Δημήτρη Βασιλειάδη.
Η παρουσία της Βαρβάρας Δουμανίδου επί σκηνής είναι καταλυτική. Λειτουργώντας ταυτόχρονα ως σκηνοθέτης και ηθοποιός, ενσαρκώνει τη «φωνή» που κινεί τα νήματα του έργου. Η ερμηνεία της στο ρόλο του Μεφιστοφελή είναι γεμάτη κύρος και εσωτερική ένταση. Καταφέρνει να διατηρεί την ισορροπία ανάμεσα στη δημιουργό και το δημιούργημα, καθοδηγώντας τους ηθοποιούς και επικοινωνώντας ταυτόχρονα με το κοινό με τρόπο σχεδόν μυσταγωγικό.
Ο Δημήτρης Βασιλειάδης στον ρόλο του Φάουστ αναδεικνύει, για μια ακόμη φορά, το πολύπλευρο ταλέντο του. Με άριστο έλεγχο των κινήσεων του και με την χαρακτηριστική του εκφραστικότητα, αποδίδει εξαιρετικά τον ταλαιπωρημένο από τις ενοχές, τις ασυνείδητες επιθυμίες και τα καταπιεσμένα ένστικτα άνθρωπο που αναζητά απεγνωσμένα την αλήθεια. Η κάθε του κίνηση φαίνεται πραγματικά σαν να κουβαλά το βάρος των υπαρξιακών ερωτημάτων του Γκαίτε. Ένας ομολογουμένως δύσκολος ρόλος τον οποίο ερμηνεύει με την δραματικότητα που του αρμόζει.
Οι Στέργιος Κωνσταντζίκης, Παναγιώτης Καβαλιεράκης και Δημήτρης Ελιάς, ηθοποιοί που διακρίνονται για το ταλέντο και την βαθιά προσήλωση στην τέχνη τους, ήταν απλά εξαιρετικοί στους πολλαπλούς ρόλους τους. Αξιοσημείωτη είναι η εμφάνιση τους στην σκηνή του προλόγου του έργου όπου,ως ένας σκηνοθέτης, ένας ποιητής και ένας κωμικός, συζητούν για την έννοια του θεάτρου.
Η Νεφέλη Φουντά στον ρόλο της Μαργαρίτας, απέδωσε εξαιρετικά την αθωότητα, την ευαισθησία και την τρυφερότητα της ερωτευμένης νεαρής κοπέλας που οδηγείται στην καταστροφή. Με καθαρό λόγο, όμορφη φωνή και αέρινη παρουσία είχε μια εμφάνιση γεμάτη συναίσθημα και πάθος.
Πολύ καλές εμφανίσεις και από τους Φανή Πλάκα, Θεοδώρα Κωστάκου, Μαρία Σεμερτζίδου, Δημήτρη Πογαρίδη και Κωνσταντίνο Μπάρκο που απέδωσαν τους ρόλους τους με σοβαρότητα, έλεγχο και δυναμισμό, με άνεση και καθαρότητα στον λόγο και εξαιρετική εκφραστικότητα.
Και κάποιες λιγοστές παρατηρήσεις (-): Η χρήση του έμμετρου λόγου παρόλο που συμβάλλει στην γνωριμία με το αυθεντικό κείμενο εντούτοις «περιορίζει», θα λέγαμε, ερμηνευτικά τους ηθοποιούς και θα μπορούσε ίσως να αποφευχθεί. Επιπλέον η σκηνή από το δεύτερο μέρος του έργου με την Ωραία Ελένη, θα μπορούσε και να παραληφθεί εντελώς καθώς δεν προσφέρει κάτι επιπλέον στην παράσταση, η διάρκεια της οποίας είναι ήδη αρκετά μεγάλη.
Συμπερασματικά (=) παρακολουθήσαμε μια ιδιαίτερα δυνατή, τολμηρή και προκλητική απόδοση του κλασικού έργου. Μια κατάβαση στα απόκρυφα της ανθρώπινης ψυχής, στο ανικανοποίητο, στην αμφισβήτηση, στο υπαρξιακό αδιέξοδο…
Βαθμολογία: 7/10
ΑΥΛΑΙΑ
«Φάουστ» του Γκαίτε.
–Συνέντευξη: Βαρβάρα Δουμανίδου

Ένα έργο που αρνείται την ολοκλήρωση. Η επιλογή της πρόβας μέσα στην παράσταση δεν είναι αισθητικό εύρημα, αλλά στάση. Το λάθος, η παύση, η αμηχανία και οι σκηνοθετικές οδηγίες είναι ορατές και υπό αμφισβήτηση. Δεν ισχυριζόμαστε ότι κατέχουμε την αλήθεια του Faust. Τη διεκδικούμε μέσα από την πράξη.» — Βαρβάρα Δουμανίδου
Σκηνοθεσία: Βαρβάρα Δουμανίδου. Ερμηνεύουν: Δημήτρης Βασιλειάδης, Βαρβάρα Δουμανίδου, Φανή Πλάκα, Μαρία Σεμερτζίδου, Στέργιος Κωνσταντζίκης, Παναγιώτης Καβαλιεράκης κ.ά.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Κάθε Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή στις 21:00, Κυριακή στις 19:00 (έως 15/03)
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ














